Αναζήτηση

simosgeorgopoulosblog

Πάθος για το κρασί, τον καφέ, τη γεύση και τα αποστάγματα

Κατηγορία

Γεύση/ Taste

Indian Chef: Μείνετε στο σπίτι!/ Indian Chef: Stay at home!

For English text stroll down…

Ομολογώ ότι δεν είμαι ειδικός στην ινδική κουζίνα, ωστόσο σπανίως έχω φάει κακά σε κάποιο εστιατόριο. Ίσως βέβαια αυτό οφείλεται και στην σχετική ομοιομορφία των εν Ελλάδι εκπροσώπων, γεγονός που σημαίνει ότι αν σου αρέσει ένα σου αρέσουν όλα.

Αυτό πάντως δεν σημαίνει ότι βάζω όλα τα Ινδικά στο ίδιο …Tandoori, καταφέρνοντας –αν και αδαής – να εκτιμήσω την διαφορετικότητα των γεύσεων που προσφέρει το κορυφαίο κατά τη γνώμη μου  πειραιώτικο Kebab & Curry, την υπέροχη αυθεντικότητα του φαινομενικά τουριστικού Indian Haveli ή την απλώς ΟΚ αίσθηση που αφήνει το πολυδιαφημισμένο αλλά κατά πολύ υποδεέστερο Namaste.

Ως εκ τούτου ίσως κάποιος να υπέθετε ότι θα βρισκόμουνα καθισμένος στην σάλα του Indian Chef –που έχει υιοθετήσει μια σχετικά μοντέρνα οπτική που ξεφεύγει από το συνηθισμένο φολκλόρ του είδους- με σχετική αδιαφορία. Όμως η έκτη αίσθηση του κριτικού εστιατορίων, που επί 20 χρόνια σμιλεύεται με όλων ειδών και ποιοτήτων  φαγητού, μέσα μου μού έλεγε ότι δεν θα φάω καλά.

Δεν ξέρω τον λόγο αλλά το εντυπωσιακό ινδικό της Συγγρού –το οποίο πάντως στις φωτογραφίες δείχνει πολύ καλύτερο από ότι στην πραγματικότητα – μου απέπνεε μια τουριστική αίσθηση, αίσθηση που ενισχυόταν και από τις ορδές των τουριστών που συχνά –πυκνά έβλεπα περνώντας απ’ έξω.

Όμως σε καμία περίπτωση δεν περίμενα ότι το φαγητό θα ήταν τόσο κακό ώστε να μην σηκώνει πραγματική ανάλυση. Ίσως μόνο η ανάγκη για την στοιχειοθέτηση αυτής της άποψης να απαιτεί να επαναφέρω στην μνήμη 2-3 πιάτα από μια εμπειρία την οποία πάσχισα το συντομότερο δυνατό να ξεχάσω.

Όπως για παράδειγμα το Tandoori Mixed Platter, ένα ρεσιτάλ κρεάτων πιο στεγνών και από παγούρι περιπλανώμενου για μια εβδομάδα στην έρημο! Η το Αρνί Mandras, το οποίο προσπαθούσε να κρύψει κάτω από τόνους καυτερών μπαχαρικών το σκληρό, γεμάτο ίνες κρέας. Εξίσου απογοητευτικό το Ρύζι Pulau, μίζερο οπτικά και άνοστο γευστικά.  Όσο για τις συνήθως λαχταριστές πίτες Naan, θα παραδώσω την σκυτάλη των σχολίων στον φίλο μου Κώστα, επί δεκαετίες γευσιγνωστικό συνοδοιπόρο και υπεύθυνο χιούμορ του τραπεζιού: “Δεν ξέρω για αστέρι Michelin, αλλά για λάστιχο Michelin θα έκαναν σίγουρα!”

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, το Indian Chef κατάφερε να αποτύχει και στο σέρβις, έναν τομέα στον οποίο κανένα Ινδικό δεν πέφτει κάτω από το 10/10! Βέβαια εδώ το προσωπικό δεν ήταν εξ Ινδίας, και παρόλη την άνεση που προσέφερε ένα σχεδόν άδειο μαγαζί κατάφερε να είναι και αναποτελεσματικό και κακοδιάθετο. Έτσι χρειάστηκαν μόλις  45΄ λεπτά (ρεκόρ το οποίο είχε σπάσει μόνο στα χρόνια των πολλαπλών ανά βραδιά επισκέψεων σε εστιατόρια την εποχή των βραβείων E Gourmet) για να  αναχωρήσουμε εκτάκτως και να απαλλαγούμε από την δική μας αυτή τη φορά κακή διάθεση με την βοήθεια ενός Gewurztraminer του μεγάλου Zind Humbrecht στο κοντινό,  υπέροχο Materia Prima!

Φυσικά η έλευση του κορονοϊού καθιστά μια τέτοια κριτική άνευ σημασίας. Όμως όλη αυτή η μπόρα κάποια στιγμή θα περάσει, και τότε ίσως κάποιοι μπoυν στον πειρασμό να επιβεβαιώσουν ή όχι τα παραπάνω. Πριν το πράξουν όμως ας αναλογιστούν ότι το “δεν μένουμε σπίτι” τελικά αποδεικνύεται πολύτιμο για να σπαταλιέται σε κακό ινδικό φαγητό!

Indian Chef, Λεωφ. Αντρέα Συγγρού 55, Αθήνα, 210 9236336.


I have to admit that I am not an expert in Indian cuisine however I don’t remember a previous bad experience. I assume that this is due to the relative uniformity of taste the Greece’s representatives offering, an assumption that leads to an “if you like one you like them all” situation.

Yet the above doesn’t mean that I place all Indian restaurants in the same …Tandoori, being able –despite my ignorance- to appreciate (for example) the diversity of taste in my beloved Piraeus- located Cebab & Curry, the authenticity of the seemingly touristic Indian Haveli or the «just OK» feeling of the much-discussed but also much- inferior Namaste.

Hence, someone may be justifiably assumed that I would have found myself sitting uninterested in Indian Chef, a comparatively new restaurant that opted for a modern decoration, contrasting to the typical, folklore one. But the sixth sense that having evolved through 20 years of food critic was telling me that the night would not follow the soothing  Indian routine.

I don’t know the reason, but the impressive restaurant of Syngrou Ave. –that (by the way) looks much better in photos than in reality- exudes a cheap feel, an impression enhanced by the hordes of tourists I frequently see as a passer by.

Despite all these I didn’t give the slightest chance to eat so badly. Actually the whole dinner was beyond analysis the only reason to bring back in memory 2-3 dishes is to make a case for an experience I tried to forget as soon as possible.

Take for example the Tandoori Mixed Platter, a recital of overcooking that presented meats even drier that the flask of a dessert wanderer!  Or the Mandras Lamb  that desperately tried to cover the chewy and full of fibers meat under tonnes of spiciness. The Pulau Rice -miserable in appearence and completely tasteless- is equally frustrating.  As for the (usually yummy) Naan bread, I’d rather leave the comments to my friend Kostas –serving for years both as a taste companion and table’s humor manager: “I doubt about their worth for a Michelin Star   but I am sure about their virtues for a Michelin track tire!”

Moreover, Indian Chef also fails the service, a very strong aspect of every single Indian restaurant, the stuff –I have to point out that (obviously!) was not from India- managed to be both ineffective and grumpy despite the fact that there is not any load of work. So it took us just 45΄ minutes (a record broken only during my service as member of jury for E Gourmet Award, period in which I had to visit 2-3 restaurants per night!) to depart urgently and to get rid of our own grumpiness with the help of a top notch Gewurztraminer from the great Zind Humbrecht in the neighboring, wonderful Materia Prima wine bar!

