Αναζήτηση

simosgeorgopoulosblog

Πάθος για το κρασί, τον καφέ, τη γεύση και τα αποστάγματα

Κατηγορία

Γεύση/ Taste

Αλάτι, ο μακελάρης της (Αθηναϊκής) γαστρονομίας!/ Salt, the slaughterer of (Athenian) gastronomy!

Source: Thailand Medical News

For English text stroll down…

Η περίοδος πριν από το δεύτερο lock down με βρήκε να επισκέπτομαι πολλά εστιατόρια, τόσο της λεγόμενης υψηλής γαστρονομίας όσο και του πιο καθημερινού φαγητού· “άρα και με πληθώρα ύλης για κριτική εστιατορίων” θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς. Έλα όμως που λογαριάζει χωρίς τον ξενοδόχο που εδώ ακούει στο όνομα “αλάτι”, ένα δώρο της φύσης που μπορεί να προσδώσει ένταση και γεύση σε κάθε πιάτο αλλά και να αναδειχθεί στον χειρότερο σφαγέα  του καλού φαγητού.

Να ξεκαθαρίσω εξ αρχής ότι είμαι ένας άνθρωπος που αγαπά το αλάτι ενώ βρίσκομαι ακριβώς στην μέση της κλίμακας του μέτρου στην χρήσης του. Ένας άνθρωπος που το μισό του ντουλάπι είναι γεμάτο με αλίτες (halite) όλων των χρωμάτων και μεγεθών και ο οποίος θα προσθέσει μια τζούρα τους παντού, ακόμα και στα γλυκά! Και που βέβαια θα νοστιμίσει κάθε φαγητό προσθέτοντας περισσότερο ή λιγότερο ανάλογα με την αλμύρα που διαθέτουν τα ίδια τα υλικά της εκάστοτε συνταγής.

Φαίνεται όμως ότι η συντριπτική πλειοψηφία των σεφ όχι μόνον δεν έχει την δική μου αίσθηση του μέτρου αλλά σίγουρα διαθέτει και μετοχές στην εταιρία εκμετάλλευσης  Αφρίνας Μεσολογγίου ή στην Ιμαλάια Ροζ Αλάτι ΑΕ!! Γιατί δεν εξηγείται αλλιώς η πέρα από κάθε αίσθηση χρήση του αλατιού στα πιάτα, χρήση που πραγματικά καταστρέφει όλο τον κόπο και την δημιουργικότητα (όπου αυτή υπάρχει).

Και δεν μιλάμε για ένα απλό “τσίμπημα” της αλμύρας ώστε η γεύση να εναρμονιστεί με το εγχώριο γούστο αλλά για πιάτα που απλά δεν είναι βρώσιμα από κανέναν! Και τα παραδείγματα δυστυχώς δεν αφορούν μεμονωμένα περιστατικά,  μιας και σε κάποιες περιπτώσεις  εστιατορίων απαιτούνται πολλαπλές διαλογές –ανάλογες ενός τρύγου τα σταφύλια του οποίου προορίζονται για την παραγωγή ενός Sauternes ή ενός Beerenauslese!- προκειμένου να βρεθεί ένα πιάτο που να τρώγεται!

Μέχρι τώρα θεωρούσα ότι οι έτοιμοι, γεμάτοι συντηρητικά βιομηχανικοί ζωμοί που χρησιμοποιούνται στην πλειοψηφία της εστίασης ήταν οι βασικοί υπεύθυνοι για το “λύσσα” πολλών φαγητών. Εδώ έρχεται να προστεθεί –χωρίς βέβαια να αποτελεί δικαιολογία- και ο φόρτος εργασίας που καμιά φορά δεν επιτρέπει την δοκιμή  ή την σταδιακή προσθήκη. Ένας άλλος παράγοντας ανισορροπίας είναι και η θεώρηση ως δεδομένου, φυσικού και δικαιολογημένου από την μεριά των ανθρώπων της κουζίνας  ότι αφού ένα πιάτο έχει αλμυρά υλικά θα είναι αλμυρό! Δυστυχώς όμως φαίνεται ότι σε μεγάλη κρίση βρίσκεται και η γεύση τους, αφού ακόμα και σε από κοινού δοκιμή ενός πιάτου δεν συνειδητοποιούν καν την ύπαρξη του προβλήματος!

Φαντάζομαι ότι άπαντες θα έβρισκαν βαρετές κριτικές που συνεχώς θα καταβαράθρωναν εστιατόρια μόνο και μόνο επειδή τα μισά πιάτα τους ήταν τίγκα στο αλάτι. Όμως δυστυχώς εικόνα είναι άκρως ζοφερή, με ελάχιστα μέρη –προσωπικά έχω να αναφέρω μόνο το Herve, τον Πεζούλα και τον Κρητικό!- όπου η υπερβολική αλμύρα δεν κλέβει τις εντυπώσεις από την μαγειρική τέχνη αυτή κάθε αυτή.

Αν ελπίσουμε ότι το εγγύς μέλλον θα μας βρει με χαμηλά νούμερα στον κορωναϊό και με ακόμα χαμηλότερα στην αρτηριακή πίεση, γιατί αλλιώς  το άνοιγμα των εστιατορίων θα μας βρει και πάλι μέσα στο σπίτι να σιγοτραγουδάμε “εγώ δεν ήμουνα …αλίτης, αλίτη με έκανες εσύ”!


The pre-2nd lockdown period found me visiting a lot of restaurants, belonging to both fine and casual categories. “Plenty of material for reviews” someone would guess, though he or she don’t take into account the salt; a gift of nature that can impart flavor and intensity in every dish but also can turn into the biggest slaughterer of good food.

First of all I want to make clear that I am a person that adores salt, standing in the middle of its dosage gauge. A person that half his pantry is full of halite of all colors and sizes that are used to season every single dish – desserts included!- according to the saltiness of recipe’s ingredients.  

But it seems that the vast majority of chefs not only lacking my sense of salt moderation but possibly hold several shares in the Messolongi Fleur de Sel or in Himalaya Pink Salt companies! There is not other explanation for their obsession to over-salting, an obsession that results in the total destruction of gastronomic effort and creativity.

Some may think that I am talking about a small salty “bite”, but the problem is not of the “two pinches instead of one” type, but rather something likes a tsp in a small dish! Moreover, this nightmare is not of a “here and there” nature, but in some cases the client has to make multiple selections in order to find an edible dish, something that turns the lunch or dinner in a harvest of botrytized grapes intended for the production of Sauternes or Beerenauslese Riesling!

Up to now I believed that the ready- made, full of preservatives, industrial stocks that are used by the majority of foodservice is the main reason for this, but equally responsible is the workload of the restaurants that doesn’t permit –inexcusably- the tasting or/and the gradual addition of salt. Another factor of imbalance is the acceptance by the people in the cuisine of the fact that if a dish is containing salty ingredients its total saltiness is excused! Finally the taste of chefs seems to be in crisis too, as in some face to face tastings that I have with some of them,  they didn’t even detect that their “creations” had over-saltiness problems!

I assume most readers would find it boring to read countless reviews that shattering remarkable restaurants only because half of their dishes are over- salted. Even so, the whole picture is murky and the restaurants that salt is not an issue are measured in the fingers of one hand, my own experience limited only to Herve, Pezoulas and Kritikos.

Let’s hoping that the near future will find us with low numbers of Covid-19 patients and even lower ones in our blood pressure, otherwise the opening of the restaurants will be a good reason to continue our voluntary quarantine!

Herve, Lock down και Log in; / Herve, Lock down and Log in?

For English text stroll down…

Αν και την ώρα που θα διαβάζετε αυτές τις γραμμές τα εστιατόρια θα είναι κλειστά, εν τούτοις προσωπικά πιστεύω ότι μια τέτοια κριτική ποτέ δεν θα είναι  άχρηστη. Αφ’ ενός γιατί αργά ή γρήγορα θα ξανανοίξουν (οπότε οι ενδιαφερόμενοι καλό θα είναι να σπεύσουν να “προγραμματιστούν”) και αφ’ ετέρου γιατί σε κάθε περίπτωση καλό είναι να ονειρευόμαστε, έστω και αν μια επίσκεψη στο Herve δεν θα είναι για πολλούς εφικτή ούτε την μετά lock down εποχή!

Παρόλο που ο Herve Pronzato έλλειψε για λίγα χρόνια από την Ελληνική γαστρονομική σκηνή, οι Έλληνες foodies δύσκολα θα τον ξεχνούσαν μιας και η εγχώρια  θητεία του περιλαμβάνει εστιατόρια όπως η Σπονδή, το Ruby και το Squirrel.

