Αναζήτηση

simosgeorgopoulosblog

Πάθος για το κρασί, τον καφέ, τη γεύση και τα αποστάγματα

Κατηγορία

Κρασί/ Wine

Ένα ποτήρι για κάθε διαφορετικό Σαββατιανό ή ένα Σαββατιανό για κάθε διαφορετικό ποτήρι; / One glass for every different Savatiano or one Savatiano for every different glass?

For English text stroll down…

Λίγες μέρες  πριν ο Covid-19 αλλάξει και επίσημα τις ζωές μας τα Wines of Athens και ο brand ambassador της Riedel Γιώργος Λούκας διοργάνωσαν στο φιλόξενο μουσείο οίνου των αμπελώνων Μάρκου μια γευσιγνωσία που θα επιχειρούσε να αλλάξει ανεπίσημα τον τρόπο με τον οποίο σερβίρουμε το Σαββατιανό!

Έτσι 5 εξαιρετικά δείγμα τα της ποικιλίας και 5 ποτήρια από την γκάμα της Riedel επιστρατεύτηκαν σε μια προσπάθεια να βρεθεί το πλέον κατάλληλο για να αναδείξει τις αρετές της αττικής ποικιλίας.

Όμως το σπουδαίο σταφύλι αποδείχθηκε αρκετά …σκληρό για να μπει σε καλούπια και έτσι -με εξαίρεση το κοντόχοντρο balloon Performance Chardonnay που γενικά ήταν “εκτός κλίματος” – και τα 4 ποτήρια που είχαν σχήμα κλειστής τουλίπας αποτέλεσαν ιδανική φωλιά για τουλάχιστον 2 από τα κρασιά της δοκιμής.

Το μικρότερο όλων ήταν το Performance Sauvignon Blanc, το οποίο συμπύκνωσε και ανέδειξε σε ένταση το ακόμα διακριτικό  φρούτο των Παπαγιαννάκου Σαββατιανό Vieilles Vignes 2019 και Φράγκου Σαββατιανό 2019, των δύο νεαρών, οινοποιημένων σε inox κρασιών. Όμως από την άλλη “μπούκωσε” τα πιο εκφραστικά κρασιά της δοκιμής.

Το μεγαλύτερο και υψηλότερο Performance Riesling από την άλλη αποδείχθηκε αρκετά καλόβολο κερδίζοντας ίσως τους περισσότερους πόντους από όλα τα υπόλοιπα. Προσέδωσε τυπικότητα στα προηγούμενα κρασιά, επέτρεψε στα πιο βαριά και εκφραστικά Μάρκου, Κλέφτες 2019 και Μυλωνά, Σαββατιανό 2017 να αναπτύξουν πολύπλοκα μπουκέτα και έδωσε ρέστα στην περίπτωση του ωριμασμένου σε ακακία Κοκοτού, Σαββατιανό Βαρέλι 2018.  Επιπρόσθετα, μπόλιαζε κάθε κρασί με γευστικό μάκρος. Το τέλειο ποτήρι για το Σαββατιανό επομένως; Χμμμ μάλλον όχι αφού αυτά τα πλεονεκτήματα συνοδεύονταν πάντα με μια αλκοολική, επιθετική αίσθηση!

Το λίγο κοντύτερο και ανοιχτότερο στο πάνω μέρος Degustation Red  είναι ένα καλό, γενικής χρήσης ποτήρι για ερυθρά. Ωστόσο αποδείχθηκε κατάλληλο και για σχεδόν όλα τα Σαββατιανά, κερδίζοντας μάλιστα (παρόλες τις χαμηλές εντάσεις) την δική μου υψηλότερη βαθμολογία στην μύτη αφού κατά την γνώμη μου αναδείκνυε άριστα την γεμάτη άχυρο, βότανα και κίτρινα φρούτα τυπικότητα του Σαββατιανού. Δυστυχώς όμως την ίδια στιγμή έκανε και τα περισσότερα κρασιά της δοκιμής να φαίνονται λίγο σύντομα στην επίγευσή τους.

Το τεράστιο Riedel 001 των 995ml (!!) θα ήταν το τελευταίο ποτήρι που κάποιος θα σκεφτόταν για ένα Σαββατιανό. Όμως ο Γιώργος επισήμανε ότι πολλές φορές δουλεύει εξαιρετικά με λευκά κρασιά, και η εμπειρία του μάλλον τον δικαίωσε και σε αυτή την περίπτωσή. Εντάξει, τα ντροπαλά, νεαρά κρασιά χάθηκαν μέσα στην πελώρια αγκαλιά του, όμως οι προτάσεις των Μάρκου και Μυλωνά κατέπληξαν σε αυτό, όντας εκρηκτικά, συμπυκνωμένα και με φοβερό μάκρος και επίγευση.

Πιο μπερδεμένος παρά κατασταλαγμένος επομένως έφυγα από αυτό το workshop; Όχι, αφού ως  glass maniac είμαι εξοικειωμένος με τον ριζικά διαφορετικό τρόπο που συμπεριφέρονται τα κρασιά σε διαφορετικά ποτήρια. Πόσο δε μάλλον το αγαπημένο μου Σαββατιανό με τις τόσες διαφορετικές εκφράσεις του,  μια αρετή που υποθέτω ότι καθιστά την εν λόγω προσπάθεια δυσκολότερη από αυτήν για το Sauvignon Blanc ή το Μοσχοφίλερο.

Επειδή όμως είμαι άνθρωπος των συμπερασμάτων η προσωπική μου προτίμηση αν διέθετα στο μαγαζί μου (ή δοκίμαζα)  πολλά Σαββατιανά θα ήταν το Performance Riesling, ενώ αν ήθελα να αναδείξω 1-2 ετικέτες θα επέλεγα (αναλόγως) κάποιο από τα υπόλοιπα αλλά όχι το Riesling! Αχ, το Σαββατιανό αποδεικνύεται και πάλι μεγάλος έρωτας και οι μεγάλοι έρωτες δημιουργούν πάντα και μεγάλους πονοκεφάλους…

Clockwise from bottom right: Performance Sauvignon Blanc, Performance Riesling, Performance Chardonnay, Degustation Red, 001.

A couple of days before Covid-19 officially changed our daily lives, the Wines of Athens association and Riedel’s brand ambassador George Loukas tried unofficially to change the way that we are serving Savatiano!

To do so, 5 excellent wines from the Attica grape, 5 glasses from Riedel’s collection and the hospitable Markou Wine Museum were called to arms with the mission to find the glass shape that bringing out the virtues of this unique grape.

However Savatiano proved too tough to get into …glass molds, so each one of the glasses (except the balloon-shaped Performance Chardonnay) was strongly coming into play in more than 2 occasions.

The smallest of the group was the Performance Sauvignon Blanc, a glass that offered concentration and intensity to the immature, inox vinified wines like Papagiannakos Savatiano Vieilles Vignes 2019 and Fragou Savatiano 2019.  Unfortunately it didn’t achieve the same high marks in the cases of the more expressive wines of the tasting, impounding their bouquet.

The slightly taller and bigger  Performance Riesling on the other hand turned out to be versatile by highlighting the typicity of the previously mentioned wines, enhancing the complexity of the more heavy- toned Markou Kleftes 2019 and Mylonas Savatiano 2017 and excelling in the case of the matured in acacia wood Kokotos Barrel Savatiano 2018.  Moreover every single wine tasted very long on the palate in this glass. “So, the perfect shape for Savatiano!” someone would assume. Hmmm, I don’t think so as all these virtues came hand in hand with an alcoholic, aggressive sensation!

Degustation Red is a good choice for serving a lot of red wines. But this smaller and wider- rimmed glass proved equally satisfying for serving Savatiano. The reason for this is that (despite the low intensity on the nose) it managed to successfully capture the vegetal, straw and yellow fruit varietal character. Unfortunately the phrase “short on the palate” appeared more than twice in my tasting notes…

The enormous Riedel 001 of 995ml (!!) capacity would be the last glass that one would think of to use for Savatiano. But George Loukas pointed out that sometimes it suits nicely the whites, his experience justified him after this was proved such an occasion. Unavoidably the younger, muted wines disappeared in its huge arms, but the offerings from Markou and Mylonas were both amazed at their explosiveness, concentration, length and aftertaste.