I fully understand that the attack of the Covid-19 makes this review mistimed and useless, but when this nightmare wii end, some foodies might be tempted to have a first hand idea of the above.  The only thing I want to tell them is that in our days the “don’t stay at home” suggestion actually  proved very valuable to be spent in bad Indian food!

Indian Chef, 55 Andrea Syngrou Ave. , Athens, 0030 210 9236336.

 

 

Blends, ένα εξαιρετικό blend all -day ευχαρίστησης./ Blends, a perfect blend of all -day pleasure.

 

For English text stroll down…

Το Blends κατ’ αρχήν είναι ένα εντυπωσιακό, τεράστιο all -day cafe restaurant. Βέβαια η δική μου περιγραφή είναι πολύ πιο άστοχη σε σχέση με το όνομά του. Και αυτό γιατί παραβλέπει το ποιοτικό στοιχείο που είναι παρών σε όλα τα επιμέρους «τμήματα» που το συνθέτουν, από την εξαιρετική μπάρα ως το ψαγμένο καφέ και το cigar room. Ως εκ τούτου το Blends είναι αυτό που υπονοεί το όνομά του, δηλαδή μια ανάμειξη εξαιρετικών επιμέρους …shops in shop, κάθε ένα εκ των οποίων θα μπορούσε να σταθεί με αξιώσεις απέναντι σε πολύ υψηλό ανταγωνισμό.

Το εστιατόριο του Blends δεν θα μπορούσε να αποτελεί παραφωνία έστω και αν μέσα σε αυτό το ”τοπίο” δεν κάνει σαφή την παρουσία του, ασάφεια την οποία ενισχύει η δυνατότητα να καθίσεις και να σερβιριστείς σε όποια γωνιά του μαγαζιού επιθυμείς. Αν όμως επιλέξεις το ….λογικό location δεν μπορεί παρά να εκπλαγείς από την εντυπωσιακή κάβα που περιλαμβάνει φιάλες που θα έφερναν σε αμηχανία ακόμα και αστεράτα εστιατόρια. Βέβαια ο σεβασμός απέναντι στο κρασί δεν εξαντλείται εδώ αλλά ενισχύεται και με food & wine dinner αφιερωμένα σε Έλληνες παραγωγούς, που από προσωπική εμπειρία είναι καθ’ όλα (των συνδυασμών συμπεριλαμβανομένων) άψογα.

Ομολογώ ότι η αίσθηση του καταλόγου αρχικά και ήταν λίγο μπερδεμένη και δεν προκαλούσε ιδιαίτερα με την περιγραφή των πιάτων, μιας και η δομή του εξυπηρετεί μια all day λογική. Όμως όταν τα πιάτα άρχισαν να καταφθάνουν οι εκπλήξεις διαδέχονταν η μια την άλλη. Βέβαια για τα πάντα υπάρχει μια εξήγηση και εδώ αυτή βρίσκεται στο πρόσωπο που ηγείται της κουζίνας.

Ο Κώστας Λώλας είναι ένας γνώριμος σε μένα σεφ από την συνεργασία του με τον Απόστολο Τραστέλη της Σπονδής και το πέρασμα των ετών διόλου δεν μείωσε την ικανότητά του να βγάζει νόστιμα και καλομαγειρεμένα πιάτα. Πιάτα που ακόμα και μες στην απλότητα που επιβάλλει η περίσταση προδίδουν την κλάση του με την αρτιότητα αλλά και το φίνο άγγιγμά τους.

Ίσως να έχετε φάει και άλλους ωραίους Τόνους Ταρτάρ, όμως σίγουρα δεν έχετε βρεθεί μπροστά σε τόσο αέρινα τηγανισμένα και ισορροπημένα στο αλλαντικό Παστουρμαδοπιτάκια η σε μια πεντανόστιμη Σαλάτα Nicoise που ενώ τρομάζει με την ποσότητά της σε κάνει να επαναπροσδιορίσεις την χωρητικότητα του στομαχιού σου με το παιχνίδι υφών και γεύσεων.

Αν και δεν έχω ακόμα εξερευνήσει το κεφάλαιο «σιτεμένες μοσχαρίσιες κοπές», τα κρέατα φαίνεται ότι είναι από τα πολύ δυνατά χαρτιά του Blends, μιας και τόσο το εκπληκτικού μελώματος Μίνι Κότσι όσο και τα Short Ribs με τον πουρέ- σκέτο βελούδο θέτουν υψηλότατα τον πήχη της τρυφεράδας και της νοστιμιάς.

Και αν φαντάζεστε ότι τα επιδόρπια θα αμαυρώσουν- όπως συμβαίνει συνήθως – την τελική εντύπωση,  μάλλον θα μείνετε με το στόμα ανοιχτό μπροστά στη Σφαίρα Πάβλοβας με Λευκή Σοκολάτα και Παγωτό Βιολέτας!

Δεν είμαι σίγουρος ότι ο all day χαρακτήρας του θα έφερνε το Blends σε μια λίστα με προς επίσκεψη εστιατόριων, ούτε αν ο εν λόγω πανέμορφος χώρος θα ικανοποιούσε τις hard- core απαιτήσεις ενός παραδοσιακού  foodie. Είμαι όμως βέβαιος ότι μέσα στο πιάτο, το Blends είναι ένα από τα καλύτερα εστιατόρια των νοτίων προαστίων και ότι η   κουζίνα του προσφέρει ένα εξαιρετικό blend  ραφιναρίσματος και νοστιμιάς.

Blends, Φοίβης 19, Γλυφάδα, 211 1821711.


Blends is a huge, impressive all -day cafe restaurant. Actually, my description is less accurate than the one given by its name, because it doesn’t take into account the “quality factor” that is evident in every single section of Blends, from the impressive spirits bar to the coffee corner and cigar room.

Considering the above, Blends is exactly what its name implies; a blend of several specialized …shops in shop, each one capable to compete in its own field against the very best of the competition.

The restaurant of Blends is no exception despite the fact that in this environment it doesn’t notice its presence, this impression being reinforced with the fact that you can seat and eat everywhere you choose. But if your choice will be the logic one, you will certainly be impressed by the  visible  wine cellar that containing wines capable of put into shame a lot of Michelin- starred restaurants. Moreover, the respect about wine is not limited to a good wine list but expands -among others – to very successful food and wine dinners.

Having the duty to follow the all -day purposes I have to admit that the menu card was a little bit confusing and uninspiring. But when the dishes were coming one by one, the surprising factor was increasingly raising.

Of course everything is explainable and in this case the credits go to the person that leads the kitchen, as Kostas Lolas is a well- known chef to me for his cooperation with Apostolos Trastelis of Spondi restaurant fame. His ability to offer well prepared and tasty dishes is many times proven, and has not diminished at all over the years. Of course the Blends’ concept imposes a certain degree of gastronomic simplicity; however Lolas’ class and fine touch are hard to be hidden.

I suppose that you have tasted a handful of Tuna Tartar as good as Blends’ but it is very unlikely to have the experience of such a airy- fried and perfectly balanced Pastourma Pies; or of a delicious Nicoise Salad that despite its frightening quantity obliges you to expand your stomach capacity because of the heaps of textures and tastes.

Although I haven’t gone in the chapter “Veal Prime Cuts” yet, meat seems to be one of Blends strongest cards as both the perfectly mellowed “mini” Pork Chunk and the Short Ribs served with a velvety truffle- puree raise very high the bar of tenderness and tastiness.

Usually the desserts are tarnishing the shine of even the best restaurants, but offerings as the White Chocolate’s Pavlova Sphere with Violet Ice Cream are proving that Blends definitely is not the case!