Το τωρινό του εγχείρημα πάντως, που στεγάζεται στα Πετράλωνα και φέρει ως ονομασία το μικρό του όνομα, είναι ίσως και το πιο προσωπικό από όλα τα προηγούμενα. Βέβαια για να το διαπιστώσει κανείς αυτό θα πρέπει αρχικά να το βρει – εντοπίζοντας την υπέρ του δέοντος διακριτική είσοδό του- και να  παραγγείλει (χωρίς εναλλακτική επιλογή) το  προκαθορισμένο μενού 17 σταδίων, καθήμενος είτε στη μπάρα που περιβάλλει την κουζίνα είτε στην μικρή υπαίθρια αυλή του.

Κάποια από αυτά τα στάδια αποτελούνται από μιάμιση μπουκιά και κάποια άλλα από το διπλάσιο αυτού, με το μενού στο σύνολό του να είναι χορταστικότατο και απολαυστικότατο. Επιπρόσθετα, δίνει την δυνατότητα στον σεφ και την ικανότατη μπριγάδα του να ξεδιπλώσουν τόσο την άριστη τεχνική τους όσο και την πολύ-πολιτισμικότητα που απορρέει από τις εμπειρίες σε πολλές κουζίνες του κόσμου.

Φυσικά το αεροπλάνο που αναλαμβάνει αυτό το ταξίδι γράφει με μεγάλα γράμματα “Made in France”, ωστόσο περιλαμβάνει στάσεις από την Γαλλία και την Ελλάδα ως την Μέση και την Άπω Ανατολή· και ενδιαφέρουσες αντιστίξεις του ώριμου και του φρέσκου, του rustic και του αέρινου, της λιπαρότητας και της δροσιάς, του μαλακού και του τραγανού.

Φυσικά σε ένα δείπνο τόσων σταδίων θα υπάρχουν καλές και κακές στιγμές, με τις πρώτες να περιλαμβάνουν το εκπληκτικά  πολύπλοκο, εξωτικό Πράσο με Νόρι, την ιδιαίτερα λεπτοϋφασμένη Ταρταλέτα με Συκώτι Πάπιας, το τέλεια ισορροπημένο και τρυφερό Ορτύκι με Κολοκύθα και το εκρηκτικά δροσιστικό Ταρτάρ Μαγιάτικου ενώ οι δεύτερες το υπερβολικής ψαρίλας Macaroon Παντζαριού με Σκουμπρί και την παραφορτωμένη με βαριά Bisque Γαρίδα Κοιλάδας.

Τα 2 τελευταία ήταν και τα μόνα πιάτα που δεν έμπαιναν στην κατηγορία του “πραγματικά καλού” και πάνω, γεγονός που μαρτυρά το υψηλότατο επίπεδο αυτού του φιλόδοξου εγχειρήματος. Ενός εγχειρήματος μάλιστα το οποίο απέφυγε παραδειγματικά τον ύφαλο του υπερβολικού αλατιού, πάνω στον οποίο έχουν συντριβεί τα περισσότερα εστιατόρια που έχω επισκεφτεί τον τελευταίο καιρό (και το οποίο θα αποτελέσει αντικείμενο ξεχωριστού άρθρου).

Μια κριτική για ένα εστιατόριο του οποίου το μενού γευσιγνωσίας κοστίζει 75€ χωρίς το κρασί μπορεί για τους περισσότερους να φαντάζει σαν την κριτική μιας  ακριβής BMW, ενός αυτοκινήτου δηλαδή που πιθανότατα ποτέ δεν θα μπορέσουν να αγοράσουν! Επειδή όμως η πρόταση του Herve κοστίζει 75€ και όχι 75000€, αν πραγματικά αγαπάτε το καλό φαγητό θυσιάστε 2-3 εξόδους των 25€  (οι συνθήκες τώρα είναι ιδανικές για κάτι τέτοιο!) και ετοιμαστείτε. Γιατί ίσως το 2ο   lock down να σταθεί αφορμή για το  1ο log in στο fine dining!

Herve, Τριών Ιεραρχών 170, Πετράλωνα, 210 3471332.


By the time you are reading these lines the restaurants are locked-down, yet I believe that posts such as this one are never being useless. On the one hand because the food sector will sooner or later re-open and on the other hand because it is healthy to be able to dream, despite the fact that a visit to Herve restaurant won’t be feasible for most, even in the post lock-down era!  

Although Herve Pronzato was working abroad for some years, the Greek foodies never forgot him, as his domestic career involved highly praised restaurants like Spondi, Ruby and Squirrel.

However, his most recent attempt –housed at Petralona quarter and bearing his forename- seems to be the most “personal” of all. But first of all someone has to find this attempt- as the entrance is over- inconspicuous- in order to taste a fix menu consisting 17 stages, either sitting at the bar that surrounds the open kitchen or at the small outdoor yard.   

Some of these stages are 1 ½ bites while some others double that, but the menu as a whole is both filling and hearty.  Moreover it allows the chef and his brigade to unfold both the excellent technique and the multicultural character derived from his worldwide experiences.  Naturally the …aircraft for the  journey bears the “Made in France” label on the fuselage, yet it offers a lot of stopovers in places such as France, Greece, Middle and Far East;  and equally lot of taste counterpoints between maturation and youth , rusticity and finesse, fattiness  and re-freshness, softness and crunchiness.

A dinner of such scale unavoidably contains its highlights and let-downs, the astonishingly complicated, exotic Leek Nori, the finely -knitted Duck Liver Tartlets, the perfectly balanced (and cooked) Quail with Pumpkin and the explosively refreshing Amberjack Tartare belonging to the former and the unpleasantly “fishy” Beetroot Macaroon with Mackerel along with Prawn from Koilada (that is over-coated with heavy Bisque) to the latter.

These 2 last dishes are the only ones that failed to reach the “really good” category and this testifies the high level of this ambitious project. Moreover, this project is exemplary in the use of salt, its overdose being a reef on which most of the restaurants that I visited the previous months had crushed (a very serious issue that I will analyze in a future post).

A review of a restaurant with a menu degustation costing 75€ (without wine) initially seems as the review of an expensive BMW, a car that most of us will probably never afford! Yet Herve’s proposal costs 75€ and not 75000€, meaning that if you really love great food you can sacrify 2-3 dinners of 25€ (this is the perfect timing to do this!!) and get ready. Because the 2nd lock- down may become the occasion for a 1st “log in” in fine dining!

Herve, Trion Ierarhon 170 Str, Petralona, Athens, 210 3471332.

Φίτα, ένα άλλο σύμπαν…/ Fita, just another universe…

 

For English text stroll down…

Όλοι οι συνάδελφοί μου το αποθεώνουν, όλοι οι θαμώνες περνάνε θαυμάσια και εγώ είμαι εδώ και πάλι σκεπτόμενος ότι όχι μόνο ανήκω σε άλλο σύμπαν αλλά και ότι το δικό μου δεν πρόκειται ποτέ να συναντηθεί με αυτό του Φίτα! Σίγουρα υπάρχουν τόνοι αλατιού ανάμεσα στα δύο σύμπαντα , υπολείμματα αστρικής σκόνης από την σύγκρουσή με την Ταραμοσαλάτα, την Ρεβυθάδα και το Θράψαλο με την Κινόα. Αμφότεροι μετεωρίτες που δεν ξέρω τι ζημιά θα μπορούσαν να προκαλέσουν στους υποφέροντας από πίεση, όμως ξέρω ότι σε μένα προκάλεσαν έντονη γαστρονομική αποστροφή.

Πάντως, φαίνεται ότι όλοι οι υπόλοιποι πελάτες που είχαν γεμίσει το διόλου μικρό χώρο του δημιουργήματος των Φώτη Φωτεινόγλου και Θοδωρή Κασσαβέτη –που βρίσκεται ανάμεσα στις προσφυγικές κατοικίες των Αρμένικων- μάλλον έπασχαν από υπόταση! Ίσως βέβαια η απογευματινή μου έντονη, σωματική άσκηση θα μπορούσε να με αναγκάσει να συμπορευθώ μαζί τους και να συγχωρέσω την  υπερβολική αλμύρα αν το φαγητό ήταν κατά τα άλλα καλό, όμως δυστυχώς το αλάτι ήταν μάλλον αντιστρόφως ανάλογο της νοστιμιάς.