So did I end more confused than enlightened after this workshop? “No” is the answer, as being a glass maniac I am familiar with the radically different ways the wines are behaving in different glasses. Especially when they are produced from such a multi- dimensional variety as Savatiano, a virtue that makes this task much tougher than a similar one with Sauvignon Blanc or Moschofilero.

On the other hand I love conclusions and having said that I would suggest the Performance Riesling to a wine bar/ restaurant owner or to a Savatiano aficionado. But if I would like to take the best out of 1-2 specific labels I would choose any other than this glass!  Hey, wait a minute, I am realizing again  that Savatiano is a big crush and the big crushes create big headaches…

OinotekaWine Exploring Festival 2020

 

For English text stroll down…

Για μια ακόμη χρονιά η έκθεση Wine Exploring Festival που διοργανώνει στο Ηράκλειο ο Γιώργος Κουτσουπιάς και η Οινοτέκα τράβηξε για ένα 2ημερο όλα τα οινικά φώτα πάνω της. Άψογα οργανωμένη όπως πάντα και πάντα με ιδέες που κεντρίζουν το ενδιαφέρον –με τυφλές γευσιγνωσίες εφέτος για τους επισκέπτες!- προσέφερε σε οινόφιλους και επαγγελματίες ένα γρήγορο αλλά περιεκτικό ταξίδι εντός και εκτός συνόρων.

Και φυσικά κατάφερε να γεμίσει  το μπλοκάκι μου με ενδιαφέροντα κρασιά όπως αυτά της παρακάτω λίστας.

Αφρώδη κρασιά.

Charles Heidsieck, Brut Reserve NV: Η φοβερή αυτή Σαμπάνια βασίζεται σε κρασιά 5-15 ετών και παρέμεινε με τις οινολάσπες για 3 χρόνια για να χαρίσει λεμονάτη και φρυγανισμένη πολυπλοκότητα και εκπληκτικό μάκρος. ( * * * * )

Bottega, Rose Gold NV:  Πολύ χαμηλά σε ένταση τα αρώματα των ξερών λουλουδιών, ωστόσο το στόμα αυτού του φίνου Βενετσιάνικου Pinot Nero ρεφάρει με υπέροχο κρεμώδες, επίμονο και ιδανικά ισορροπημένο στόμα. ( * * * )

Λευκά κρασιά.

Παράσχος, Kai 2016: 80χρονα τα αμπέλια του Βαγγέλη Παράσχου στο Friuli και ο χυμός τους γλυκός σαν Sauternes! Όμως η τρομερή οξύτητα προσφέρει μια γευστική αντίστιξη και μαζί με τις τανίνες συνθέτουν δυναμικό για 10ετία. ( * * * * )

Silva, Γρίφος Βιδιανό 2017: Ομοβροντίες ζαχαρωμένων κίτρινων φρούτων, μελιού και ζυμαριού για αυτό το βιοδυναμικό, ζυμωμένο σε πιθάρι Βιδιανό. Εντυπωσιακό πάντως και το πλούσιο σε όγκο και ισχυρό σε δομή  στόμα. ( * * * ½ )

Παπαργυρίου, Le Roi des Montagnes 2018: Ο βασιλιάς γυρνάει  στο άκουσμα της λέξης Ασύρτικο και σηκώνει ένα πυκνό νέφος ζαχαρωμένου λεμονιού, ανανά και άχυρου. Πλούτος, νεύρο και τανική δομή στο max. Έως το ΄30. ( * * * ½ )

Silva, Ψίθυρος 2018: Λάθος τίτλος! Γιατί αυτό το Μοσχάτο Σπίνας δεν σου ψιθυρίζει τίποτα, απλά βροντοφωνάζει τα αρώματα μανταρινιού, λίτσι και άσπρου πιπεριού, αλλά και το εντυπωσιακά μακρύ, όξινο στόμα του. Από το 2023. ( * * * ½ )

Τσάνταλη: Κλίμα Κλίμα Ασύρτικο 2019: Η ορυκτότητα του Ασύρτικου σε όλο της το μεγαλείο, εκφρασμένη εδώ με θειάφι και τσακμάκι. Μέτριο σώμα, που κορυφώνεται στην επίγευση όπως κάθε σοβαρό κρασί. +10 χρόνια. ( * * * ½ )

Παπαργυρίου, Blanc 2019: Το Μοσχάτο και το Μαυρούδι εκχυλίζονται για 6 μέρες και δίπλα στο τριαντάφυλλο βάζουν άχυρο και ζυμάρι. Όμως παράλληλα βάζουν και μια υπέροχη αγριάδα στο στόμα, που καταλήγει σε μακριά επίγευση. ( * * * ½ )

Κλάδος, Red Nest 2019: Δεν συμπαθώ διόλου τα Sauvignon Blanc της Κρήτης, όμως αυτή η πρόταση του Κλάδου με κέρδισε παρόλα τα ταπεινά 5,10€ του. Αιτία η τραγανή, ελαφριά γεύση και τα αρώματα gooseberry και λεμονιού. ( * * * )

Διγενάκης, Μαρισύνη Μοσχάτο Σπίνας 2019: Αν και απαιτεί οπωσδήποτε μερικούς ακόμα μήνες στη φιάλη, η Μαρισύνη δεν αφήνει κανένα παράπονο με το flavor τριαντάφυλλου, το παιχνιδιάρικο στόμα και την εξαιρετική της οξύτητα. ( * * * )

Ροζέ κρασιά. 

Ιδαία Γη, Ροζέ 2018: Υπέροχη δουλειά και σε αυτό το ροζέ από Grenache και Λιάτικο για το οινοποιείο του Βενεράτου. Πετροκέρασο και λουλούδια συνδυάζονται με πλούσιο, πιπεράτο και μακρύ στόμα. +1-2 χρόνια. ( * * * ½ )

Τσάνταλης, Έμμετρος Λόγος 2019: Αν και από Ξινόμαυρο και Syrah αυτό το ροζέ είναι ελαφρύ και σχετικά ανοιχτόχρωμο. Καπνιστό στο μπουκέτο διαθέτει ελάχιστες τανίνες, καλή οξύτητα και μακριά επίγευση. Έως το ΄22. ( * * * )

Δασκαλάκη, Ψίθυρος Ροζέ 2019: Το πέρασμα κατά το 1/3 από βαρέλι διόλου δεν τιθασεύει την αγριάδα αυτού του blend από Κοτσιφάλι και Grenache. Βέβαια “γεμίζει”  με σώμα την οξύτητα και συνεισφέρει σε εξαιρετικό μάκρος. ( * * * )

Χατζηβαρύτη, Chloe 2019: Η Χλόη φαίνεται ότι είναι άγριο κορίτσι αφού το προς τιμή της blend Cabernet και Ξινόμαυρου είναι πολύ πλούσιο, νευρικό και τανικό. Ένα ροζέ για αυτούς που βλέπουν τα πάντα μέσα από στυφούς, ερυθρούς φακούς! ( * * * )

Ερυθρά κρασιά.