I am sure that this impressive place will have a lot of chances to become an inclusion in a “restaurants to visit” list of a hard –cored foodie because of its all-day and somewhat unfocused direction.  But I have no doubt that inside the plate Blends is one of the best restaurants of Athens’s southern suburbs, its cuisine offering a wonderful blend of refinement and savor.

Blends, 19 Foivis Str, Glyfada Athens, 211 1821711.

 

Πεζούλας: Κορυφαία προσιτή ψαροφαγία στα …πεδινά του ΚΠΣΝ!/ Pezoulas: Top affordable seafood in the … lowlands of SNFCC!

 

photo: Popi Wallick

For English text stroll down…

Φαντάζομαι ότι τα πρώτα ονόματα που θα έρχονταν ως απάντηση στο μυαλό όσων με παρακολουθούν στο ερώτημα “για ποιο εστιατόριο έχω γράψει περισσότερες φορές;” θα ήταν κάποιο από τα πολυαγαπημένα μου Κρητικός, Παπαϊωάννου, Σπονδή, Θάμα ή Γιουβετσάκια. Όμως η απάντηση είναι άλλη και  ακούει στο όνομα “Πεζούλας” .

Και αυτό δεν οφείλεται τόσο στην ιστορία του –που είναι τόσο μεγάλη ώστε να αρκούσε ακόμα και μια ανά 10ετία αναφορά για να καταλάβει αυτή τη θέση!- όσο στην γαστρονομική σοφία που χαρακτήριζε την “ταπεινή” του κουζίνα, μια κουζίνα που είχα πολλές φορές είχα την ευκαιρία να εξυμνήσω στο παρελθόν. Γιατί ταπεινή ήταν η κουζίνα του Λυμπέρη πεζούλα στις Τζιτζιφιές (και νυν …παρυφές του ΚΠΙΣΝ!), με τα εξαιρετικά τηγανισμένα μπαρμπουνάκια του, την ξακουστή ψαρόσουπα, τα υπέροχα μύδια και όλα όσα βρίσκει κανείς σε μια “μη chi chi” ψαροταβέρνα..

Όμως η ανάληψη των ηνίων από την νέα γενιά και τον Παναγιώτη –πάντα βέβαια υπό το άγρυπνο βλέμμα του Λυμπέρη!- μπορεί να άλλαξε λίγο την φυσιογνωμία, αλλά όχι  την αίσθηση της ισορροπίας και του μέτρου που με πρώτο-γοήτευσε στις αρχές του ΄00. Βέβαια είχα σχεδόν μια 8ετία να καθίσω στην ζεστή αυλή του, οπότε σήμερα στον κατάλογο βρήκα ψάρι ημέρας σεβίτσε, ναπολεόν πέστροφας με πλιγούρι, χταπόδι με μαυρομάτικα και άλλες τέτοιες προτάσεις, που έχουν  υιοθετήσει μια κατεύθυνση νέο-ψαροφαγίας. Παρόλη την θαλασσινή καταιγίδα όμως, δεν έχει απολέσει διόλου την μοναδική του ικανότητα να ισορροπεί, να γεμίζει φρεσκάδα τον ουρανίσκο και να δρέπει δάφνες γαστρονομικής λεπτότητας.

Κυρίαρχη θέση στα όπλα του –εκτός βέβαια από την καλή πρώτη ύλη και τους εξαιρετικούς χρόνους μαγειρέματος- είναι η εκτεταμένη χρήση των μυρωδικών και των πράσινων λαχανικών που “κάνουν όλο το παιχνίδι”. Και σε  υποχρεώνουν  να αναρωτηθείς  γιατί κάτι τόσο απλό συναντάται τόσο σπάνια στην εφαρμογή, με τα εν λόγω πολύτιμα υλικά είτε να περιορίζονται σε ρόλο χρωματικού ντεκόρ είτε η χρήση  τους να είναι τόσο φειδωλή που να κάνει αισθητή την παρουσία τους μόνο στις περιγραφές του καταλόγου αλλά όχι και στην γεύση των πιάτων.

Προφανώς ο κατάλογός του θα μπορούσε να απαντηθεί οπουδήποτε, από μια “δήθεν”, “κατεψυγμένη” ψαροταβέρνα μέχρι ένα grande table, με τον Πεζούλα να βρίσκεται κάπου ανάμεσα δανειζόμενο από την πρώτη όχι φυσικά το κατεψυγμένο ή το δήθεν αλλά μόνο το ψαροταβέρνα. Από την άλλη αν και το περιβάλλον, το setting και η λίστα κρασιού δεν θα μπορούσαν να εκπληρώσουν τις απαιτήσεις ενός καλού εστιατορίου, δανείζεται από αυτό την εκλέπτυνση και το ραφινάρισμα των γεύσεων.

Συνεπώς ο Πεζούλας είναι μια ταπεινή, φιλόξενη και προσιτή ψαροταβέρνα με σοφές πινελιές δημιουργικότητας, “ψαξίματος” και haut cuisine πολυπλοκότητας. Αρετές αρκετές για να τον καταστήσουν το κορυφαίο ίσως οικονομικό ψαρομάγαζο σε όλη την Αθήνα!

 Πεζούλας, Πεισιστράτου 11, Τζιτζιφιές, 210 9422684.


I assume that my readers will answer the question “which is the restaurant that I have more frequently written about?” by choosing among the beloved Kritikos, Papaioannou, Spondi, Thama or Giouvetsakia. But the truth is that in first place comes Pezoulas· and this is not only due to the 68 years history of this fish tavern-that means that just one article per decade would be enough for such record!-  but also because of the gastronomic wisdom that is embodied in its cuisine.

photo: Popi Wallick

There was a humble feeling at the dishes that Liberis Pezoulas prepared in his tavern located in Tzitzifies (or presently at the …foothills of SNFCC!), and perfect examples of this modesty was the fried red mullets, the famous fish soup, the steamed mussels and all these things that are unlikely to be found  in a “chi-chi” fish restaurant.

But with his son Panagiotis taking over the  helm –supervised of course by Liberis!- the style has changed, yet the sense of balance and restrain that teased me in the beginning of the ΄00’s is more present than ever.

I had more than 8 years to sit in its small, cozy yard so Ι realized that the current catalog includes fish ceviche, octopus with black-eye beans, smoked trout with pligouri (groats) and other offerings that are following a more creative, “modern-seafood” direction.  However this …sea storm never makes the boat loses the balance, the freshness on the palate and the gastronomic finesse.

The main way to achieve the above –except for the very good ingredients and the correct cooking times- is the extensive use of aromatic herbs and greens.   Their ability to boost the lightness and flavor so effortlessly makes one wonder why the chefs use them only as a color garnish or so sparingly that you can find them in the descriptions but not in the dishes themselves!

Obviously that style of menu can be found everywhere, from a pretentious, “full-frozen” fish tavern to a grande table. Pezoulas is sitting somewhere in the middle, borrowing from the former only the term fish tavern and from the latter the refinement of taste.

Although the environment, the art de la table and the wine list are tidy, they are not up to the level of a good restaurant. So Pezoulas may be just a humble, cozy and affordable fish tavern, but it offers perfect doses of creativity, gastronomic mentality and haut cuisine complexity. Virtues capable of making it (probably) the best “low to medium price” recommendation for seafood, in the whole Athens!

Pezoulas, 11 Peisistratou Str, Tzitzifies, tel. 210 9422684.

 

Veze…ne; Veze…όχι!/ Veze…ne (yes); Veze…ohi (no)!

For Engish text stroll down…

Στην “γαστρονομική” Ελλάδα, η εμπορική επιτυχία ενός εστιατορίου είναι συνήθως αντιστρόφως ανάλογη της ποιότητας του φαγητού του. Φυσικά υπάρχουν λαμπρές εξαιρέσεις σε αυτόν τον κανόνα (στο προηγούμενό μου άρθρο σε αυτό το section θα βρείτε 2 από αυτές) όμως η ουσία είναι ότι οι Έλληνες foodie είναι μαλωμένοι με την ελαφράδα, την φινέτσα και την πολυπλοκότητα, βασικές αρετές την πραγματικά υψηλής γαστρονομίας.