Έτσι, η τελευταία ήταν παντελώς  απούσα στα Μπιφτεκάκια και το προαναφερθέν μαλάκιο και μερικώς στα Φασόλια με το Ξινοτύρι, το οποίο πάντως μαζί με την (υπέρ του δέοντος σκορδάτη) Μελιτζανοσαλάτα ήταν συγκριτικά τα καλύτερα πιάτα του δείπνου. Ενός δείπνου που είχε επιμεληθεί ο Μέρφυ και ο νόμος του, αφού τα αρνάκια, τα πρόβατα, τα ζυγούρια και τα υπόλοιπα ζώα που θα έκαναν την καρδιά ενός κρεατοφάγου να ανεβάσει σφυγμούς ακόμα έβοσκαν στα ορεινά, αφήνοντας στην κουζίνα του Φίτα την ανούσια (και παρούσα σε κάθε ταβέρνα της επικράτειας) τριπλέτα   Κεφτεδάκια-Χοιρινή- Σπαλομπριζόλα.

Την κατάσταση  φρόντισαν τουλάχιστον να διασκεδάσουν τα άψογα σερβιρισμένα  κρασιά από την μικρή αλλά πολύ καλά τιμολογημένη λίστα, από την οποία πάντως ήταν διαθέσιμη μόνο μια από όλες τις ερυθρές ετικέτες της! Φαντάζομαι ότι για να συμβεί κάτι τέτοιο –και με δεδομένο ότι κάποια τραπέζια είχαν επιλέξει χύμα – η κάβα του Φίτα δεν θα πρέπει να διέθετε πάνω από 1 φιάλη ανά κωδικό στην αρχή της βραδιάς… Η οποία πάντως έκλεισε γλυκά, μιας και όλα τα επιδόρπια ήταν σε τελείως άλλο επίπεδο από τα υπόλοιπα πιάτα του καταλόγου.

Μετά από τις Σεϋχέλλες της πλατείας Αυδή o Φώτης Φωτεινόγλου μου προσέφερε άλλο ένα μετριότατο φαγητό, αυτή τη φορά στο Φίτα του Νέου Κόσμου. Αλλά και ένα ακόμα μάθημα με θέμα “η συνταγή της επιτυχίας και πόσο μακριά μπορεί να βρίσκεται ένας ρεστο-κριτικός από τους  αναγνώστες του”. Ένα σεμινάριο που εξηγεί με ακρίβεια γιατί  ο υποφαινόμενος διαθέτει τόσο λίγους  από τους τελευταίους!

Φίτα, Ντρουμ 1, Νέος Κόσμος, 2114148624.

 


My fellow food critics write rave reviews, the customers have a wonderful time and I am standing alone mulling not only that I am belonging  to another universe but also that mine will never collide with that of Fita! You see, there are tonnes of salt between the two universes, a stardust residue of the collision with Taramosalata, Chick and Broadtail Squid with Quinoa.

I don’t know about the consequences of a collision of these meteorites with people suffering from hypertension but I do know that the collision with me resulted in a severe culinary revulsion. However, it seems that the clients that are filling the fairly big area of Fotis Fotinoglou and Thodoros Kassavetis project –located near the refugee buildings of Armenika – must have hypotension! The intensity of my afternoon training was so high that could have forced me to joint hands with them and to forgive the excessive saltiness if the food was good in any other aspect; but unfortunately the tastiness is inversely proportional to the quantity of salt.

Some examples for the lack of flavor are the Meat Balls, the previously mentioned Squid and the Baked Beans with Sour Cheese, although the last dish is – alongside the (garlic dominated) Eggplant Salad- among the best of the dinner. A dinner that must  have been arranged by the Murphy and his Law, as the lamps, the sheep, the goats and all the other animals that raising the pulse of a meat lover were obviously still grazing high up in the mountains, leaving the popular but  uninspiring trio of Meat Balls-Pork Steak- Chuck Eye Steak  back in Fita’s “pen”.

The situation at least was comforted by the nicely served wines from the small but interesting and reasonably priced list, despite the fact that only one of the red wines included was available! I assume that the cellar of Fita was containing just 1 bottle from each label at the beginning of the serving, taking into considerations that some of the tables had chosen the bulk option. The moment of the dessert is usually the least sweet one in a restaurant, but this is not the case here as all the offerings of Fita was in a complete different level in comparison with the other dishes of the catalog.

After the Seychelles project of Advi Square, Fotis Fotinoglou offered me another mediocre experience, this time in Neos Kosmos’s Fita.  But at the same time he offered me another free seminar about “the recipe for success and the distance between a resto-critic and his readers”. A seminar that explains perfectly why I have so few of them!

Fita, 1  Droum Str, Neos Kosmos, Athens, 2114148624.

 

Nestle Aloma Strawberry Cheesecake, η “παγωμένη” βιομηχανοποίηση στα καλύτερά της! / Nestle Aloma Strawberry Cheesecake, “iced” industrialization at its best!

 

 

 

 

For English text stroll down…

Σχεδόν ποτέ δεν συνηθίζω να γράφω κριτικές για εγχώρια γαστρονομικά προϊόντα, αφ’ ενός γιατί σπάνια τα χρησιμοποιώ και αφ’ ετέρου γιατί (μετά από 20 χρόνια κριτικής γεύσης) ποτέ δεν είμαι σίγουρος για την ποιοτική τους συνέπεια. Πολλώ δε μάλλον όταν τα παραπάνω αφορούν σε παγωτό, ένα αγαπημένο είδος το οποίο τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα (και σε όλες του τις παραλλαγές ως προς το αυγό και το γάλα) παρασκευάζω στην παγωτομηχανή του  σπιτιού μου.

Ως εκ τούτου ίσως και να είμαι σε θέση να εκτιμήσω τις προτάσεις της αγοράς, προτάσεις που στην συντριπτική τους πλειοψηφία ουδεμία σχέση έχουν με παγωτό ενώ παράλληλα είναι και τρομακτικά υπερτιμημένες. Και φυσικά πρώτα από όλα αναφέρομαι στα υποτιθέμενα “ home made παγωτά ημέρας με αγνά υλικά” , που εκτός απειροελάχιστων εξαιρέσεων αποτελούν την  ύψιστη απάτη της παγκόσμιας ζαχαροπλαστικής.

Προφανώς για τα τυποποιημένα, βιομηχανικά παγωτά ούτε λόγος, μιας και εδώ ακόμα και η θεωρία πάει περίπατο! Έλα όμως που ακόμα και σε αυτήν την γαστρονομική έρημο μπορεί κανείς να βρει διαμαντάκια σαν το Strawberry Cheesecake, μια πρόταση από την σειρά Aloma της Nestle.

Το άνοιγμα του καπακιού αποκαλύπτει ένα καφέ-άσπρο καρό διακοσμημένο με τραγανούς ξηρούς καρπούς και μια μετρημένη δόση κόκκινου σιροπιού. Προφανώς τα δύο πρώτα στοιχεία του κάθε προαναφερθέντος ζευγαριού αναλαμβάνουν το ρόλο του μπισκότου ενώ τα δύο τελευταία αυτόν της κρέμας. Το ευτύχημα είναι ότι αμφότερα το πράττουν εξαιρετικά, αποφεύγοντας τους σκοπέλους στους οποίους συντρίβονται τα περισσότερα τυποποιημένα παγωτά. Έτσι το Strawberry Cheesecake δεν είναι ούτε άνοστο, ούτε λιπαρό αλλά ούτε και υπερβολικά γλυκό, διαθέτοντας επιπλέον άψογες ισορροπίες αλλά και αυτή την αδιόρατη ξινή αίσθηση που η sour cream οφείλει να δίνει σε κάθε επιδόρπιο που φιλοδοξεί να αποκαλέσει εαυτόν cheesecake.

Στα συν αυτού του παγωτού είναι και η απόλυτη γευστική του σταθερότητα, στοιχείο που μπορώ να επιβεβαιώσω μετά από πολλές δεκάδες “επαναξιολογήσεις” τα τελευταία 2 χρόνια. Εννοείται βέβαια ότι λόγω της …βιομηχανικής, μαζικής του φύσης δεν θα σταθεί αφορμή για να ξεκινήσουν συζητήσεις περί του αν το γάλα προέρχεται από αγελάδες Guernsey Cattle ή Pie Rouge des Plains, ωστόσο είναι ικανό να δείξει την πλάτη του στις περισσότερες από τις υπερεκτιμημένες και υπερτιμημένες εισαγόμενες και μη προτάσεις που γεμίζουν τα ψυγεία του λιανεμπορίου. Θα μπορούσα μάλιστα να κλείσω την κριτική μου με την φράση “κερασάκι στην τούρτα αποτελεί η εξαιρετική τιμή του”, όμως δυστυχώς το κεράσι δεν έχει θέση σε κανένα καλό Strawberry Cheesecake. Έστω και αν αυτό είναι παγωτό!