Τσάνταλης, Άβατον Gold 2014: Ακριβό αυτό το blend Λημνιού και Cab, όμως η φινέτσα της γεμάτης μελάνι και βιολέτας μύτης αλλά και το όξινο, βελούδινα τανικό στόμα αξίζουν κάθε euro. Αριστοκρατικότητα στο max. Έως το ΄35. ( * * * * )

Silva, Λιάτικο Γρίφος 2018: Θα μπορούσε να είναι ένα κορυφαίο Grenache αυτό το Λιάτικο αφού διαθέτει τρομερό όγκο, γλύκα από το 15βαθμο αλκοόλ, απίθανες τανίνες και αποξηραμένο άρωμα λουλουδιών και κράνων. +5 χρόνια. ( * * * * )

Krontiras, Natural Malbec 2018: Αυτό το Αργεντινικο Malbec από το Ελληνικής ιδιοκτησίας οινοποιείο προσφέρει άφθονο, φρεσκότατο βύσσινο, εξαιρετικά ζουμερό στόμα και λίγες τανίνες για να …τραβήξουν την επίγευση. ( * * * ½ )

Τσάνταλη, Κλίμα Κλίμα Cabernet Sauvignon 2016: Εξαιρετικό μάκρος, δομή και λεπτοϋφασμένες τανίνες για αυτό το υπέροχο, οργανικό κρασί. Πυκνή μύτη με βατόμουρο και κέδρο συμπληρώνουν το κλασσάτο σύνολο. +5 χρόνια. ( * * * ½ )

Αδάμ, Refosco 2013: Το Refosco αυτό διεκδικεί τον τίτλο του Mr. Blockbuster, αφού τα αρώματα μελάσας είναι σχεδόν …στερεά ενώ το σαρκώδες στόμα είναι πλούσιο, άγριο και παντοδύναμο. Δεν δρέπει πάντως δάφνες φινέτσας… ( * * * ½ )

Ιδαία, Κοτσιφάλι/ Μανδηλάρι 2015: Η Ιδαία δίνει την κορυφαία έκφραση του παραδοσιακού Κρητικού blend, επιτυγχάνοντας πυκνή μύτη μαύρου φρούτου και ευγενικού δέρματος αλλά και γλυκόξινη αυστηρή λεπτότητα. ( * * * ½ )

Ara, Pinot Noir 2017: Ποθητό αυτό το νεοζηλανδικό κρασί, αφού προσφέρει το ελαφρύ σκέρτσο, την ζουμερή μαλακότητα και τη γεμάτη ιβίσκο και βιολέτα μύτη της ποικιλίας, αποφεύγοντας τον συνήθη σκόπελο της γλυκερότητας. ( * * * ½ )

Caleo, Montepulciano d’ Abruzzo 2018: Το απίστευτο με το Caleo δεν είναι η ιδανική ισορροπία οξύτητας, γλύκας και τανινών ούτε και ο φορτωμένος με κόκκινα φρούτα πιπεράτος χαρακτήρας του. Είναι ότι αυτά χαρίζονται με 7€! ( * * * )

Διαμαντάκης, Πετάλι Λιάτικο 2017: Τυπικό στα αρώματα καραμέλας και κόκκινων φρούτων αυτό το Λιάτικο, που όμως το ΄17 είναι πιο πειστικό στο μάκρος και την βασιζόμενη στην φοβερή οξύτητα  δομή του. Ελαφρύ σώμα. Από το ΄22. ( * * * )

Γκανής, Μικροί Πύργοι 2018: Ο παραγωγός από το Δομοκό συμπεριφέρεται με τρυφερότητα στο Λημνιό και to Αγιωργίτικο και αυτά του το ανταποδίδουν με έναν …αέρα βιολέτας και κερασιού. Το στόμα είναι ελαφρύ και όξινο σαν Pinot. ( * * * )

Γλυκά κρασιά.

Silva, Λιαστό Λιάτικο 2009: Ένα εξαιρετικό ποιοτικά και άριστο τιμολογιακά (για το είδος του) λιαστό κρασί με πυκνά αρώματα χουρμά, ξερού σύκου και γλυκού καρυδάκι. Μακρύ, πληθωρικό και με τέλειες δόσεις οξύτητας-σακχάρων.  ( * * * ½ )


For another year, the Wine Exploring Festival –organized by George Koutsoupias and Oinoteka –managed to grab the vinous spotlight on the 1st and 2nd of February. The organization was again flawless and spiced with new ideas–including, among other, blind wine tastings for the visitors!- offering to both professionals and wine lovers a quick yet comprehensive journey to Greek and international vineyard.

That been said, the following list is containing my most interesting moments of this wine trip.

Sparkling wines.

Charles Heidsieck, Brut Reserve NV: This terrific Champagne is based in reserve wines of 5-15 years and matured ον the lees for another 3 in order to achieve a lemon and toast bread complexity and endless finish. ( * * * * )

Bottega, Rose Gold NV: The palate of this Pinot Noir from Veneto counterbalances the very low intensity of dried flowers aromas with a seductive creamy felling and perfect balance. Despite being a methode Charmat wine, is lengthy too… ( * * * )

White wines.

Paraschos, Kai 2016: The vines of Vangelis Paraschos in Friuli became 80 years old and their juices are as honeyed as a Sauternes! Yet the terrific acidity creates a taste counterpoint and the tannic structure ensures a 10 years ageing potencial. ( * * * * )

Silva, Vidiano Grifos 2017: This biodynamic Vidiano is a bomber fully armed with candied yellow fruit, honey and dough aromas. But this amphora -matured natural wine is equally impressive in the thick, powerful and structured palate. ( * * * ½ )

Papargyriou, Le Roi des Montagnes 2018: The king turns his head to the hearing of the word Assyrtiko and rises a dense cloud of candied lemon, pineapple and straw. Power, nerve and tannic structure are in excelsis. Drink it by2030. ( * * * ½ )

Silva, Psithiros 2018: Wrong name for this 100% Muscat of Spina, because this white doesn’t whisper anything. On the contrary it is shouting at you with tangerine, lychee, white paper and a persistent, nervous taste! Best after 2023. ( * * * ½ )

Tsantali, Klima Klima Assyrtiko: A glorious presentation of Assyrtiko’s minerality, here being expressed with sulphure and gun flint notes. A medium bodied wine that gradually develops its serious, explosive flavor. +10 years. ( * * * ½ )

Papargyriou, Blanc 2019: The 6 days maceration of Muscat and Assyrtiko grapes with their skins results in a dense rose pedal, straw and dough bouquet. At the same time it creates a wonderful, long lasting, savage taste.  ( * * * ½ )

Klados Red Nest 2019: I don’t like at all Crete’s Sauvignon Blanc but this very reasonably priced (5,10€) label of the Rethymno located winery is very persuasive, mainly because the crispy, light body and the lemon and gooseberry aromas. ( * * * )

Digenakis, Marisini Muscat of Spina 2019: Despite the fact that Marisini demands some months in the cellar to get rid of its reduction, its wild rose flavor, nice acidity and playful palate  doesn’t’t leave room for complains. ( * * * )

Pink wines.

 Idaia Gi, Rose 2018: Another great effort from the winery located in Crete’s Venerato. Cherries and flowers supplemented by full bodied, peppery and long flavor in a Grenache and Liatiko blend. Enjoy until 2023. ( * * * ½ )

Tsantalis, Emmetros Logos 2019: Despite the exclusive usage of Xinomavro and Syrah, this rose is light bodied and pale in color. The nose is smoke-dominated, while the taste is austere and long lasting. It can age till 2022. ( * * * )

Silva, Phsithiros Rose 2019: A brief oak seasoning to the 1/3 of the whole quantity didn’t manage to tame the astringency of this Kotsifali and Grenache blend, but at least it counter -balances the acidity with fullness, length and freshness. ( * * * )

Chatzivaritis, Chloe 2019: Chloe must be a wild girl, because the mix if Cabernet Sauvignon and Xinomavro that owes her name is powerful, nervous and astringent. A rose for drinkers who see the world through red, tannic lens! ( * * * )

Red Wines.