Γιατί αυτό που ορίζουμε ως τέτοια είναι τις περισσότερες φορές η βαριά και ασήκωτη κουζίνα των μαμάδων και των γιαγιάδων, αρτυσμένη με διεθνείς όρους, άφθονο λάιμ (ή μάλλον yuzu!)  και αμέτρητες αναφορές σε εκλεκτές πηγές πρώτων υλών. Αν μάλιστα όλα τα παραπάνω ενδυναμώνονται και από ένα πρότερο σουξέ σε κάποιον προορισμό διακοπών –κατά προτίμηση Κυκλαδίτικο- τότε η επιτυχία είναι διπλά εξασφαλισμένη.

Στην περίπτωση του Vezene βέβαια οφείλω να παραδεχθώ ότι η τελευταία δεν είναι 2πλά αλλά 8πλά εξασφαλισμένη, αφού από το 2011 εξακολουθεί να είναι το πλέον hot εστιατόριο της Αθήνας, διάστημα εντυπωσιακό για την γαστρονομική σκηνή της πρωτεύουσας.

Αν διαβάσει κανείς αυτά που έχουν γραφτεί για τον Άρη Βεζενέ, με σιγουριά θα θεωρήσει ότι πρέπει επειγόντως να αλλάξω επάγγελμα. Και αυτό γιατί μάλλον είμαι ο μόνος Έλληνας που δεν μπορώ να συμμεριστώ ούτε μια πρόταση από τους τόμους της αποθέωσης που έχουν γραφτεί για την κουζίνα του!

Ίσως πάντως να είχε κάποια τύχη αν τον περιελάμβανα στην κατηγορία των ζαχαροπλαστείων, αφού τα περισσότερα από τα πρώτα πιάτα που έφθασαν στο τραπέζι θύμιζαν γαλακτομπούρεκο του Κωνσταντινίδη! Εκρηκτική στα αρώματα η Γάμπαρη Αμβρακικού με αχλάδι, ροζ γκρέιπφρουτ και κόλιανδρο, εντυπωσιακότερη στην περιγραφή από ότι στην γεύση η Σαλάτα με φύλλα μουστάρδας, ροδάκινο, ραντίτσιο, μυζήθρα και καραμελωμένα φουντούκια, παντελώς ανισσόροπη  η Burrata με σύκο, πετιμέζι και καραμελωμένα (πάλι) αμύγδαλα και κακοτηγανισμένη η άνοστη Γαρίδα Fratta με μέλι, πεκάν, τσίλι και wasabi, όλα τους υπέφεραν εξίσου από την υπερβολική γλύκα.

Όμως η συνέχεια σε έκανε σχεδόν να την επιθυμήσεις αφού παρέδωσε την σκυτάλη σε ένα …flight που επαναπροσδιορίζει τον όρο “βαρύ φαγητό”.

Όπως βλέπετε απέφυγα την λέξη “νοστιμιά” μιας και πιάτα όπως το ασήκωτο Γιουβέτσι με νιόκο Λευκάδας και βοδινή ουρά, η σχεδόν μπαρουτοκαπνισμένη Τραχανόπιτα, τα “γλιτσερά” Γεμιστά με νιόκο Λευκάδας, ξινομυζήθρα και ελιά και το άνευ σχολίων Βοδινό Ταρτάρ Παστίτσιο μπορεί να μην αντέχουν σε κανενός είδους κριτική αλλά τουλάχιστον παραδίδουν μαθήματα περί της διαφοράς μεταξύ rustic νοστιμιάς και αφόρητης λιπαρότητας!

Τα κρέατα εξακολουθούν να αποτελούν σήμα –κατατεθέν του Vezene μιας και το μενού προσφέρει ψαγμένες κοπές από εκλεκτές ράτσες οι οποίες μάλιστα είναι και υπομονετικά σιτεμένα. Όμως παρόλα τα παραπάνω, επιβεβαίωσα ξανά με ένα Rump Cup από Πορτογαλική Minhota και ένα Flat Iron από Σκωτσέζικο Belted Gallaway, ότι το βάθος της γεύσης εδώ μάλλον δεν διαθέτει ”κρεατίλα” ικανή να  κερδίσει τον απαίδευτο ουρανίσκο μου.

Όμως αυτός ο τελευταίος μπορεί να επιβεβαιώσει ότι η ελπίδα δεν πεθαίνει ποτέ, απλά σιγοψήνεται! Γιατί ο Κατσικίσιος σβέρκος από την Βόνιτσα με χόρτα φρικασέ ήταν ένα απίθανο πιάτο που παρόλη την “τρομακτική” του όψη διαθέτει την νοστιμιά, την ισορροπία και την ευγένεια που τόσο μου έλειψαν από την κουζίνα του Vezene.

Φαντάζομαι ότι η συνολική μου εντύπωση για το Vezene και κατ’ επέκταση η προτροπή μου ή όχι στο να το επισκεφθείτε είναι σαφής. Αν ωστόσο ανήκετε στην κατηγορία των ανθρώπων που είστε διατεθειμένοι να επισκεφθείτε ένα εστιατόριο μόνο και μόνο για να φάτε ένα εξαιρετικό πιάτο – ο περίφημος Απίκιος ανήκει σε αυτήν την κατηγορία-  τότε πιάστε το στέκι της Βρασίδα από τον …(κατσικίσιο) σβέρκο!

Vezene, Βρασίδα 11, περιοχή Χίλτον, Αθήνα, 210 7232002.


In Greek gastronomic scene the commercial success of a restaurant is (most of the times) inversely proportional to the quality of food offered. Of course there are some brilliant exceptions to that rule (in my previous post in this “Taste” section I am referring in 2 of them) yet the truth is that most of Greek foodies don’t evaluate highly enough terms like lightness, finesse and complexity, all of them essential virtues of  haut cuisine.

When we think of the latter we usually bring to our mind the heavy, unpolished cuisine of our mothers and grandmothers, seasoned with gourmet terminology, plenty of lime (or most likely yuzu!) and references to  numerous farms of selected ingredients. A previous success in a summer location –preferably at an island of Kyklades- further reinforced the possibilities for a smash hit.

However Vezene  is not just another one of such cases, but a “one of a kind” phenomenon  that dominates the title for Athens’s hottest restaurant for 8 consecutive years!! Tonnes of epic reviews have been written about Aris Veneze and his restaurant, a fact that makes me look like a kind of weird animal as I am the only Greek citizen that I don’t even agree with a single sentence of them!

Vezene might have a better chance with me if it determinates itself a pastry shop, as most of the first courses that reached our table were reminiscent more of a galaktoboureko (custard filled pastry) than a starter! That is because both the expressive Gambari from Amvrakikos bay with pear, pink grapefruit and coriander, the “better to read that to taste” Salad with mustard leaves,  peach, radicchio, Myzithra and caramelized hazelnuts, the completely unbalanced Burrata with fig, grape molasses and caramelized (again…) almonds   and the badly –fried, tasteless Shrimp Fritta with honey, wasabi, pecan and chili suffer (among others) from excessive sweetness.

However the next part of the dinner nearly made me missed it, as it passes on the torch to a …flight that redefines the term “heavy food”!  The Youvetsi with Lefkas nioko and braised oxtail, the over-smoky Trahana pie, the “slippery” Gemista with Lefkas nioko (again), xinomyzithra and olives, and the indescribable Beef Tartar Pastitsio style may not stand up to criticism but at least give lessons about the difference between rustic savouriness and unbearable heaviness.