Usually I don’t write reviews of inland ready –made gastronomic products, not only because  I rarely use them but also because (after 20 years of food critic) I am not at all confident about their quality consistency. Things become even more complicated when I am standing in front of an ice cream, a beloved product that at least twice a week I churn in my own ice cream machine, testing every imaginable combination of eggs, milks, cream and other ingredients.

So I consider myself fairly capable of judging the market’s offerings, finding the vast majority of them not only terribly overestimated and overpriced but also don’t having the slightest relation with the real thing! On the top of this melting iceberg are the so called “daily-fresh, home made ice cream with top quality milk”, a category that usually represents the biggest fraud in global pastry making.

Having said that, it is becoming clear that the industrial, mass market products are not (by default) even been able of entering the world of real ice cream. Yet you can always find a diamond in the dessert, and such a case is the Strawberry Cheesecake from Nestle’s Aloma collection.

The opening of the cover reveals a brown- white check diamond decorated with crunchy dried nuts and a light dose of strawberry syrup. Obviously the first members of each pair are taking the role of the biscuit base while the last that of the cream, in  a creation that is avoiding the reefs most ice creams collided on. Thus   Strawberry Cheesecake is neither tasteless nor overly sweet or fatty, but on the contrary perfectly balanced and loaded with the slight sense of sourness that sour cream should imparts in every dessert that aspires to be called cheesecake.

Another virtue of this ice cream is the total lack of taste inconsistency, something that I can confirm after many dozens of …revaluations during the last 2 years! Of course its industrial, mass market nature will not spark much debate as to weather it made of milk from Guernsey Cattle or  Pie Rouge des Plains cows, but nevertheless this Aloma shows its back to the majority of highly touted and prized offerings from both domestic and imported competition found in retailing fridges. Here I could close this article using the phrase “the icing on the case is its modest price” but icing has not place in any good Strawberry Cheesecake. Even if this Cheesecake is an ice cream!

 

Indian Chef: Μείνετε στο σπίτι!/ Indian Chef: Stay at home!

For English text stroll down…

Ομολογώ ότι δεν είμαι ειδικός στην ινδική κουζίνα, ωστόσο σπανίως έχω φάει κακά σε κάποιο εστιατόριο. Ίσως βέβαια αυτό οφείλεται και στην σχετική ομοιομορφία των εν Ελλάδι εκπροσώπων, γεγονός που σημαίνει ότι αν σου αρέσει ένα σου αρέσουν όλα.

Αυτό πάντως δεν σημαίνει ότι βάζω όλα τα Ινδικά στο ίδιο …Tandoori, καταφέρνοντας –αν και αδαής – να εκτιμήσω την διαφορετικότητα των γεύσεων που προσφέρει το κορυφαίο κατά τη γνώμη μου  πειραιώτικο Kebab & Curry, την υπέροχη αυθεντικότητα του φαινομενικά τουριστικού Indian Haveli ή την απλώς ΟΚ αίσθηση που αφήνει το πολυδιαφημισμένο αλλά κατά πολύ υποδεέστερο Namaste.

Ως εκ τούτου ίσως κάποιος να υπέθετε ότι θα βρισκόμουνα καθισμένος στην σάλα του Indian Chef –που έχει υιοθετήσει μια σχετικά μοντέρνα οπτική που ξεφεύγει από το συνηθισμένο φολκλόρ του είδους- με σχετική αδιαφορία. Όμως η έκτη αίσθηση του κριτικού εστιατορίων, που επί 20 χρόνια σμιλεύεται με όλων ειδών και ποιοτήτων  φαγητού, μέσα μου μού έλεγε ότι δεν θα φάω καλά.

Δεν ξέρω τον λόγο αλλά το εντυπωσιακό ινδικό της Συγγρού –το οποίο πάντως στις φωτογραφίες δείχνει πολύ καλύτερο από ότι στην πραγματικότητα – μου απέπνεε μια τουριστική αίσθηση, αίσθηση που ενισχυόταν και από τις ορδές των τουριστών που συχνά –πυκνά έβλεπα περνώντας απ’ έξω.

Όμως σε καμία περίπτωση δεν περίμενα ότι το φαγητό θα ήταν τόσο κακό ώστε να μην σηκώνει πραγματική ανάλυση. Ίσως μόνο η ανάγκη για την στοιχειοθέτηση αυτής της άποψης να απαιτεί να επαναφέρω στην μνήμη 2-3 πιάτα από μια εμπειρία την οποία πάσχισα το συντομότερο δυνατό να ξεχάσω.

Όπως για παράδειγμα το Tandoori Mixed Platter, ένα ρεσιτάλ κρεάτων πιο στεγνών και από παγούρι περιπλανώμενου για μια εβδομάδα στην έρημο! Η το Αρνί Mandras, το οποίο προσπαθούσε να κρύψει κάτω από τόνους καυτερών μπαχαρικών το σκληρό, γεμάτο ίνες κρέας. Εξίσου απογοητευτικό το Ρύζι Pulau, μίζερο οπτικά και άνοστο γευστικά.  Όσο για τις συνήθως λαχταριστές πίτες Naan, θα παραδώσω την σκυτάλη των σχολίων στον φίλο μου Κώστα, επί δεκαετίες γευσιγνωστικό συνοδοιπόρο και υπεύθυνο χιούμορ του τραπεζιού: “Δεν ξέρω για αστέρι Michelin, αλλά για λάστιχο Michelin θα έκαναν σίγουρα!”

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, το Indian Chef κατάφερε να αποτύχει και στο σέρβις, έναν τομέα στον οποίο κανένα Ινδικό δεν πέφτει κάτω από το 10/10! Βέβαια εδώ το προσωπικό δεν ήταν εξ Ινδίας, και παρόλη την άνεση που προσέφερε ένα σχεδόν άδειο μαγαζί κατάφερε να είναι και αναποτελεσματικό και κακοδιάθετο. Έτσι χρειάστηκαν μόλις  45΄ λεπτά (ρεκόρ το οποίο είχε σπάσει μόνο στα χρόνια των πολλαπλών ανά βραδιά επισκέψεων σε εστιατόρια την εποχή των βραβείων E Gourmet) για να  αναχωρήσουμε εκτάκτως και να απαλλαγούμε από την δική μας αυτή τη φορά κακή διάθεση με την βοήθεια ενός Gewurztraminer του μεγάλου Zind Humbrecht στο κοντινό,  υπέροχο Materia Prima!

Φυσικά η έλευση του κορονοϊού καθιστά μια τέτοια κριτική άνευ σημασίας. Όμως όλη αυτή η μπόρα κάποια στιγμή θα περάσει, και τότε ίσως κάποιοι μπoυν στον πειρασμό να επιβεβαιώσουν ή όχι τα παραπάνω. Πριν το πράξουν όμως ας αναλογιστούν ότι το “δεν μένουμε σπίτι” τελικά αποδεικνύεται πολύτιμο για να σπαταλιέται σε κακό ινδικό φαγητό!

Indian Chef, Λεωφ. Αντρέα Συγγρού 55, Αθήνα, 210 9236336.


I have to admit that I am not an expert in Indian cuisine however I don’t remember a previous bad experience. I assume that this is due to the relative uniformity of taste the Greece’s representatives offering, an assumption that leads to an “if you like one you like them all” situation.

Yet the above doesn’t mean that I place all Indian restaurants in the same …Tandoori, being able –despite my ignorance- to appreciate (for example) the diversity of taste in my beloved Piraeus- located Cebab & Curry, the authenticity of the seemingly touristic Indian Haveli or the «just OK» feeling of the much-discussed but also much- inferior Namaste.

Hence, someone may be justifiably assumed that I would have found myself sitting uninterested in Indian Chef, a comparatively new restaurant that opted for a modern decoration, contrasting to the typical, folklore one. But the sixth sense that having evolved through 20 years of food critic was telling me that the night would not follow the soothing  Indian routine.

I don’t know the reason, but the impressive restaurant of Syngrou Ave. –that (by the way) looks much better in photos than in reality- exudes a cheap feel, an impression enhanced by the hordes of tourists I frequently see as a passer by.