Tsantalis, Avaton Gold 2014: This blend of Limnio and Cabernet Sauvignon may seemed pricy, yet the finesse of ink and violet nose, and the structured yet silky smooth palate are deserved every single euro! It will reach its peak in 2035. ( * * * * )

Silva, Liatiko Grifos 2018: This amphora maturated Liatiko would be easily mistaken for a top- notch Grenache, because of its full body, the sweetness of 15% alcohol, the pot pourri aroma and the perfect tannins. +5 years. ( * * * * )

Krontiras, Natural Malbec 2018: This Argentinean natural Malbec from the Greek-owned winery is fully packed with fresh raspberry aromas, juicy palate and just a pinch of tannins that are contributing to the long finish. ( * * * ½ )

Tsantali, Klima Klima Cabernet Sauvignon 2016: Excellent length, nice structure and well knitted tannins for this fine, organic wine. Its classy personality is supplemented by concentrated raspberry and cedar nose. +5 years. ( * * * ½ )

Adam, Refosco 2013: A candidate for Mr. Blockbuster title, this 100% Refosco exhibits a near solid molasses aroma, a full body and an astringent chewy finish.  The north Greece wine is impressively  structured but not overly refined.  ( * * * ½ )

Idaia, Kotsifali/ Mandilari 2015: Idaia winery offers the greatest expression of  Crete’s classic blend, achieving black fruit and gentle leather density on the nose and a sweet –sour taste. An austere, yet fine wine for mid term cellaring. ( * * * ½ )

Ara, Pinot Noir 2017: A New Zealand Pinot Noir that teasing you with the light scherzo, soft juiciness and violet and hibiscus nose. Moreover it achieves all the above by avoiding the snare of over sweetness. ( * * * ½ )

Caleo, Montepulciano dAbruzzo 2018: The truly special thinks about Coleo are neither the perfect balance between sweetness, acidity and tannins, nor its fruity, peppery character. But the fact that you can have all these with just 7€! ( * * * )

Diamantakis, Petali Liatiko 2017: The typical Liatiko aromas of caramel and red fruits are present again on this light bodied wine, bυt the ΄17 vintage is more persuasive because of its length and the acidity- based structure. From΄22. ( * * * )

Ganis, Small Towers 2018: The producer from Domokos behaves with tenderness to Limnio and Agiorgitiko grapes, and they pay him back with violet and cherry essence, light body and refreshing Pinot Noir resembling acidity. ( * * * )

Sweet wines..

Silva, Sun Dried Liatiko 2009: A glorious and reasonably priced (for the style) red wine, that is fully packed with dried fig, sweet walnut and date aromas. Almost full bodied, with nice balance between acidity and sugar. Long finish. ( * * * ½ )

 

Οινεμπόριο, κάντε χώρο στο γραφείο!

Οι διακοπές των εορτών μου έδωσαν την ευκαιρία να διαβάσω το καινούργιο βιβλίο του Αργύρη Τσακίρη. Και όταν λέω να διαβάσω εννοώ να καταπιώ κάθε σελίδα του πολυγραφότατου φίλου και συναδέλφου, αφού η επιστημονικότητα με την οποία προσεγγίζει όλα τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται καθιστά πάντα την δουλειά του μια καλή αφορμή να  γνωρίσει κανείς ακόμα και θέματα που δεν είναι του άμεσου ενδιαφέροντός του.

Τα προηγούμενα βιβλία του  ίσως φαντάζουν  πιο προβλέψιμα μιας και η μακρόχρονη θητεία του ως οινολόγος, καθηγητής και, στέλεχος της Ελληνικής Ακαδημίας Οίνου τον “εξουσιοδοτεί” να μιλά για οινοποίηση, γευσιγνωσία, συνδυασμούς, απόσταξη και λοιπά θέματα που έχουν αποτελέσει αντικείμενο των 10 βιβλίων που είχε ως τώρα  υπογράψει.

Όμως ο Αργύρης Τσακίρης έχει υπάρξει επί σειρά ετών και πωλητής, και πάνω σε αυτή την εμπειρία βάσισε το νέο του βιβλίο Οινεμπόριο, το οποίο καταπιάνεται με ένα θέμα στο οποίο το Ελληνικό κρασί ίσως πάσχει περισσότερο από όλα τα άλλα.

Βέβαια μια τέτοια προσπάθεια δεν απαιτεί μόνο αμέτρητες ώρες με την τσαντούλα στο χέρι αλλά και βαθιά γνώση του marketing, με τον συγγραφέα πάντως να καταφέρνει   να καλύψει τα θεωρητικά κομμάτια με τέτοια πληρότητα που δεν θα είχαν να ζηλέψουν τίποτα από ένα ακαδημαϊκό βιβλίο που δεν εστιάζει μόνον στο κρασί.

Αυτό βέβαια προσδίδει στο Οινεμπόριο και μια σουρεαλιστική διάσταση, αφού το εν λόγω εμπορικό/ marketing οικοδόμημα προσπαθεί να κουμπώσει πάνω σε μια ελληνική οινοπαραγωγική πραγματικότητα που πατά σε θεμέλια  παλαιολιθική εποχής.

Αυτή η εξειδίκευση μάλιστα μπορεί να χρησιμεύσει σαν άλλοθι από πολλούς -παραγωγούς ή άλλους- προκειμένου να δικαιολογήσουν την αδυναμία τους σε σχέση με τον σχεδιασμό, την ανάλυση κόστους, την τοποθέτηση στην αγορά, στις δράσεις προώθησης, στην επικοινωνία τους και σε αμέτρητες άλλες πτυχές του οινεμπορίου που όχι μόνο αναλύονται διεξοδικά αλλά θέτουν και ως βάση για συζήτηση τις ιδιαιτερότητες της εγχώριας αγοράς.

Όσοι όμως διαβάσουν το βιβλίο με θετική διάθεση το σίγουρο είναι ότι σε αυτό το …φροντιστήριο και θα βρουν μια πληθώρα από εφαρμόσιμες πρακτικές που δεν απαιτούν οργάνωση πολυεθνικής καθώς και ένα σωρό ιδέες που θα καταστήσουν την οινοποιία/επιχείρησή  τους πιο ανταγωνιστική και αποτελεσματική.

Όμως το Οινεμπόριο δεν αποτελεί μόνο μια εξειδικευμένη καταγραφή ή μια τροφή για σκέψη των επαγγελματιών αλλά και έναν πολύτιμο οδηγό για κάθε απλό οινόφιλο που εδώ θα βρει απαντήσεις σε θέματα που πολλάκις απασχολούν, όπως αυτά σχετικά με τις τιμές των κρασιών, τα νούμερα της εγχώριας οινοπαραγωγής, το διαδίκτυο κλπ.

Οι συνεχείς ιστορικές αναφορές -και εντός των κεφαλαίων αλλά και στο ξεχωριστό κεφάλαιο του επιλόγου- είναι το κερασάκι σε μια τούρτα που τρώγεται χωρίς ανάσα τόσο από επαγγελματίες του κρασιού όσο και από κάθε ανήσυχο φίλο του. Και ως εκ τούτου θα πρέπει απαραιτήτως να βρίσκεται όχι μόνο στις βιβλιοθήκες αλλά και πάνω σε κάθε γραφείο όποιου ασχολείται με τον κόσμο του οίνου.

Το Οινεμπόριο διατίθεται από τις Εκδόσεις Ψύχαλου.

Ossian, για το Verdejo σου μόνο!/ Ossian, only for Verdejo!

ossian_3
Very old Verdejo/ Source: http://www.weine-feinkost.de

For English text stroll down…

Από το 2005, ο στόχος για τον Ismael Gozalo και τον Javier Zaccagnini ήταν ένας: η ανάδειξη της ποικιλίας Verdejo και η έκφραση της μοναδικότητας που προσφέρουν τα παλιά αυτόριζα αμπέλια της επαρχίας  Segovia στην  Castillia y Leon.

14 χρόνια μετά, η ιδιοκτησία αυτού του project μπορεί να έχει περάσει στην οικογένεια Ruiz, όμως το όραμα για σπουδαία Verdejo από αυτόν τον χαρισματικό τόπο στα ΒΔ της Μαδρίτης όχι μόνο παραμένει αναλλοίωτο αλλά αντίθετα έχει ενδυναμωθεί με αγορά και άλλων αμπελώνων, φέρνοντας το σύνολο της ιδιοκτησίας της Ossian στα 115ha, 50 εκ των οποίων είναι φυτεμένα με προφυλλοξηρικά ή αυτόριζα αμπέλια!