Meat was and still is the trademark of Vezene, and the cart menu offers premium aged cuts from quality breeds. I had the chance to taste the Rump Cup from a Portuguese Minhota and a Flat Iron of a Scottish Belted Gallaway just to reassert that here the depth of flavor lacks the kind of meatiness that is necessary for teasing my untutored palate.

But this palate can confirm that the hope doesn’t die last, but it is just slow cooked! The reason for this was the Neck of Goat from Vonitsa with greens fricassee, a sublime dish that despite its scary appearance had the flavor, the finesse and the balance that I missed so much in Vezene’s cuisine.

I assume that there is not any doubt about my bad impressions of Vezene and to further extent about my discouragement to a possible visit. However if you are belonging to the category of foodies that are willing to visit a restaurant just for a signature dish –the great food critic Apikios belongs to that category- then just grab this highly successful place of Vrasida’s street by the (Goat) neck!

Vezene, Vrasida 11 str., Hilton area, Athens, 210 7232002.

Aleria VS Βασίλαινας/ Aleria VS Vassilenas

For English text stroll down…

Το Aleria και o Βασίλαινας έχουν κατά την γνώμη μου πολλά κοινά εκτός από την εμβληματική τους παρουσία στην γαστρονομική σκηνή της χώρας. Προσφέρουν νόστιμο, πληθωρικό υψηλής ποιότητας φαγητό, δίνουν έμφαση στον πλούτο των εγχώριων υλικών, σέβονται την Ελληνική μαγειρική παράδοση,  διαθέτουν εξαιρετικό περιβάλλον, έχουν πιστέψει στο  κρασί και τέλος σε κάνουν να νιώθεις άνετα και ωραία με το σέρβις να ισορροπεί ιδανικά μεταξύ οικειότητας και αποτελεσματικής σοβαρότητας.

Ως εκ τούτου η πρόσφατη επίσκεψη μου και στα δύο – με διαφορά  2 εβδομάδων – ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να βάλω την κουζίνα τους ξανά στο γευσιγνωστικό μου μικροσκόπιο. Και αναφέρω την κουζίνα μιας και πιστεύω ότι στα υπόλοιπα που ήδη αναφέρθησαν, τα δύο εστιατόρια είναι πολύ –πολύ κοντά, εξαιρουμένου βέβαια του εκπληκτικού αίθριου του Aleria που συνιστά ίσως τον πλέον ατμοσφαιρικό καλοκαιρινό χώρο της γαστρονομικής Αθήνας.

Ερχόμενος στο φαγητό τώρα, ο Μάνος Γαρνέλης  κατάφερε και πάλι να μου προσφέρει με υπέροχο τρόπο μια κουζίνα γεμάτη εντάσεις, πληθωρικότητα και αύρα Ελληνικής παράδοσης. Θα συμπλήρωνα την φράση  “ενίοτε και βάρος”, όμως ο σεφ που απογείωσε τον σύγχρονο …Αθηναϊκό Βασίλαινα όταν ανέλαβε μόνος την κουζίνα του -μετά από το αρχικό αποτυχημένο πείραμα της συνύπαρξης 3 σεφ σε αυτήν- καταφέρνει να δίνει (ανα)πνοή ακόμα και στις πλέον robust γεύσεις όπως το Μοσχαρίσιο Διάφραγμα με Πορτσίνι, Νιόκι και Καπνιστό Κρεμμύδι, την Picannha από Αρνάκι Βόνιτσας με Πικάντικη Ρεβυθάδα ή το εκπληκτικό Καλαμάρι με Μαυρομάτικα Φασόλια και Λουκάνικο Δράμας! Πιάτα που ενώ ακούγονται τρομακτικά και κατάλληλα μόνο για Σκανδιναβικό χειμωνιάτικο γεύμα, μπολιάζουν στην πράξη όλη την βουκολική παράδοση με ισχυρές δόσεις γαστρονομικής εκλέπτυνσης και ντελικατέτσας.

Από την άλλη μεριά το Aleria παρουσιάστηκε πιο άχρωμο και άνευρο, παρά την νίκη στην μάχη του εντυπωσιασμού. Εδώ ο σπουδαίος Γκίκας Ξενάκης “παίζει” περισσότερο με τεχνικές, υφές και παρουσίαση, όμως η ουσία τον προδίδει αφού τα παραπάνω δεν καταφέρουν να μεταφέρουν ηδονιστικά ερεθίσματα από το στόμα στον εγκέφαλο. Φυσικά υπήρχαν και εξαιρέσεις όπως το ιντριγκαδόρικο και απάντεχα “γιαγιαδίστικο” Ταρτάρ Μουσακά ή η γεμάτη εξωτισμό Σαρδέλα του καλωσορίσματος, όμως γενικά η υπερβολική χρήση του αλατιού, οι ελάχιστα over χρόνοι μαγειρέματος και η απουσία παιχνιδιού στο flavor στέρησαν αυτή τη φορά από το Aleria το ισχυρό του  όπλο –αυτό της δουλεμένης μεστότητας- ενώ προσέθεσαν πολλούς πόντους ανισότητας ανάμεσα στα πιάτα του μενού.

Φυσικά όλα τα παραπάνω διόλου δεν είναι ικανά να με αποθαρρύνουν από το να συνεχίσω να προτείνω το εστιατόριο του Μεταξουργείου σε όλους όσους θέλουν να απολαύσουν  μια εκλεπτυσμένη γαστρονομική Ελληνικότητα. Όμως αυτή τη στιγμή ο Βασίλαινας βρίσκεται κατά την ταπεινή μου γνώμη σε ένα ψηλότερο γαστρονομικό επίπεδο  που πατάει σε εκπληκτική ποιοτική ομοιογένεια ανάμεσα στα πιάτα, εκρηκτική …παράδοση στο flavor και τέλεια ισορροπία ανάμεσα στις gourmet εντυπώσεις και την γευστική ουσία, επίπεδο μάλιστα που προσφέρεται και σε ελαφρώς χαμηλότερες τιμές.

Συνεπώς η δική μου προτίμηση είναι σαφής, ωστόσο η προτροπή μου είναι (εφόσον έχετε την δυνατότητα) να επισκεφθείτε και τα δύο, αφού αμφότερα βρίσκονται στην αιχμή του δόρατος της νέας Ελληνικής κουζίνας όντας πανάξιοι πρεσβευτές της εντός και εκτός συνόρων.

Βασίλαινας: Βρασίδα 13 (περιοχή Hilton), Αθήνα, 210 7210501.

Aleria: Μεγάλου Αλεξάνδρου 57, Μεταξουργείο, Αθήνα, 210 5222633.


Aleria and Vassilenas are two of the most iconic restaurants of modern Greek cuisine. But beside that they have a lot more to share, like the flavorsome perception, the emphasis to local ingredients and the respect for Greek cooking tradition. Moreover they both believe in the importance of wine as a crucial part of a great fine dining  experience as well as to that of friendly yet discreet and effective service.

Having said these, a 2 weeks apart –visit to both of them gave me a first rate chance to put under my gastronomic microscope their cuisines. And I am referring solely to food, not   only because I am a hard –cored food maniac but also because I think that the two restaurants are pretty much close in every other aspect beside the fantastic Aleria’s patio, probably the most atmospheric venue in the whole gastronomic Athens.