Despite all these I didn’t give the slightest chance to eat so badly. Actually the whole dinner was beyond analysis the only reason to bring back in memory 2-3 dishes is to make a case for an experience I tried to forget as soon as possible.

Take for example the Tandoori Mixed Platter, a recital of overcooking that presented meats even drier that the flask of a dessert wanderer!  Or the Mandras Lamb  that desperately tried to cover the chewy and full of fibers meat under tonnes of spiciness. The Pulau Rice -miserable in appearence and completely tasteless- is equally frustrating.  As for the (usually yummy) Naan bread, I’d rather leave the comments to my friend Kostas –serving for years both as a taste companion and table’s humor manager: “I doubt about their worth for a Michelin Star   but I am sure about their virtues for a Michelin track tire!”

Moreover, Indian Chef also fails the service, a very strong aspect of every single Indian restaurant, the stuff –I have to point out that (obviously!) was not from India- managed to be both ineffective and grumpy despite the fact that there is not any load of work. So it took us just 45΄ minutes (a record broken only during my service as member of jury for E Gourmet Award, period in which I had to visit 2-3 restaurants per night!) to depart urgently and to get rid of our own grumpiness with the help of a top notch Gewurztraminer from the great Zind Humbrecht in the neighboring, wonderful Materia Prima wine bar!

I fully understand that the attack of the Covid-19 makes this review mistimed and useless, but when this nightmare wii end, some foodies might be tempted to have a first hand idea of the above.  The only thing I want to tell them is that in our days the “don’t stay at home” suggestion actually  proved very valuable to be spent in bad Indian food!

Indian Chef, 55 Andrea Syngrou Ave. , Athens, 0030 210 9236336.

 

 

Blends, ένα εξαιρετικό blend all -day ευχαρίστησης./ Blends, a perfect blend of all -day pleasure.

 

For English text stroll down…

Το Blends κατ’ αρχήν είναι ένα εντυπωσιακό, τεράστιο all -day cafe restaurant. Βέβαια η δική μου περιγραφή είναι πολύ πιο άστοχη σε σχέση με το όνομά του. Και αυτό γιατί παραβλέπει το ποιοτικό στοιχείο που είναι παρών σε όλα τα επιμέρους «τμήματα» που το συνθέτουν, από την εξαιρετική μπάρα ως το ψαγμένο καφέ και το cigar room. Ως εκ τούτου το Blends είναι αυτό που υπονοεί το όνομά του, δηλαδή μια ανάμειξη εξαιρετικών επιμέρους …shops in shop, κάθε ένα εκ των οποίων θα μπορούσε να σταθεί με αξιώσεις απέναντι σε πολύ υψηλό ανταγωνισμό.

Το εστιατόριο του Blends δεν θα μπορούσε να αποτελεί παραφωνία έστω και αν μέσα σε αυτό το ”τοπίο” δεν κάνει σαφή την παρουσία του, ασάφεια την οποία ενισχύει η δυνατότητα να καθίσεις και να σερβιριστείς σε όποια γωνιά του μαγαζιού επιθυμείς. Αν όμως επιλέξεις το ….λογικό location δεν μπορεί παρά να εκπλαγείς από την εντυπωσιακή κάβα που περιλαμβάνει φιάλες που θα έφερναν σε αμηχανία ακόμα και αστεράτα εστιατόρια. Βέβαια ο σεβασμός απέναντι στο κρασί δεν εξαντλείται εδώ αλλά ενισχύεται και με food & wine dinner αφιερωμένα σε Έλληνες παραγωγούς, που από προσωπική εμπειρία είναι καθ’ όλα (των συνδυασμών συμπεριλαμβανομένων) άψογα.

Ομολογώ ότι η αίσθηση του καταλόγου αρχικά και ήταν λίγο μπερδεμένη και δεν προκαλούσε ιδιαίτερα με την περιγραφή των πιάτων, μιας και η δομή του εξυπηρετεί μια all day λογική. Όμως όταν τα πιάτα άρχισαν να καταφθάνουν οι εκπλήξεις διαδέχονταν η μια την άλλη. Βέβαια για τα πάντα υπάρχει μια εξήγηση και εδώ αυτή βρίσκεται στο πρόσωπο που ηγείται της κουζίνας.

Ο Κώστας Λώλας είναι ένας γνώριμος σε μένα σεφ από την συνεργασία του με τον Απόστολο Τραστέλη της Σπονδής και το πέρασμα των ετών διόλου δεν μείωσε την ικανότητά του να βγάζει νόστιμα και καλομαγειρεμένα πιάτα. Πιάτα που ακόμα και μες στην απλότητα που επιβάλλει η περίσταση προδίδουν την κλάση του με την αρτιότητα αλλά και το φίνο άγγιγμά τους.

Ίσως να έχετε φάει και άλλους ωραίους Τόνους Ταρτάρ, όμως σίγουρα δεν έχετε βρεθεί μπροστά σε τόσο αέρινα τηγανισμένα και ισορροπημένα στο αλλαντικό Παστουρμαδοπιτάκια η σε μια πεντανόστιμη Σαλάτα Nicoise που ενώ τρομάζει με την ποσότητά της σε κάνει να επαναπροσδιορίσεις την χωρητικότητα του στομαχιού σου με το παιχνίδι υφών και γεύσεων.

Αν και δεν έχω ακόμα εξερευνήσει το κεφάλαιο «σιτεμένες μοσχαρίσιες κοπές», τα κρέατα φαίνεται ότι είναι από τα πολύ δυνατά χαρτιά του Blends, μιας και τόσο το εκπληκτικού μελώματος Μίνι Κότσι όσο και τα Short Ribs με τον πουρέ- σκέτο βελούδο θέτουν υψηλότατα τον πήχη της τρυφεράδας και της νοστιμιάς.

Και αν φαντάζεστε ότι τα επιδόρπια θα αμαυρώσουν- όπως συμβαίνει συνήθως – την τελική εντύπωση,  μάλλον θα μείνετε με το στόμα ανοιχτό μπροστά στη Σφαίρα Πάβλοβας με Λευκή Σοκολάτα και Παγωτό Βιολέτας!

Δεν είμαι σίγουρος ότι ο all day χαρακτήρας του θα έφερνε το Blends σε μια λίστα με προς επίσκεψη εστιατόριων, ούτε αν ο εν λόγω πανέμορφος χώρος θα ικανοποιούσε τις hard- core απαιτήσεις ενός παραδοσιακού  foodie. Είμαι όμως βέβαιος ότι μέσα στο πιάτο, το Blends είναι ένα από τα καλύτερα εστιατόρια των νοτίων προαστίων και ότι η   κουζίνα του προσφέρει ένα εξαιρετικό blend  ραφιναρίσματος και νοστιμιάς.

Blends, Φοίβης 19, Γλυφάδα, 211 1821711.


Blends is a huge, impressive all -day cafe restaurant. Actually, my description is less accurate than the one given by its name, because it doesn’t take into account the “quality factor” that is evident in every single section of Blends, from the impressive spirits bar to the coffee corner and cigar room.

Considering the above, Blends is exactly what its name implies; a blend of several specialized …shops in shop, each one capable to compete in its own field against the very best of the competition.

The restaurant of Blends is no exception despite the fact that in this environment it doesn’t notice its presence, this impression being reinforced with the fact that you can seat and eat everywhere you choose. But if your choice will be the logic one, you will certainly be impressed by the  visible  wine cellar that containing wines capable of put into shame a lot of Michelin- starred restaurants. Moreover, the respect about wine is not limited to a good wine list but expands -among others – to very successful food and wine dinners.

Having the duty to follow the all -day purposes I have to admit that the menu card was a little bit confusing and uninspiring. But when the dishes were coming one by one, the surprising factor was increasingly raising.

Of course everything is explainable and in this case the credits go to the person that leads the kitchen, as Kostas Lolas is a well- known chef to me for his cooperation with Apostolos Trastelis of Spondi restaurant fame. His ability to offer well prepared and tasty dishes is many times proven, and has not diminished at all over the years. Of course the Blends’ concept imposes a certain degree of gastronomic simplicity; however Lolas’ class and fine touch are hard to be hidden.

I suppose that you have tasted a handful of Tuna Tartar as good as Blends’ but it is very unlikely to have the experience of such a airy- fried and perfectly balanced Pastourma Pies; or of a delicious Nicoise Salad that despite its frightening quantity obliges you to expand your stomach capacity because of the heaps of textures and tastes.