Επιπλέον, κάτω από την καθοδήγηση του σπεσιαλίστα στα λευκά σύμβουλου οινολόγου Rafael Palacios, ποιοτικές αλλαγές έχουν γίνει και στην οινοποίηση, όπως οι μεγαλύτερες παραμονές  με τις οινολάσπες και η χρήση μεγάλων βαρελιών πλάι στις inox δεξαμενές.

To “εισαγωγικό” –εισαγωγικό που λέει ο λόγος μιας και το 60% της πρώτης ύλης προέρχεται από προφυλλοξηρικά αμπέλια!- Quintaluna 2017 ( * * * ½ ) μετουσιώνει όλα τα παραπάνω σε ένα υπέροχο σύνολο που προσφέρει πυκνή, κλειστή μύτη ώριμων κίτρινων φρούτων και ορυκτών. Οι 14,5 αλκοολικοί βαθμοί ρεφάρονται από εξαιρετικά ενσωματωμένη οξύτητα, το flavor μπλέκει τροπικές νότες με αυτές της καρύδας και η επίγευση αφήνει μνήμες περγαμόντου μαζί με απαλό χάδι ξύλου, αποζητώντας 2-3 ακόμα χρόνια στην φιάλη.

Το Verdling Trocken 2015 ( * * * ) από την άλλη δεν κατάφερε για μια ακόμη φορά να με κερδίσει παρ όλη την βαριά Γερμανική υπογραφή (και φιλοσοφία) του Klaus Peter  Keller. Εδώ η μύτη εντυπωσιάζει με πολύ πυκνή παρουσία ζαχαρωμένου λεμονιού, βερίκοκου και πετρελαίου, σε μια a la Riesling έκφραση που δικαιολογεί το λογοπαίγνιο της ονομασίας. Όμως το flavor έχει χάσει το φρούτο του αφήνοντας την οξύτητα ξεκρέμαστη και το τελείωμα σχετικά σύντομο.

Αν η όλη προσπάθεια έχει ένα έμβλημα αυτό σίγουρα είναι το ομώνυμο Ossian 2015 ( * * * * ). Οι εξαιρετικά χαμηλές αποδόσεις, η πίεση ολόκληρων των τσαμπιών και η οινοποίηση σε διαφορετικής ηλικίας και μεγέθους βαρέλια διαμορφώνουν έναν  εκρηκτικό όσο και υπέρπυκνο χαρακτήρα ακακίας, βερίκοκου και αμυγδάλου. Ακόμα ασύνδετο πάντως, χρειάζεται  τουλάχιστον μια 8ετία στη φιάλη προκειμένου αν χωνέψει την παντοδύναμη οξύτητα αλλά και το ξύλο.

Η πλέον πρόσφατη ετικέτα Verdling Dulce 2016 ( * * * ) έχει λάβει και αυτή Γερμανικό κανάκεμα, αυτή τη φορά από τον Nick Weiss. Το Dulce βέβαια δεν είναι και πολύ …dulce, αφού αυτό το ζυμωμένο με άγριες ζύμες –όπως και όλα τα άλλα κρασιά της Ossian- Verdejo διαθέτει μόλις 73gr/lt αζύμωτων σακχάρων. Βάλτε απέναντι το ελαφρύ σώμα, την γενναιόδωρη οξύτητα και την κλειστή μύτη αχλαδιού και έχετε ένα σύνολο που περισσότερο θυμίζει Halbtrocken Riesling, διαθέτοντας  ωστόσο μικρότερη γευστική διάρκεια.

Τα κρασιά της Ossian εισάγονται από την Jeroboam, 210 9913316.


Since 2005 Ismael Gozalo and Javier Zaccagnini were having one target: the highlighting of indigenous Verdejo grape and the best possible expression of the uniqueness offered by old, ungrafted vines located at Castilla y Leon’s Segovia province.

14 years later the ownership of this project may be in the hands of Ruiz family, but the faith in the potencial of  this terroir in the ΝW of Madrid to produce great Verdejo remains as strong as ever. As reinforcement to this, more land has been purchased, raising the total vineyard area to 115ha, 50 of them planted with pre-phylloxera or ungrafted vines!

Moreover the white wines specialist Rafael Palacios served as consulting oenologist and the result is a new winemaking approach, involving longer periods on the lies and use of foudres alongside the inox tanks.

The “basic” label –not very basic actually, as 60% of the must comes from pre phylloxera vines!- Quintaluna 2017 ( * * * ½ ) transfigurates all the above in a wonderful package full of dense (yet closed) aromas of ripe peach and minerals. The 14,5% alcohol level counterbalanced by perfectly merged acidity, the flavor combines tropical and coconut nuances, and the aftertaste leave a long bergamot footprint seasoned with gentle oak. A creamy, balanced white that needs 2-3 more years in the bottle.

On the other hand, Verdling Trocken 2015 ( * * * ) didn’t manage (for another time) to impress me, despite the “heavy signature” and German philosophy provided by  Klaus Peter  Keller. Yes, the highly dense bouquet of candied lemon, apricot and petrol –in an a-la Riesling expression that justifies the name’s pun– may be impressive, but there is a lack of flavor and a relatively short and tart aftertaste.

The most precious stone in the Ossian’s crown is the title wine Ossian 2015 ( * * * * ). The extremely low yields, the whole bunch pressing and the use of various age and capacitance barrels are shaping an explosive, ultra concentrated nose of acacia, apricot and almond. Yet the palate of this fantastic wine is still disintegrated, needing at least 8 years of cellaring to merge both the farcing acidity and wood.

The newest release is the Verdling Dulce 2016 ( * * * ), another wine that enjoyed a German …pampering, this time from Nick Weiss. Of course Dulce is not dulce at all, as this wild yeast fermented Verdejo contains only 73gr/lt of residual sugar. Add a light body, tonnes of acidity and muted pear nose and you are in front of a Riesling Halbtrocken –style of wine, albeit with shorter aftertaste and flavor.

Ossian’s range is imported in Greece by Jeroboam, 210 9913316.

 

Παλεύοντας και πάλι με τα λευκά του νότιου Ροδανού…/ Struggling with southern Rhone’s whites, again…

For English text stroll down…

Οφείλω να διευκρινίσω εκ αρχής ότι παρόλο που είμαι λάτρεις των υψηλών οξυτήτων αγαπώ εξίσου τα πλούσια, μαλακά κρασιά. Ιδιαίτερα μάλιστα αυτά που επιτυγχάνουν αυτό το προφίλ λόγω ποικιλίας και terroir και όχι λόγω βαρελιού, υπερωρίμανσης και μηλογαλακτικής.

Ως εκ τούτου μόνο αρνητικά δεν είμαι προϊδεασμένος για τα λευκά του νοτίου Ροδανού αφού όλα τα παραπάνω προκύπτουν αβίαστα λόγω του μεσογειακού κλίματος αλλά και αυτού του μοναδικού μείγματος ποικιλιών όπως το Grenache Blanc, το Marsanne, το Roussanne, το Bourboulenc, το Pic Poul, το Clairette  και το Viognier.

Όμως τα όρια ανάμεσα στο κρεμώδες και το λιπαρό με το βαρύ και πλαδαρό είναι πολύ λεπτά και σε αντίθεση με κρασιά από Σαββατιανό και Βιδιανό που καταφέρνουν (συνήθως) να μην περάσουν την γραμμή, πολλές από τις προτάσεις της σπουδαίας αυτής (και πολυαγαπημένης) περιοχής δεν διαθέτουν το λιγοστό αυτό νεύρο που απαιτείται για να συναρπάσουν.