Focusing to taste, Manos Gardelis again managed to serve me a superb, Greek tradition- inspired food, full of intensity and robustness. Someone could have add “heaviness” to the above description, yet the chef who skyrockets the post- Piraeus modern Vassilainas (after an unsuccessful 3- chefs initial experiment) always manages to make even the most heavy recipes “breathe”. For example dishes like  the “Beef Skirt with Porcini, Gnocchi and Smoked Onion” , the “Lamb Picanha from Vonista region with spicy Chickpea Puree” or the fantastic “Kalamari with Black -eyed Beans and Suasage from Drama region” may sound frightening and suitable only for a Scandinavian, winter lunch, yet they actually offer perfect doses of pastoral voluptuousness and fine -dining delicacy.

Aleria on the other hand seemed more colorless and spiritless by comparison, despite the more striking first impression. The great chef Gikas Xenakis may applied different techniques and textures to tease both eye and palate, but he was betrayed by the inability of his dishes to transmit the hedonistic impulse to the brain. Of course there were some glorious exceptions like the ultra -intriguing (and grandmother-ish in taste) Tartare Mousaka or the exoticism-boosted Sardine of the “Hollywood-ian” welcome stage· but otherwise the excessive use of salt, the (slight) overcooking of some dishes and the lack of flavor this time deprived Aleria of its strongest weapon –that of the tried and tested richness- while at the same time add points of unevenness among the menu’s dishes.

Despite my critic I still feel fully confident in suggesting the wonderful restaurant of Metaxourgio to all the foodies that are looking for a sophisticate Greek cuisine. However –according to my humble opinion- Vassilainas is currently in an upper gastronomic level, explained by an exemplary coherence of the dishes, an explosive Greece-ness of flavor and a perfect balance between “gourmet” finesse and truth of taste. Moreover, this higher level is offered at slightly lower prices…

As everyone can understand my preference is solid, yet my exhortation to all of you is to visit (if you can) both of them, as Vassilainas and Aleria are at the tip of the arrow of nouvelle Greek cuisine and great ambassadors of the taste of Greece.

Vassilainas: Vrasida 13, Hilton area, Athens, 210 7210501.

Aleria: Megalou Alexandrou 57, Metaxourgio, Athens, 210 5222633.

Bar 8, Αστεράτες Μπουκιές! / Bar 8, Asterios or A(star)ios Bites!

For English text stroll down…

Ως μεσήλικας, παλαιομοδίτης, οινόφιλος και foodie , η ιδέα ενός bar που σερβίρει φαγητό μου είναι πολλαπλά απωθητική. Όταν όμως είδα τα Bar Bites του Bar 8  δεν έβλεπα την ώρα να επισκεφτώ τον πλήρως ανακαινισμένο  χώρο του στο roof της Μεγάλης Βρετανίας. Και δεν ήταν μόνο οι περιγραφές ή οι εικόνες των μικρών πιάτων που με προκάλεσαν,  αλλά και η σιγουριά για το αποτέλεσμα που εγγυάται η παρουσία του Αστέριου Κουστούδη –έστω και να αυτός κινείται ανάμεσα σε έναν πάγκο μικρότερο και από αυτόν κουζίνας γκαρσονιέρας και μια ψησταριά με κάρβουνα μικρότερη και από δίσκο βινυλίου!

Βέβαια οφείλω να ομολογήσω ότι ακόμα και αν όλα τα παραπάνω δεν ίσχυαν, θα αρκούσε η εκπληκτική θέα του Λυκαβηττού, η υπέροχη casual chic διακόσμηση και η ποιότητα των ποτών για να με κάνουν να μην μετανιώσω την επίσκεψη.

Όμως ακόμα και αυτές οι ομορφότερες συνθήκες της πόλης σχεδόν σβήστηκαν όταν τα πρώτα Bar Bites έφτασαν στο τραπέζι. Και όταν λέμε Bar Bites μην φέρετε στο μυαλό σας κάποια βαριά πιατάκια που οι θερμίδες τους  σκοπό έχουν να σας απαλλάξουν από την ανάγκη για σουβλάκι πριν ή βρώμικο μετά το Bar 8, αλλά έργα γαστρονομικής τέχνης φτιαγμένα με κορυφαία και υπερ- πολυτελή υλικά όπως αστακό, τρούφα, wagau beef, χτένια και σολομό Petrossian Le Jajik!!

Δεν είναι όμως μόνο τα υλικά των 4 κρύων και των 4 ζεστών μπουκιών που εντυπωσιάζουν αλλά και η μοναδική ικανότητα του σπουδαίου (όσο και εξαιρετικά αξιόπιστου)   σεφ να τα αναδεικνύει με εκρηκτικότητα αλλά και φινέτσα.

Άλλοτε μπολιάζοντας τα με άφθονο εξωτισμό –όπως στην περίπτωση του Αστακού καρπάτσιο με το χαβιάρι του, passion fruit και φρούτα στη σχάρα ή των χτενιών με μάνγκο-τζίντζερ σάλσα και σολομό Le Jajik- άλλοτε με τόνους γήινου umami- απίστευτα τα  vegan  Μανιτάρια King Oyster στα κάρβουνα με τρούφα και μαύρο σκόρδο ή η Μπρουσκέτα με hamon Iberico de Bellota και σπαράγγια – και άλλοτε με την …απουσία του -όπως απαιτεί ο σεβασμός απέναντι σε ένα κομμάτι του ύψιστου Ιαπωνικού μοσχαριού Hida Wagyu- μας χαρίζει μια  γαστρονομική εμπειρία κορυφαίου επιπέδου.

Το να αναφέρω ότι έχω φάει πολύ χειρότερα στα περισσότερα εστιατόρια με ένα  αστέρι Michelin που έχω επισκεφθεί, μάλλον αποτελεί έλλειψη σεβασμού απέναντι στον  Αστέριο Κουστούδη. Η αλήθεια πάντως είναι ότι μπροστά στα μάτια μας και με ελάχιστα μαγειρικά μέσα αποδεικνύει για μια ακόμα φορά ότι είναι ένας από τους καλύτερους,  σοβαρότερους και σεμνότερους  σεφ που διαθέτει αυτή τη στιγμή η Ελλάδα.

Βέβαια μια  επίσκεψη στο Bar 8 θα σας στοιχίσει σχεδόν όσο ένα κανονικό γεύμα σε ένα μέσο εστιατόριο, αν όμως είστε διατεθειμένοι να θυσιάσετε την ποσότητα προς όφελος της πολυτέλειας, την κλάσης και της γαστρονομικής ποιότητας, τα Bar Bites του Αστέριου Κουστούδη θα αποδειχθούν …αστεράτα!

Bar 8, Ξενοδοχείο Μεγάλη Βρεταννία, Βασ. Γεωργίου Α’ 1 Σύνταγμα, 210 3330766.


Being middle- aged, old-fashioned, wine lover and foodie, Ι am finding the idea of a bar serving food far from tempting. But when I got informed about the Bar Bites of Bar 8 I couldn’t wait to arrange a visit to the fully renovated “deck” at Hotel Grande Bretagne roof.

And there are not only the descriptions and the photos of the small dishes that teased me but also the confidence about the result. A confidence guaranteed by the presence of great chef Asterios Koustoudis, despite the fact that he was moving between a kitchen counter tinier than that of a studio and a grill tinier than a vinyl record!

Frankly speaking, the breath- taking view of Lycabettus hill, the marvelous casual-chic decoration and the quality of the drinks and cocktails are more than enough to justify the visit to Bar 8· yet, it was very easy to overtake the most beautiful environment of the city when the first Bar Bites were served.

When you read the words Bar Bites don’t imaging some heavily loaded with calories dishes, that their main goal is to full up your stomach and eliminate the need for neither a souvlaki before nor a “dirty” sandwich after the visit to Bar 8! On the contrary, picture small works of gastronomic art made with world class, luxury products such as lobster, truffle, scallops, Wagau beef and Petrossian Le Jajik salmon!