Although I haven’t gone in the chapter “Veal Prime Cuts” yet, meat seems to be one of Blends strongest cards as both the perfectly mellowed “mini” Pork Chunk and the Short Ribs served with a velvety truffle- puree raise very high the bar of tenderness and tastiness.

Usually the desserts are tarnishing the shine of even the best restaurants, but offerings as the White Chocolate’s Pavlova Sphere with Violet Ice Cream are proving that Blends definitely is not the case!

I am sure that this impressive place will have a lot of chances to become an inclusion in a “restaurants to visit” list of a hard –cored foodie because of its all-day and somewhat unfocused direction.  But I have no doubt that inside the plate Blends is one of the best restaurants of Athens’s southern suburbs, its cuisine offering a wonderful blend of refinement and savor.

Blends, 19 Foivis Str, Glyfada Athens, 211 1821711.

 

Πεζούλας: Κορυφαία προσιτή ψαροφαγία στα …πεδινά του ΚΠΣΝ!/ Pezoulas: Top affordable seafood in the … lowlands of SNFCC!

 

photo: Popi Wallick

For English text stroll down…

Φαντάζομαι ότι τα πρώτα ονόματα που θα έρχονταν ως απάντηση στο μυαλό όσων με παρακολουθούν στο ερώτημα “για ποιο εστιατόριο έχω γράψει περισσότερες φορές;” θα ήταν κάποιο από τα πολυαγαπημένα μου Κρητικός, Παπαϊωάννου, Σπονδή, Θάμα ή Γιουβετσάκια. Όμως η απάντηση είναι άλλη και  ακούει στο όνομα “Πεζούλας” .

Και αυτό δεν οφείλεται τόσο στην ιστορία του –που είναι τόσο μεγάλη ώστε να αρκούσε ακόμα και μια ανά 10ετία αναφορά για να καταλάβει αυτή τη θέση!- όσο στην γαστρονομική σοφία που χαρακτήριζε την “ταπεινή” του κουζίνα, μια κουζίνα που είχα πολλές φορές είχα την ευκαιρία να εξυμνήσω στο παρελθόν. Γιατί ταπεινή ήταν η κουζίνα του Λυμπέρη πεζούλα στις Τζιτζιφιές (και νυν …παρυφές του ΚΠΙΣΝ!), με τα εξαιρετικά τηγανισμένα μπαρμπουνάκια του, την ξακουστή ψαρόσουπα, τα υπέροχα μύδια και όλα όσα βρίσκει κανείς σε μια “μη chi chi” ψαροταβέρνα..

Όμως η ανάληψη των ηνίων από την νέα γενιά και τον Παναγιώτη –πάντα βέβαια υπό το άγρυπνο βλέμμα του Λυμπέρη!- μπορεί να άλλαξε λίγο την φυσιογνωμία, αλλά όχι  την αίσθηση της ισορροπίας και του μέτρου που με πρώτο-γοήτευσε στις αρχές του ΄00. Βέβαια είχα σχεδόν μια 8ετία να καθίσω στην ζεστή αυλή του, οπότε σήμερα στον κατάλογο βρήκα ψάρι ημέρας σεβίτσε, ναπολεόν πέστροφας με πλιγούρι, χταπόδι με μαυρομάτικα και άλλες τέτοιες προτάσεις, που έχουν  υιοθετήσει μια κατεύθυνση νέο-ψαροφαγίας. Παρόλη την θαλασσινή καταιγίδα όμως, δεν έχει απολέσει διόλου την μοναδική του ικανότητα να ισορροπεί, να γεμίζει φρεσκάδα τον ουρανίσκο και να δρέπει δάφνες γαστρονομικής λεπτότητας.

Κυρίαρχη θέση στα όπλα του –εκτός βέβαια από την καλή πρώτη ύλη και τους εξαιρετικούς χρόνους μαγειρέματος- είναι η εκτεταμένη χρήση των μυρωδικών και των πράσινων λαχανικών που “κάνουν όλο το παιχνίδι”. Και σε  υποχρεώνουν  να αναρωτηθείς  γιατί κάτι τόσο απλό συναντάται τόσο σπάνια στην εφαρμογή, με τα εν λόγω πολύτιμα υλικά είτε να περιορίζονται σε ρόλο χρωματικού ντεκόρ είτε η χρήση  τους να είναι τόσο φειδωλή που να κάνει αισθητή την παρουσία τους μόνο στις περιγραφές του καταλόγου αλλά όχι και στην γεύση των πιάτων.

Προφανώς ο κατάλογός του θα μπορούσε να απαντηθεί οπουδήποτε, από μια “δήθεν”, “κατεψυγμένη” ψαροταβέρνα μέχρι ένα grande table, με τον Πεζούλα να βρίσκεται κάπου ανάμεσα δανειζόμενο από την πρώτη όχι φυσικά το κατεψυγμένο ή το δήθεν αλλά μόνο το ψαροταβέρνα. Από την άλλη αν και το περιβάλλον, το setting και η λίστα κρασιού δεν θα μπορούσαν να εκπληρώσουν τις απαιτήσεις ενός καλού εστιατορίου, δανείζεται από αυτό την εκλέπτυνση και το ραφινάρισμα των γεύσεων.

Συνεπώς ο Πεζούλας είναι μια ταπεινή, φιλόξενη και προσιτή ψαροταβέρνα με σοφές πινελιές δημιουργικότητας, “ψαξίματος” και haut cuisine πολυπλοκότητας. Αρετές αρκετές για να τον καταστήσουν το κορυφαίο ίσως οικονομικό ψαρομάγαζο σε όλη την Αθήνα!

 Πεζούλας, Πεισιστράτου 11, Τζιτζιφιές, 210 9422684.


I assume that my readers will answer the question “which is the restaurant that I have more frequently written about?” by choosing among the beloved Kritikos, Papaioannou, Spondi, Thama or Giouvetsakia. But the truth is that in first place comes Pezoulas· and this is not only due to the 68 years history of this fish tavern-that means that just one article per decade would be enough for such record!-  but also because of the gastronomic wisdom that is embodied in its cuisine.

photo: Popi Wallick

There was a humble feeling at the dishes that Liberis Pezoulas prepared in his tavern located in Tzitzifies (or presently at the …foothills of SNFCC!), and perfect examples of this modesty was the fried red mullets, the famous fish soup, the steamed mussels and all these things that are unlikely to be found  in a “chi-chi” fish restaurant.

But with his son Panagiotis taking over the  helm –supervised of course by Liberis!- the style has changed, yet the sense of balance and restrain that teased me in the beginning of the ΄00’s is more present than ever.

I had more than 8 years to sit in its small, cozy yard so Ι realized that the current catalog includes fish ceviche, octopus with black-eye beans, smoked trout with pligouri (groats) and other offerings that are following a more creative, “modern-seafood” direction.  However this …sea storm never makes the boat loses the balance, the freshness on the palate and the gastronomic finesse.

The main way to achieve the above –except for the very good ingredients and the correct cooking times- is the extensive use of aromatic herbs and greens.   Their ability to boost the lightness and flavor so effortlessly makes one wonder why the chefs use them only as a color garnish or so sparingly that you can find them in the descriptions but not in the dishes themselves!

Obviously that style of menu can be found everywhere, from a pretentious, “full-frozen” fish tavern to a grande table. Pezoulas is sitting somewhere in the middle, borrowing from the former only the term fish tavern and from the latter the refinement of taste.

Although the environment, the art de la table and the wine list are tidy, they are not up to the level of a good restaurant. So Pezoulas may be just a humble, cozy and affordable fish tavern, but it offers perfect doses of creativity, gastronomic mentality and haut cuisine complexity. Virtues capable of making it (probably) the best “low to medium price” recommendation for seafood, in the whole Athens!

Pezoulas, 11 Peisistratou Str, Tzitzifies, tel. 210 9422684.

 

Veze…ne; Veze…όχι!/ Veze…ne (yes); Veze…ohi (no)!

For Engish text stroll down…

Στην “γαστρονομική” Ελλάδα, η εμπορική επιτυχία ενός εστιατορίου είναι συνήθως αντιστρόφως ανάλογη της ποιότητας του φαγητού του. Φυσικά υπάρχουν λαμπρές εξαιρέσεις σε αυτόν τον κανόνα (στο προηγούμενό μου άρθρο σε αυτό το section θα βρείτε 2 από αυτές) όμως η ουσία είναι ότι οι Έλληνες foodie είναι μαλωμένοι με την ελαφράδα, την φινέτσα και την πολυπλοκότητα, βασικές αρετές την πραγματικά υψηλής γαστρονομίας.