Πάντα πρόθυμος να δώσω  και άλλες ευκαιρίες έφερα στο ποτήρι μου τα ιδιαίτερα σπάνια λευκά Cairanne που αντιπροσωπεύουν μόλις το 3% αυτής της χαρακτηριζόμενης ως Cru ονομασίας προέλευσης. Το Alary, L’Exclus 2017 ( * * * ) ίσα που κατάφερνε να ακροβατήσει στα όρια του λιπαρού και να δώσει την ανθώδη και βουτυράτη τυπικότητα χωρίς να γίνει πλαδαρό. Αντιθέτως, το L’ Olivier 2017 ( * * ½ ) του Galuval και το Estevenas 2017 ( * *  ) του Rabasse Charavin δεν έπεισαν λόγω της  αλκοολικής αίσθησης και της έλλειψης flavor.

Tα πιο επίπεδα αμπελοτόπια του Lirac τα κατάφεραν καλύτερα αφού έσωζαν την παρτίδα με μια τζούρα ορυκτότητας, εξωτισμού και οξύτητας. Φυσικά το απαλό, βουτυράτο στυλ είναι παρόν και εκπροσωπείται ικανοποιητικά με το κλασσικό Rocca Maura, Lirac 2017 ( * * * ), το λουλουδάτο Ogier, Lou Camine 2017 ( * * * ), το βαρελάτο, τροπικό Mont Redon 2017 ( * * * ) και το γεμάτο αμυγδαλόπαστα, υπέροχο Genestiere, Lirac 2016 ( * * * ½ ).

Παρόλο το θεωρητικά “ταπεινότερο” status τους, οι ονομασίες προέλευσης Cotes du Rhone και Cotes du Rhone Villages  και στην περίπτωση των λευκών  μου προσέφεραν  εφάμιλλες συγκινήσεις με κάποια εκ των Crus, αν και παρουσιάζουν μεγαλύτερες ποιοτικές διακυμάνσεις. Τα διαφορετικά terroirs των  χωριών που απαρτίζουν την περιοχή και οι αμέτρητοι ποικιλιακοί συνδυασμοί προσφέρουν ένα μεγάλο εύρος αρωμάτων και γεύσεων, καθένα εκ των οποίων έχει τους δικούς του εκπροσώπους.

Φυσικά κυρίαρχο είναι το κλασσικό βουτυράτο και βαρύ ανθώδες στυλ που εκφράζεται σε όλο του το μεγαλείο στις περιπτώσεις των Vidal Fleury, Cote du Rhone 2017 ( * * * ½ ), La Bastide, Tradition 2018 ( * * * ) και Les Asseyras, Cote du Rhones 2018 ( * * * ). Αντίθετα λιγότερο πειστικά ήταν τα Chevalier d’ Anthelme 2018 ( * * ½ ) του Cellier des Chartreux, το Parallele 45 Bio 2017 ( * * * ) του Jaboulet, το Cotes du Rhone Villages Laudun 2016 ( * * ½ ) του Maravilhas Maestral, το Cotes du Rhone Villages Rochegude 2017 ( * * ½ ) του Grand Ribe αλλά και τα L’ Amandine, Cotes du Rhones 2017 ( * * ½ ), L’ Espigouette, Cotes du Rhones 2017 ( * * ) και Baron de Montfaucon 2017 ( * * ½ ).

Ισχυρή όμως και η παρουσία του πιο μοντέρνου στυλ που χαρακτηρίζεται από τροπικά αρώματα, γλυκόξινη γεύση και ενίοτε βαρέλι, στυλ που θυσιάζει λίγη από την τυπικότητα προς όφελος της εκφραστικότητας. Το πανέμορφο Je Resiste a Tout Sauf a la Tentation 2018 ( * * * ½ ) αποδεικνύει ότι το Cellier des Chartreux τα καταφέρνει εδώ πολύ καλύτερα και μαζί με το Cotes du Rhone 2017 ( * * * ½ ) του La Valeriane σέρνουν τον χορό, με άξιους συν παραστάτες τα Saint Vinsent 2017 ( * * * ) του Meffre, το L’ Ame du Chene  2017 ( * * * ) της Corinne Depeyre, το L’Atout du Pique 2017 ( * * * ) του Pique Basse και το GT-Viognier 2018 ( * * * ) του LePlan Vermeersch.

Συμπερασματικά για ακόμα μια φορά τα λευκά του νότιου Ροδανού δεν κατάφεραν στα μάτια μου να ακολουθήσουν τις εξαιρετικές επιδόσεις των ερυθρών. Όμως η αναζήτηση θα φέρει στο ποτήρι κάθε οινόφιλου πολύ καλά κρασιά που τιμούν ένα από τα πλέον σημαντικά terroir όχι μόνο της Γαλλίας αλλά και ολόκληρου του κόσμου.


I want to make clear that although I adore high acidities I equally admire the full bodied, creamy wines and especially those that achieve this style due to grape variety and terroir and not because of oak, over-maturation or malolactic fermentation.

So I haven’t even the lightest trace of negative preconception for southern Rhone’s white, as their style faithfully express both the Mediterranean climate and the unique coexistence of numerous grapes in the blends as the Grenache Blanc, Marsanne, Roussanne, Bourboulenc, Pic Poul, Clairette  and Viognier.

Yet, the borders between creamy or fat and heavy or flabby are very narrow and contrary to other cases that “soft” grapes –like  Greece’s Savatiano and Vidiano – (usually) manage to stay in the correct side, many wines from this important (and beloved) region lack the necessary nerve and sparkle.

Always willing to give another chance, I brought to my glass the rare whites of Cairanne that representing only the 3% of this –enjoying a Cru status – appellation. Alary, L’Exclus 2017 ( * * * ) just managed to walk the line of fatness and to offer the floral and buttery typicity without became heavy. On the other hand, L’ Olivier 2017 ( * * ½ ) of Galuval and Estevenas 2017 ( * *  ) of Rabasse Charavin were plagued by excessive sense of alcohol and lack of flavor.

Lirac’s flatter vineyards are achieving better results by adding a pinch of minerality, exoticism and acidity. Of course the supple, buttery signature is present and successfully exhibited by the classic Rocca Maura, Lirac 2017 ( * * * ), the floral Ogier, Lou Camine 2017 ( * * * ), the oaky, tropical Mont Redon 2017 ( * * * ) and the marzipan- oriented, wonderful Genestiere, Lirac 2016 ( * * * ½ ).

Despite the theoretically “humbler” status, the appellations Cotes du Rhone και Cotes du Rhone Villages are offering equal strong emotion as some of the Crus, albeit with broader quality variation. The different terroirs of the countless villages that are included in these appellations and the unlimited varietal combinations chosen are offering a wide range of aromas and tastes, its style having its own representatives.

As expected the buttery and heavy floral classic style dominated and gloriously expressed in the cases of Vidal Fleury, Cote du Rhone 2017 ( * * * ½ ), La Bastide, Tradition 2018 ( * * * ) and Les Asseyras, Cotes du Rhone 2018 ( * * * ). Less persuasive are the  Chevalier d’ Anthelme 2018 ( * * ½ ) by Cellier des Chartreux, Parallele 45 Bio 2017 ( * * * ) by  Jaboulet,  Cotes du Rhone Villages Laudun 2016 ( * * ½ ) by Maravilhas Maestral, Cotes du Rhone Villages Rochegude 2017 ( * * ½ ) by  Grand Ribe but also L’ Amandine, Cotes du Rhone 2017 ( * * ½ ), L’ Espigouette, Cotes du Rhone 2017 ( * * ) and  Baron de Montfaucon 2017 ( * * ½ ).

On the other hand the more modern style –characterized by tropical aromas, sweet-sour taste and some obvious oak- is strongly present and ready to sacrifice some of the typicity for the benefit of expressiveness.  The beautiful Je Resiste a Tout Sauf a la Tentation 2018 ( * * * ½ ) proves that Cellier des Chartreux is more suited to this style, having as worthy deputies the Cotes du Rhone 2017 ( * * * ½ ) of La Valeriane as well as Saint Vinsent 2017 ( * * * ) from Meffre, L’ Ame du Chene  2017 ( * * * ) from Corinne Depeyre, Pique Basse, L’Atout du Pique 2017 ( * * * ) and  LePlan Vermeersch, GT-Viognier 2018 ( * * * ).