But the quality of the ingredients used in the 4 cold and 4 hot dishes is not the only impressive aspect of the recipes, as the very capable (and remarkably reliable) chef excels in highlighting them with both explosive intensity and finesse.

To achieve this he sometimes boosted them with generous dose of exoticism –like the cases of the Lobster carpaccio with its caviar, passion fruit and grilled fruits or the Scallops with mango- ginger salsa and Le Jajik salmon- some others with tonnes of earthy umami –just taste the astonishing “vegan” King oyster mushrooms with truffle and black garlic or the Toasted bread with hamon iberico de Bellota and asparagus- and some others with his …absence –his way to respect the greatness of a Japanese  Hida Wagyu beef. In any case, he is offering to all of us a top notch gourmet experience.

The fact that I have eaten worse in the majority of the Michelin 1-Star Restaurants in comparison with Bar 8, is more of a disrespectful than a compliment to Asterios Koustoudis. Because in front of our eyes and with minimal utensils he proved (for one more time) that he is one of the most qualitative, creative and low -profile chef in Greece.

Taking into account that Bar 8 is located in the best (and most historic) hotel of the country, it comes as no surprise that the visit will cost you the same amount as a full dinner in a good restaurant. But if you are willing to sacrifice the quantity in favor of luxury, class and gastronomic quality, the Bar Bites of Asterios Koustoudis will be proved …Star Bites!

Bar 8, Hotel Grande Bretagne, Vas. Georgiou Α’ 1 Syntagma Sq, 210 3330766.

Stalati ή αλλιώς μια πελαγίσια αύρα…

stalati1

Προσωπικά η γαστρονομική υπογραφή του  Τάσου Κόλλια ποτέ δεν μου ήταν ιδιαίτερα βαρύνουσα. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζω  ότι ήταν από τους πρωτεργάτες στην εισαγωγή ψαγμένων θαλασσινών αγαθών στα ψαροφαγικά μενού, όμως πρακτικά πάντα έβρισκα ότι η κουζίνα του ήταν  “κουρασμένη” και “μαραμένη” και ιδιαίτερα όταν αναφερόμαστε  σε μια κατηγορία όπου η φρεσκάδα βρίσκεται σε απόλυτη προτεραιότητα. Μάλιστα αυτή την αίσθηση την είχα βιώσει τόσο στο κλασσικό του μαγαζί στα Ταμπούρια όσο και στον πιο πρόσφατο Κόλλια της Συγγρού,   και η οποία αποτελούσε αιτία για τις σπανιότατες επισκέψεις μου στο τελευταίο παρόλη την ελάχιστη απόστασή του από το σπίτι μου.

Έτσι θα μπορούσα να παρομοιάσω την αποχώρησή του  -και την αποκλειστική ανάληψη της διεύθυνση από τον Νίκο Τσάκο- σαν μια πελαγίσια αύρα που έδιωξε την ομίχλη αφήνοντας να φανεί η …θάλασσα! Βέβαια κάποια από τα σήματα κατατεθέντα  της παρουσίας του παρέμειναν, όπως η εμμονή στην εξαιρετική πρώτη ύλη, ο μπουφές με τα ορεκτικά και το εμβληματικό ritual -ψήσιμο των μεγάλων ψαριών στο αλάτι, μέθοδος στην οποία το μαγαζί οφείλει και το νέο του όνομα.

Όμως όλη η κουζίνα πραγματικά έχει μεταμορφωθεί δραματικά προς το καλύτερο, με όπλα της το υποδειγματικό τηγάνι, το σπαρταριστό των λαχανικών του, την σωστή επιλογή των πιάτων που απαρτίζουν τον κρύο μπουφέ και τους τέλειους χρόνους ψησίματος. Αρετές που είχα την ευκαιρία να βιώσω πολλές φορές μέσα στους τελευταίους μήνες -λόγω και της ψαροντουφεκικής μου «ακαπνίας»- απολαμβάνοντας αμέτρητα εξαιρετικά πιάτα.

stalati2

Δεν ξέρω αν θα πρέπει να πρωτοθυμηθώ τον καλύτερο μαρινάτο γαύρο της Αθήνας, την σπαρταριστή σαλάτα με τα πεντανόστιμα ντοματίνια, τα τηγανιτά «μάγουλα» του σαλαχιού (δυστυχώς πιάτο ιδιαίτερα εποχιακό…) η το απόλυτα ψημένο καλαμάρι. Μάλλον όμως θα επιλέξω το jaw- dropping 1,5κιλο λαβράκι, η τρυφερότητα και η ντελικατέτσα του οποίου είχαν εγκλωβιστεί ιδανικά στο αλάτι, έτοιμα για γαστρονομικές εκρήξεις με το πρώτο σπάσιμο.

Προσθέσετε εδώ και το ιδιαίτερα ευγενικό και αποτελεσματικό σέρβις αλλά και την μικρή αλλά αρκούντως ψαγμένη λίστα κρασιών και αποσταγμάτων και το μόνο που θα έμενε για να επιθυμήσετε είναι ένας πιο μοντέρνος διάκοσμος. Όμως αυτό είναι κάτι που εύκολα προσπερνιέται δεδομένου το επιπέδου της κουζίνας του, κουζίνα που περισσότερες από μια φορές  με έχει κάνει να νιώσω ότι τρώω στον σπουδαίο  Παπαϊωάννου!

Και με γνωστή την αγάπη και την απεριόριστη εκτίμηση μου για το ψαρομάγαζο του Μικρολίμανου, δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να κάνω μεγαλύτερο κομπλιμέντο για το Stalati. Ούτε βέβαια και να χρειαστεί να διευκρινίσω ότι πλέον έχει κερδίσει με το …ψαροκόκαλο του, μια θέση ανάμεσα στα δικά μου κορυφαία εστιατόρια για ψαροφαγία στην Αθήνα!

Stalati Seafood Restaurant, Λεωφ. Συγγρού 303, Παλαιό Φάληρο, 210 9418039.

Η νόστιμη πλευρά του Φιλότιμου.

L1030358

“An evening of food, family and filotimo” έγραφε η πρόσκληση του δείπνου που θα παρέθετε η πρεσβεία της Αυστραλίας, με επίτιμο προσκεκλημένο τον Ελληνικής καταγωγής celebrity chef David Tsirekas.

Για να είμαι ειλικρινής η λέξη φιλότιμο, μου προκαλεί τα ίδια συναισθήματα που μου προκαλεί και η λέξη μεράκι. Γιατί και οι δύο στο δικό μου μυαλό εμπεριέχουν αδιαμφισβήτητες αξίες και θετικές προθέσεις, που όμως οδηγούν σε ένα αποτέλεσμα κατώτερο των προσδοκιών. Ή εν πάση περιπτώσει κατώτερο αυτού που θα προέκυπτε αν οι συνθήκες ήταν τέτοιες που επέτρεπαν να μην τις “ενεργοποιήσεις”!

Από την άλλη μεριά και η γνώση μου περί την Ελληνική γλώσσα μάλλον  είναι τέτοια που κανονικά δεν θα έπρεπε  να μου επιτρέπει να “βγάλω γλώσσα” και ο όρος φιλότιμο έχει μια τελείως άλλη ερμηνεία (και βαρύτητα) για τον γιό μιας οικογένειας από την Κοζάνη που πριν από μισό και βάλε αιώνα μετανάστευσε στην γη των Αβοριγίνων.

Πάντως η πρόσκληση κράτησε πέρα για πέρα την υπόσχεσή της, μιας και η βραδιά περιελάμβανε ένα πλούσιο μενού 6 πιάτων (το οποίο ετοίμασε ο David με την βοήθεια του Noel Roche και την  ομάδα της πρεσβείας), εξαιρετικά Αυστραλέζικα κρασιά (όπως το Ministry of Clouds Clare Valley Riesling και το Giant Steps Yarra Valley Pinot Noir) αλλά και την οικογενειακή ζεστασιά για την  οποία “ευθύνεται”πρώτη από όλους η γεμάτη οικειότητα –και διόλου διπλωματικό καθωσπρεπισμό- πρέσβειρα της Αυστραλίας κα Kate Logan.