Γιατί αυτό που ορίζουμε ως τέτοια είναι τις περισσότερες φορές η βαριά και ασήκωτη κουζίνα των μαμάδων και των γιαγιάδων, αρτυσμένη με διεθνείς όρους, άφθονο λάιμ (ή μάλλον yuzu!)  και αμέτρητες αναφορές σε εκλεκτές πηγές πρώτων υλών. Αν μάλιστα όλα τα παραπάνω ενδυναμώνονται και από ένα πρότερο σουξέ σε κάποιον προορισμό διακοπών –κατά προτίμηση Κυκλαδίτικο- τότε η επιτυχία είναι διπλά εξασφαλισμένη.

Στην περίπτωση του Vezene βέβαια οφείλω να παραδεχθώ ότι η τελευταία δεν είναι 2πλά αλλά 8πλά εξασφαλισμένη, αφού από το 2011 εξακολουθεί να είναι το πλέον hot εστιατόριο της Αθήνας, διάστημα εντυπωσιακό για την γαστρονομική σκηνή της πρωτεύουσας.

Αν διαβάσει κανείς αυτά που έχουν γραφτεί για τον Άρη Βεζενέ, με σιγουριά θα θεωρήσει ότι πρέπει επειγόντως να αλλάξω επάγγελμα. Και αυτό γιατί μάλλον είμαι ο μόνος Έλληνας που δεν μπορώ να συμμεριστώ ούτε μια πρόταση από τους τόμους της αποθέωσης που έχουν γραφτεί για την κουζίνα του!

Ίσως πάντως να είχε κάποια τύχη αν τον περιελάμβανα στην κατηγορία των ζαχαροπλαστείων, αφού τα περισσότερα από τα πρώτα πιάτα που έφθασαν στο τραπέζι θύμιζαν γαλακτομπούρεκο του Κωνσταντινίδη! Εκρηκτική στα αρώματα η Γάμπαρη Αμβρακικού με αχλάδι, ροζ γκρέιπφρουτ και κόλιανδρο, εντυπωσιακότερη στην περιγραφή από ότι στην γεύση η Σαλάτα με φύλλα μουστάρδας, ροδάκινο, ραντίτσιο, μυζήθρα και καραμελωμένα φουντούκια, παντελώς ανισσόροπη  η Burrata με σύκο, πετιμέζι και καραμελωμένα (πάλι) αμύγδαλα και κακοτηγανισμένη η άνοστη Γαρίδα Fratta με μέλι, πεκάν, τσίλι και wasabi, όλα τους υπέφεραν εξίσου από την υπερβολική γλύκα.

Όμως η συνέχεια σε έκανε σχεδόν να την επιθυμήσεις αφού παρέδωσε την σκυτάλη σε ένα …flight που επαναπροσδιορίζει τον όρο “βαρύ φαγητό”.

Όπως βλέπετε απέφυγα την λέξη “νοστιμιά” μιας και πιάτα όπως το ασήκωτο Γιουβέτσι με νιόκο Λευκάδας και βοδινή ουρά, η σχεδόν μπαρουτοκαπνισμένη Τραχανόπιτα, τα “γλιτσερά” Γεμιστά με νιόκο Λευκάδας, ξινομυζήθρα και ελιά και το άνευ σχολίων Βοδινό Ταρτάρ Παστίτσιο μπορεί να μην αντέχουν σε κανενός είδους κριτική αλλά τουλάχιστον παραδίδουν μαθήματα περί της διαφοράς μεταξύ rustic νοστιμιάς και αφόρητης λιπαρότητας!

Τα κρέατα εξακολουθούν να αποτελούν σήμα –κατατεθέν του Vezene μιας και το μενού προσφέρει ψαγμένες κοπές από εκλεκτές ράτσες οι οποίες μάλιστα είναι και υπομονετικά σιτεμένα. Όμως παρόλα τα παραπάνω, επιβεβαίωσα ξανά με ένα Rump Cup από Πορτογαλική Minhota και ένα Flat Iron από Σκωτσέζικο Belted Gallaway, ότι το βάθος της γεύσης εδώ μάλλον δεν διαθέτει ”κρεατίλα” ικανή να  κερδίσει τον απαίδευτο ουρανίσκο μου.

Όμως αυτός ο τελευταίος μπορεί να επιβεβαιώσει ότι η ελπίδα δεν πεθαίνει ποτέ, απλά σιγοψήνεται! Γιατί ο Κατσικίσιος σβέρκος από την Βόνιτσα με χόρτα φρικασέ ήταν ένα απίθανο πιάτο που παρόλη την “τρομακτική” του όψη διαθέτει την νοστιμιά, την ισορροπία και την ευγένεια που τόσο μου έλειψαν από την κουζίνα του Vezene.

Φαντάζομαι ότι η συνολική μου εντύπωση για το Vezene και κατ’ επέκταση η προτροπή μου ή όχι στο να το επισκεφθείτε είναι σαφής. Αν ωστόσο ανήκετε στην κατηγορία των ανθρώπων που είστε διατεθειμένοι να επισκεφθείτε ένα εστιατόριο μόνο και μόνο για να φάτε ένα εξαιρετικό πιάτο – ο περίφημος Απίκιος ανήκει σε αυτήν την κατηγορία-  τότε πιάστε το στέκι της Βρασίδα από τον …(κατσικίσιο) σβέρκο!

Vezene, Βρασίδα 11, περιοχή Χίλτον, Αθήνα, 210 7232002.


In Greek gastronomic scene the commercial success of a restaurant is (most of the times) inversely proportional to the quality of food offered. Of course there are some brilliant exceptions to that rule (in my previous post in this “Taste” section I am referring in 2 of them) yet the truth is that most of Greek foodies don’t evaluate highly enough terms like lightness, finesse and complexity, all of them essential virtues of  haut cuisine.

When we think of the latter we usually bring to our mind the heavy, unpolished cuisine of our mothers and grandmothers, seasoned with gourmet terminology, plenty of lime (or most likely yuzu!) and references to  numerous farms of selected ingredients. A previous success in a summer location –preferably at an island of Kyklades- further reinforced the possibilities for a smash hit.

However Vezene  is not just another one of such cases, but a “one of a kind” phenomenon  that dominates the title for Athens’s hottest restaurant for 8 consecutive years!! Tonnes of epic reviews have been written about Aris Veneze and his restaurant, a fact that makes me look like a kind of weird animal as I am the only Greek citizen that I don’t even agree with a single sentence of them!

Vezene might have a better chance with me if it determinates itself a pastry shop, as most of the first courses that reached our table were reminiscent more of a galaktoboureko (custard filled pastry) than a starter! That is because both the expressive Gambari from Amvrakikos bay with pear, pink grapefruit and coriander, the “better to read that to taste” Salad with mustard leaves,  peach, radicchio, Myzithra and caramelized hazelnuts, the completely unbalanced Burrata with fig, grape molasses and caramelized (again…) almonds   and the badly –fried, tasteless Shrimp Fritta with honey, wasabi, pecan and chili suffer (among others) from excessive sweetness.

However the next part of the dinner nearly made me missed it, as it passes on the torch to a …flight that redefines the term “heavy food”!  The Youvetsi with Lefkas nioko and braised oxtail, the over-smoky Trahana pie, the “slippery” Gemista with Lefkas nioko (again), xinomyzithra and olives, and the indescribable Beef Tartar Pastitsio style may not stand up to criticism but at least give lessons about the difference between rustic savouriness and unbearable heaviness.

Meat was and still is the trademark of Vezene, and the cart menu offers premium aged cuts from quality breeds. I had the chance to taste the Rump Cup from a Portuguese Minhota and a Flat Iron of a Scottish Belted Gallaway just to reassert that here the depth of flavor lacks the kind of meatiness that is necessary for teasing my untutored palate.

But this palate can confirm that the hope doesn’t die last, but it is just slow cooked! The reason for this was the Neck of Goat from Vonitsa with greens fricassee, a sublime dish that despite its scary appearance had the flavor, the finesse and the balance that I missed so much in Vezene’s cuisine.

I assume that there is not any doubt about my bad impressions of Vezene and to further extent about my discouragement to a possible visit. However if you are belonging to the category of foodies that are willing to visit a restaurant just for a signature dish –the great food critic Apikios belongs to that category- then just grab this highly successful place of Vrasida’s street by the (Goat) neck!

Vezene, Vrasida 11 str., Hilton area, Athens, 210 7232002.