As a conclusion, once again the whites of southern Rhone cannot achive –in my eyes- to keep up with the pace of reds. But at least, a careful selection will bring in the glass of every wine lover beautiful examples, that pay tribute to one of world’s most distinctive terroirs.

Παραδουνάβιος Αφρός! / The …mousse Dounabe!

For English text stroll down…

H αφρώδης παράδοση της Αυστρίας είναι μεγάλη, μιας και ήδη από τον 19ο αιώνα η σπουδαία αυτή οινοπαραγωγική χώρα προσφέρει τις δικές της εκδοχές που ακούν στο όνομα Sekt.  Απολύτως λογικό βέβαια αυτό, μιας και τα ψυχρά κλίματα ευνοούν την παραγωγή ενός είδους όπου η φρεσκάδα του φρούτου, οι υψηλές οξύτητες και το χαμηλό ph είναι προαπαιτούμενα.

Βέβαια οι τρομερές επιδόσεις που επιτυγχάνουν όλα τα κρασιά της χώρας έχουν δημιουργήσει μια πολύ σοβαρή κρατική αντιμετώπιση γύρω από το κρασί, σοβαρότητα που δεν θα μπορούσε να εξαιρεί τις Αυστριακές φυσαλίδες. Έτσι εκτός από τα απλά Sekt που μπορούν να παράγονται χωρίς γεωγραφικούς ή άλλους περιορισμούς, δημιουργήθηκε προσφάτως η κατηγορία Sekt g.U όπου –εκτός των άλλων προδιαγραφών- η πρώτη ύλη πρέπει να προέρχεται από μικρότερα ή μεγαλύτερα γεωγραφικά διαμερίσματα.

Τα εν λόγω αφρώδη είναι χωρισμένα σε 3 βαθμίδες, κάποιους από τους εκπροσώπους της κάθε μίας είχα την ευκαιρία να δοκιμάσω κατά την διάρκεια του Best Sommelier of the World 2019. Τα κρασιά της Αυστρίας είχαν μια πολύ δυναμική παρουσία στο σπουδαιότερο οινοχοϊκό γεγονός του πλανήτη και τα αφρώδη της προσπάθησαν να αποδείξουν ότι μπορούν να πετύχουν εφάμιλλες επιδόσεις με τα εκπληκτικά ξηρά και γλυκά λευκά  αλλά και τα εντυπωσιακά κόκκινα.

Τα Sekt g.U Klassik μπορεί να παράγονται με οποιαδήποτε μέθοδο, όπως πρέπει να προέρχονται από ένα οινικό διαμέρισμα και να έχουν παραμείνει με τις οινολάσπες για τουλάχιστον 9 μήνες. Το στυλ τους είναι συνήθως ελαφρύ και φρουτώδες και το Welschriesling Sekt Klassik Burgenland g.U NV ( * * * ) του Szigeti το αποδεικνύει χαρίζοντας καθαρά αρώματα αχλαδιού – λεμονόφυλλων αλλά και ζωηρό στόμα.

Η κατηγορία Sekt g.U Reserve απαιτεί χειρωνακτικούς τρύγους, ευγενικές πιέσεις και παραδοσιακή μέθοδο με την ελάχιστη παραμονή με τις οινολάσπες να ορίζεται στους 18 μήνες. Το dosage δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 12gr/lt, όμως ο Harkamp αποφάσισε να φτάσει στο άλλο άκρο! Έτσι το Zero Dosage Sekt Reserve Steiermark g.U 2014 ( * * * ) προέκυψε πολύ ελαφρύ, όξινο και μονοδιάστατα λεμονάτο απαιτώντας 3-5 χρόνια στην φιάλη. Αντίθετα ο γνωστός μας Brundlmayer χρησιμοποιεί αποκλειστικά Chardonnay καθώς και ωρίμανση του κρασιού βάσης  σε μεγάλα βαρέλια για να “γεμίσει” τον γεμάτο πράσινο μήλο και γλυκό λάιμ χαρακτήρα του Blanc de Blancs Sekt Reserve g.U Niederosterreich NV ( * * * ½ ).

Οι πιέσεις μειώνονται ακόμα περισσότερο και η ελάχιστη παραμονή με τις οινολάσπες αυξάνεται στους 30 μήνες στα Sekt g.U Grosse Reserve, την κατηγορία που στα χαρτιά αποτελεί την ύψιστη έκφραση των Αυστριακών αφρωδών. Το Dockner Josef, Sekt Grosse Reserve g.U Niederosterreich 2014 ( * * * ½ ) από το αμπελοτόπι Ried Frauengrund το πράττει και στην πράξη, με πολλές ζύμες, εντυπωσιακό γλυκό ξεκίνημα και κατάξηρη επίγευση.

Ακόμα πιο υπέρπυκνο είναι το Gruner Veltliner Sekt Grosse Reserve g.U Niederosterreich  Ried Steinhaus 2013 του Steininger ( * * * ½ ). Ζύμες και καπνός δημιουργούν ένα εκρηκτικό μπουκέτο, ενώ το ελαφρύ στόμα υπολείπεται λίγο ως προς την γευστική διάρκεια. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση του Gruner Veltliner Sekt Grosse Reserve g.U Niederosterreich Gottweig NV ( * * * ) του Muller, με τα αρώματα του αχλαδιού και του μελιού να παίρνουν πάντως την σκυτάλη από τις ζύμες.

Βέβαια οι ροζέ προτάσεις δεν λείπουν ούτε σε αυτό το επίπεδο, με το Rose Sekt  Grosse Reserve g.U Niederosterreich Strass NV ( * * * ) του Topf Johannes να βάζει αποξηραμένα λουλούδια και κόκκινα φρούτα πλάι στο ελαφρύ, όξινο στόμα.

Παράλληλα με τα Sekt η μόδα των φυσικών κρασιών έχει φέρει πάλι στο προσκήνιο τα Pet Nat, τα αφρώδη δηλαδή που εμφιαλώνονται (θολά και αφιλτράριστα) προτού ολοκληρώσουν την πρώτη ζύμωση. Η Αυστρία έχει πολλούς εκπροσώπους αυτού του εκφραστικού και απρόβλεπτου είδους, όπως το Osterreich Pet Nat 2018 ( * * * ½ ) των Hager που εντυπωσιάζει με την αγριάδα, την οξύτητα και τις ελάχιστες τανίνες του αλλά και τα έντονα αρώματα αχλαδιού και ζυμαριού. Λίγο πιο λιβανάτο και ελαφρύ είναι το Osterreich Pet Nat Gruner Veltliner “Kalkspitz” του Christoph Hoch ( * * * ) ενώ το Undhof, Osterreich Pet Nat Riesling “Wolke Fur Zwei” 2017 ( * ) δεν τα κατάφερε το ίδιο καλά όντας πλαδαρό και γεμάτο οινόπνευμα.

Χωρίς αμφιβολία η Αυστρία θέτει εαυτόν ανάμεσα στις σημαντικές  χώρες για την παραγωγή αφρωδών, όμως για άλλη μια φορά αποδεικνύεται ότι αυτή η κατηγορία βρίσκεται σε ένα δικό της επίπεδο δυσκολίας σε σχέση με όλα τα άλλα είδη κρασιού. Έτσι ενώ προσφέρει λίαν αξιόλογες ετικέτες σε όλες τις ποιοτικές βαθμίδες, δεν μπορεί να συναγωνιστεί σε απόλυτες επιδόσεις περιοχές και χώρες όπως η Καμπανία, η Λομβαρδία ή ακόμα και η Αγγλία. Εξαιρουμένων βέβαια τέτοιων τόπων που ασχολούνται (σχεδόν) αποκλειστικά με τα αφρώδη, η Αυστρία δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τον διεθνή ανταγωνισμό, προσφέροντας εξαιρετικές όσο και λιγότερο πολυφορεμένες προτάσεις σε όσους θέλουν να βάλουν διαφορετικές “πέρλες” στα ποτήρια τους.