Όσο για το φιλότιμο, και αυτό δεν έλειψε υπό την έννοια ότι η ομάδα εργάστηκε με υπερβάλλοντα ζήλο και αγάπη για να ταΐσει με εξαιρετικό ρυθμό και ποιότητα έναν μεγάλο αριθμό προσκεκλημένων σε μια κουζίνα που δεν φαντάζομαι να είναι και απολύτως εστιατορικών προδιαγραφών.

L1030356.JPG

Όλα τα παραπάνω πάντως ενισχύθηκαν ακόμα περισσότερο με την συγκίνηση αλλά και την σεμνότητα του David Tsireka, ο οποίος παρόλη την επιτυχημένη εμπλοκή του σε εστιατόρια του Σίδνευ και του Μπρισμπέιν -όπως το Perama,  το Xanthi, το Nostimo και το εμβληματικό 1821- δεν μίλησε καθόλου για τον εαυτό του αλλά συνεχώς απότινε φόρο τιμής σε όλους όσους στάθηκαν πηγή έμπνευσης για τον ίδιο αλλά και πρεσβευτές της Ελληνικής κουζίνας σε όλα τα μήκη και πλάτη της μακρινής χώρας.

Και αυτή η Ελληνικότητα τιμήθηκε επαρκώς στα πιάτα του παρόλο που η ζυγαριά της ισορροπίας έγερνε περισσότερο προς τον γλυκερό εξωτισμό της Αυστραλίας παρά προς την δωρική λιτότητα της χώρας μας. Και αυτό γιατί φρόντιζε πάντα να υπάρχουν –και μάλιστα να κυριαρχούν- αρώματα και γεύσεις που φώναζαν Ελλάδα. Ναι, το Sticky Samos Tomatoes with cucumber mousse, feta marshmallows and olive powder μπορεί να ήταν έντονα γλυκό, όμως κανείς δεν θα πέρναγε για κάτι άλλο από μια χωριάτικη σαλάτα, ενώ το εμβληματικό του Pork belly baklava με την τέλεια ψημένη πέτσα στην κορυφή ήταν σε όλα …baklava!

Το Wild greens Pie with roti bread, horta ginger and oyster sauce κινήθηκε με πολύ περισσότερο σεβασμό απέναντι στην χορτόπιτα από όσο υποδηλώνει η χρήση των τελευταίων υλικών της περιγραφής, ενώ ακόμα και το εθνικό γλυκό της Αυστραλίας Lamington revani with Florina pepper ice cream ντύθηκε στα γαλανόλευκα λόγω της ισχυρής παρουσίας του παγωτού.

http___prod.static9.net.au___media_2016_08_26_10_56_David-Tsirekas
Πηγή: kitchen.nine.com.au

Προφανώς όσοι θα επιχειρούσαν να συγκρίνουν την κουζίνα του David Tsireka με αυτήν της γιαγιάς τους στο χωριό ή του αγαπημένου τους εστιατορίου Ελληνικής κουζίνας θα απογοητεύονταν. Όμως ο σεφ ούτε είναι Έλληνας με την …γραφειοκρατική έννοια του όρου, ούτε μαγειρεύει για Έλληνες. Όμως νοιώθει περισσότερο Έλληνας από πολλούς εγχώριους σεφ του μπαλσάμικου, του Black Angus και του yuzu και έτσι γίνεται ένας άξιος πρεσβευτής της χώρας μαγειρεύοντας με Ελληνική ψυχή και φιλότιμο. Και τώρα η λέξη χρησιμοποιείται περιγράφοντας μόνο το θετικό κομμάτι του (έτσι και αλλιώς ανακριβούς και αυθαίρετου) ορισμού της εισαγωγής…

 

Mr Pug: Pug, Coton de Tulear ή Ελληνικός Ποιμενικός;

mr pug1

Η αλήθεια είναι ότι δεν μου έχει δοθεί η ευκαιρία να έρθω σε όση επαφή θα ήθελα με την κουζίνα του Γιώργου Βενιέρη. Και όσες φορές το έπραξα έτυχε να μην “παίζει” στην δυνατή του έδρα, αυτήν της fusion, Thai, Asian ή όπως αλλιώς θέλετε πέστε την κουζίνας. Όταν όμως επισκέπτεσαι το Mr Pug, απλά σκέφτεσαι πόσο σοφός είναι ο λαός όταν λέει “κάλλιο αργά παρά ποτέ”!

Αν και σχετικά μικρό, το Αθηναϊκό αδελφάκι του πολυβραβευμένου Μυκονιάτικου Mr Pug και καλαίσθητο είναι και δεν κάνει εκπτώσεις σε όλα όσα υπηρετούν την ουσία (και όχι το glamour) της υψηλής γαστρονομίας. Η οποία στην προκειμένη περίπτωση δεν θα μπορούσε να εκφραστεί καλύτερα παρά με την δανειζόμενη από παλαιότερο βιβλίο του Ηλία Μαμαλάκη φράση “Ταϋλανδορουμελιώτικες φιλίες”!

Γιατί πώς να περιγράψεις καλύτερα πιάτα  που βάζουν για παράδειγμα  τα noodles και την πάστα chili πλάι στην γίδα, όπως πράττει το Mung Bean Noodles with Minced Goat ή το γαρνιρισμένο με Tempura Σταμναγκαθιού Duck Burger;

Όμως τα παραπάνω δεν φέρνουν την ίντριγκα μόνο στις σελίδες του καταλόγου αλλά και μέσα στο πιάτο, αφού συνήθως συνοδεύονται και από υπέροχο flavor, εξαιρετικές ισορροπίες και ωραία παιχνίδια υφής και αφής.

Η τελευταία μάλιστα είναι και από τα ισχυρά χαρτιά της κουζίνας του Βενιέρη αφού καταφέρνει να φέρνει το καυτερό και το πικάντικο με ακρίβεια …σταγόνας εκεί που πρέπει, με το τέλεια σιγοψημένο Pork Belly με Kimchi ή το φινετσάτο Cod με Green Curry να προσφέρουν αδιάψευστες αποδείξεις περί αυτού.

Ακόμα και όταν τα πράγματα δεν πάνε ιδανικά –όπως στο λίγο στεγνό Bao Bun με (παραψημένο) φουά γκρα ή στο αλμυρό και δύσκολο στο κόψιμο Nem Roll Pad Thai Prawn- το Mr. Pug δεν σταmατά να είναι fun, ενώ όταν το γκάζι κολλάει στο πάτωμα το αποτέλεσμα είναι παγκόσμιας κλάσης όπως το Pork Dumpling με Τζίντζερ και Black Garlic Mayo.

mr pug2

Δεν ξέρω αν ο λογαριασμός των 28€ ή η εκρηκτική Mango Brulee αφήνουν την γλυκύτερη ανάμνηση, όμως το Pug του Βενιέρη είναι τόσο εξωτικό όσο αναμένεται βάση της  Ασιατικής καταγωγής του, τόσο Γαλλικό όσο αποδεικνύει η φινετσάτη πολυπλοκότητά του και τόσο Ελληνικό όσο υπόσχεται η εκρηκτική πληθωρικότητα του. Ένα αξιολάτρευτο δηλαδή crossbreed σκυλάκι…

Mr. Pug: Νίκης 33 & Ναυάρχου Νικοδήμου 3, Πλάκα Αθήνα, 210 3311436.

 

 

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