Aleria VS Βασίλαινας/ Aleria VS Vassilenas

For English text stroll down…

Το Aleria και o Βασίλαινας έχουν κατά την γνώμη μου πολλά κοινά εκτός από την εμβληματική τους παρουσία στην γαστρονομική σκηνή της χώρας. Προσφέρουν νόστιμο, πληθωρικό υψηλής ποιότητας φαγητό, δίνουν έμφαση στον πλούτο των εγχώριων υλικών, σέβονται την Ελληνική μαγειρική παράδοση,  διαθέτουν εξαιρετικό περιβάλλον, έχουν πιστέψει στο  κρασί και τέλος σε κάνουν να νιώθεις άνετα και ωραία με το σέρβις να ισορροπεί ιδανικά μεταξύ οικειότητας και αποτελεσματικής σοβαρότητας.

Ως εκ τούτου η πρόσφατη επίσκεψη μου και στα δύο – με διαφορά  2 εβδομάδων – ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να βάλω την κουζίνα τους ξανά στο γευσιγνωστικό μου μικροσκόπιο. Και αναφέρω την κουζίνα μιας και πιστεύω ότι στα υπόλοιπα που ήδη αναφέρθησαν, τα δύο εστιατόρια είναι πολύ –πολύ κοντά, εξαιρουμένου βέβαια του εκπληκτικού αίθριου του Aleria που συνιστά ίσως τον πλέον ατμοσφαιρικό καλοκαιρινό χώρο της γαστρονομικής Αθήνας.

Ερχόμενος στο φαγητό τώρα, ο Μάνος Γαρνέλης  κατάφερε και πάλι να μου προσφέρει με υπέροχο τρόπο μια κουζίνα γεμάτη εντάσεις, πληθωρικότητα και αύρα Ελληνικής παράδοσης. Θα συμπλήρωνα την φράση  “ενίοτε και βάρος”, όμως ο σεφ που απογείωσε τον σύγχρονο …Αθηναϊκό Βασίλαινα όταν ανέλαβε μόνος την κουζίνα του -μετά από το αρχικό αποτυχημένο πείραμα της συνύπαρξης 3 σεφ σε αυτήν- καταφέρνει να δίνει (ανα)πνοή ακόμα και στις πλέον robust γεύσεις όπως το Μοσχαρίσιο Διάφραγμα με Πορτσίνι, Νιόκι και Καπνιστό Κρεμμύδι, την Picannha από Αρνάκι Βόνιτσας με Πικάντικη Ρεβυθάδα ή το εκπληκτικό Καλαμάρι με Μαυρομάτικα Φασόλια και Λουκάνικο Δράμας! Πιάτα που ενώ ακούγονται τρομακτικά και κατάλληλα μόνο για Σκανδιναβικό χειμωνιάτικο γεύμα, μπολιάζουν στην πράξη όλη την βουκολική παράδοση με ισχυρές δόσεις γαστρονομικής εκλέπτυνσης και ντελικατέτσας.

Από την άλλη μεριά το Aleria παρουσιάστηκε πιο άχρωμο και άνευρο, παρά την νίκη στην μάχη του εντυπωσιασμού. Εδώ ο σπουδαίος Γκίκας Ξενάκης “παίζει” περισσότερο με τεχνικές, υφές και παρουσίαση, όμως η ουσία τον προδίδει αφού τα παραπάνω δεν καταφέρουν να μεταφέρουν ηδονιστικά ερεθίσματα από το στόμα στον εγκέφαλο. Φυσικά υπήρχαν και εξαιρέσεις όπως το ιντριγκαδόρικο και απάντεχα “γιαγιαδίστικο” Ταρτάρ Μουσακά ή η γεμάτη εξωτισμό Σαρδέλα του καλωσορίσματος, όμως γενικά η υπερβολική χρήση του αλατιού, οι ελάχιστα over χρόνοι μαγειρέματος και η απουσία παιχνιδιού στο flavor στέρησαν αυτή τη φορά από το Aleria το ισχυρό του  όπλο –αυτό της δουλεμένης μεστότητας- ενώ προσέθεσαν πολλούς πόντους ανισότητας ανάμεσα στα πιάτα του μενού.

Φυσικά όλα τα παραπάνω διόλου δεν είναι ικανά να με αποθαρρύνουν από το να συνεχίσω να προτείνω το εστιατόριο του Μεταξουργείου σε όλους όσους θέλουν να απολαύσουν  μια εκλεπτυσμένη γαστρονομική Ελληνικότητα. Όμως αυτή τη στιγμή ο Βασίλαινας βρίσκεται κατά την ταπεινή μου γνώμη σε ένα ψηλότερο γαστρονομικό επίπεδο  που πατάει σε εκπληκτική ποιοτική ομοιογένεια ανάμεσα στα πιάτα, εκρηκτική …παράδοση στο flavor και τέλεια ισορροπία ανάμεσα στις gourmet εντυπώσεις και την γευστική ουσία, επίπεδο μάλιστα που προσφέρεται και σε ελαφρώς χαμηλότερες τιμές.

Συνεπώς η δική μου προτίμηση είναι σαφής, ωστόσο η προτροπή μου είναι (εφόσον έχετε την δυνατότητα) να επισκεφθείτε και τα δύο, αφού αμφότερα βρίσκονται στην αιχμή του δόρατος της νέας Ελληνικής κουζίνας όντας πανάξιοι πρεσβευτές της εντός και εκτός συνόρων.

Βασίλαινας: Βρασίδα 13 (περιοχή Hilton), Αθήνα, 210 7210501.

Aleria: Μεγάλου Αλεξάνδρου 57, Μεταξουργείο, Αθήνα, 210 5222633.


Aleria and Vassilenas are two of the most iconic restaurants of modern Greek cuisine. But beside that they have a lot more to share, like the flavorsome perception, the emphasis to local ingredients and the respect for Greek cooking tradition. Moreover they both believe in the importance of wine as a crucial part of a great fine dining  experience as well as to that of friendly yet discreet and effective service.

Having said these, a 2 weeks apart –visit to both of them gave me a first rate chance to put under my gastronomic microscope their cuisines. And I am referring solely to food, not   only because I am a hard –cored food maniac but also because I think that the two restaurants are pretty much close in every other aspect beside the fantastic Aleria’s patio, probably the most atmospheric venue in the whole gastronomic Athens.

Focusing to taste, Manos Gardelis again managed to serve me a superb, Greek tradition- inspired food, full of intensity and robustness. Someone could have add “heaviness” to the above description, yet the chef who skyrockets the post- Piraeus modern Vassilainas (after an unsuccessful 3- chefs initial experiment) always manages to make even the most heavy recipes “breathe”. For example dishes like  the “Beef Skirt with Porcini, Gnocchi and Smoked Onion” , the “Lamb Picanha from Vonista region with spicy Chickpea Puree” or the fantastic “Kalamari with Black -eyed Beans and Suasage from Drama region” may sound frightening and suitable only for a Scandinavian, winter lunch, yet they actually offer perfect doses of pastoral voluptuousness and fine -dining delicacy.

Aleria on the other hand seemed more colorless and spiritless by comparison, despite the more striking first impression. The great chef Gikas Xenakis may applied different techniques and textures to tease both eye and palate, but he was betrayed by the inability of his dishes to transmit the hedonistic impulse to the brain. Of course there were some glorious exceptions like the ultra -intriguing (and grandmother-ish in taste) Tartare Mousaka or the exoticism-boosted Sardine of the “Hollywood-ian” welcome stage· but otherwise the excessive use of salt, the (slight) overcooking of some dishes and the lack of flavor this time deprived Aleria of its strongest weapon –that of the tried and tested richness- while at the same time add points of unevenness among the menu’s dishes.

Despite my critic I still feel fully confident in suggesting the wonderful restaurant of Metaxourgio to all the foodies that are looking for a sophisticate Greek cuisine. However –according to my humble opinion- Vassilainas is currently in an upper gastronomic level, explained by an exemplary coherence of the dishes, an explosive Greece-ness of flavor and a perfect balance between “gourmet” finesse and truth of taste. Moreover, this higher level is offered at slightly lower prices…

As everyone can understand my preference is solid, yet my exhortation to all of you is to visit (if you can) both of them, as Vassilainas and Aleria are at the tip of the arrow of nouvelle Greek cuisine and great ambassadors of the taste of Greece.

Vassilainas: Vrasida 13, Hilton area, Athens, 210 7210501.

Aleria: Megalou Alexandrou 57, Metaxourgio, Athens, 210 5222633.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