Austria’s tradition in sparklers is long-standing, as from the 19th century the country is offering its own version known as Sekt. This makes sense, as cool climates like Austria’s favor this style of wine where freshness of fruit, high acidity and low Ph are mandatory.

The terrific performance of Austrian wine industry as a whole has been founded around a very serious official organization, and the sparkling wines could not have been excluded from this. So, beside the plain Sekt, which can be produced without geographical restrictions, a new category has recently been created, g.U Sekt. Among other specifications, this status demands  the used grapes to derive from smaller or bigger wine districts.

These Sekt are divided in 3 quality levels, some samples of each I had the opportunity to taste during the Best Sommelier of the World 2019 competition. Austrian wines had a very dynamic presence in the most prestigious sommelier event of the planet, and its sparklers tried to prove that they can be in par with the breath -taking dry and sweet whites as well as with country’s impressive reds.

Sekt g.U Klassik can be produced either with the traditional or the Charmat method, yet the grapes for the base wine must come from a single federal state and the maturation on the lees must exceed the period of 9 months. Their style is usually light bodied and fruity and Szigeti with his  Welschriesling Sekt Klassik Burgenland g.U NV ( * * * ) offers a typical example, characterized by clean pear – lemon leaves aroma and vibrant palate.

The Sekt g.U Reserve level demands hand picked grapes, gentle pressing (60% of yield) and use of traditional method with 18 months with the lees. Dosage must by less than 12gr/lt, but Harkamp decided to opt for the other end! So his Zero Dosage Sekt Reserve g.U Steiermark 2014 ( * * * ) is very light, nervous and overly lemony, demanding 3-5 years aging. On the contrary, the (well known to Greece)  Brundlmayer winery uses exclusively Chardonnay and matures the base wine in big foudres so as to “full up” the Granny Smith and lime character of Blanc de Blancs Sekt Reserve g.U Niederosterreich NV ( * * * ½ ).

The pressing is even lower (50%) and the maturation even longer (30 months minimum) in the case of Sekt g.U Grosse Reserve, the category that expresses  –at least in theory- Austrian sparklers at their best. Dockner Josef, Sekt Grosse Reserve g.U Niederosterreich 2014 ( * * * ½ ) from Ried Frauengrund cru does exactly that, offering pronounced yeasty character, sweet first impression and long, bone dry aftertaste.

Even more dense is Gruner Veltliner Sekt Grosse Reserve g.U Niederosterreich  Ried Steinhaus 2013 from Steininger ( * * * ½ ). The bouquet of bread and smoke is explosive, yet the light bodied taste is just a little shorter- lasting than expected. The same applies in the case of Muller’s Gruner Veltliner Sekt Grosse Reserve g.U Niederosterreich Gottweig NV ( * * * ), a pear and honey- dominated cuvee.

Of course the rose versions are present in this level too, and the Rose Sekt Grosse Reserve g.U Niederosterreich Strass NV ( * * * ) of Topf Johannes combines pot pourri and redcurrant nuances with light bodied, acidic taste.

Natural wines are in vogue so beside Sekt wine lovers can find some Austrian Pet Nat, the natural sparkling wines that bottled unfiltered (usually with a beer crown) before they finish the fermentation.  Osterreich Pet Nat 2018 ( * * * ½ ) from Hager is an interesting example of this expressive yet unpredictable style, being full of acid and tannins -based “wildness”, as well as pronounced pear and dough aromas. Lighter and more incense –dominated is Christoph Hoch’s Osterreich Pet Nat Gruner Veltliner “Kalkspitz” ( * * * ), while Undhof, Osterreich Pet Nat Riesling “Wolke Fur Zwei” 2017 ( * ) hasn’t evolved successfully, being flat and spirity.

Without doubt Austria is a very important sparkling producing country, however the reality proves again than this wine category is at its own leaguel in term of difficulty. Thus, all Sekt levels may offer excellent wines, but in absolute terms Austria cannot yet face the competition of regions and countries like Champagne, Lombardy and England.

But with the exception of such places –that are dealing almost exclusively with sparkling wines – Austria has nothing to jealous of the rest of the world. Moreover its wines are not only of high quality but less overly used too, so Austrian sparklers are a perfect alternative for those who want to pour some distinctive mousse in their flutes!

Farnese Wines, νοτιοϊταλικό sprint./ Farnese Wines, south italian sprint.

 

For English text stroll down…

Από μικρός το όνειρο του Valentino Sciotti  ήταν να γίνει είτε επαγγελματίας ποδηλάτης είτε οινοπαραγωγός. Η τύχη έφερε το δεύτερο, όμως ο νεαρός από το Abruzzo είχε πολλές ανηφόρες να ανέβει -και μάλιστα χωρίς ποδήλατο- προκειμένου να γίνει αυτό που είναι σήμερα, δηλαδή ένα από τα μεγαλύτερα οινικά ονόματα της Νότιας Ιταλίας.

Πολλά βέβαια είναι και τα χρόνια που έχουν περάσει από τότε που φόρτωνε το 500αρακι του με σταφύλια , όμως με αγάπη, πάθος και εργατικότητα δημιούργησε τον όμιλο Farnese, που μετρά 12 brands  και ετήσιες πωλήσεις που ξεπερνούν τις 24  εκατομμύρια  φιάλες .

Με την οινική του «αυτοκρατορία» να  δραστηριοποιείται από τo Abruzzo μέχρι και την Σικελία, αμέτρητες ποικιλίες και terroirs αναδεικνύονται μέσα από το δυναμισμό της Farnese. Ένα κομμάτι της υπέροχης γκάμας της είχα την ευκαιρία να δοκιμάσω στο πλαίσιο του διαγωνισμού για τον καλύτερο οινοχόο του κόσμου, το Best Sommelier of the World που διοργάνωσε η ΑSI στην Αμβέρσα του Βελγίου.

Η ποικιλία Pecorino έχει δημιουργήσει μεγάλο θόρυβο γύρω από το όνομά της και κρασιά σαν το Vini Fantini,  Casale Vecchio Pecorino 2018 ( * * * ½ ) αποδεικνύουν το γιατί. Το χαρισματικό αυτό σταφύλι από το Abruzzo διαθέτει αρωματική εκφραστικότητα ανανά αλλά και ισορροπημένο στόμα με flavor αρμπαρόριζας που θυμίζει μια κορυφαία Μαλαγουζιά.

Βέβαια το ζεστό κλίμα αυτού του κομματιού της Ιταλίας ευνοεί την καλλιέργεια ερυθρών σταφυλιών, οπότε αυτά έχουν εδώ την τιμητική τους, αρχής γενομένης από το Vigneti del Salento, Zolla 2017 ( * * * ). Προερχόμενο αποκλειστικά από την ποικιλία Negroamaro, αυτό το Primitivo di Manduria DOC διαθέτει έντονα βαριά αρώματα που θυμίζουν γαρύφαλλο και σοκολάτα γάλακτος. Όμως το στόμα προσφέρει ευχάριστες εκπλήξεις αφού είναι γεμάτο δροσερό, ζουμερό φρούτο ενώ ταυτόχρονα δίνει ρεσιτάλ μαλακών, ευχάριστων τανινών.

Το Vini Fantini, Edizione Cinque Autoctoni NV ( * * * ½ ) βάζει μαζί 5 σπουδαία ντόπια σταφύλια (Primitivo, Negroamaro, Montepulciano,  Sangiovese και Malvasia Nera) εντυπωσιάζοντας με την συμπύκνωση των αρωμάτων γλυκόριζας και σοκολάτας. Όμως και το στόμα δεν πάει πίσω, αφού παρόλο το πλούσιο σώμα και το έντονο βαρέλι δεν γίνεται διόλου βαρύ, εκμεταλλευόμενο το εξαιρετικό φρούτο, την έλλειψη ξυλίλας και τις όμορφες τανίνες. Το πιπεράτο τελείωμα είναι η τελευταία ποιοτική πινελιά σε ένα σύνολο με δυναμικό 10ετίας.

Αντίθετα πιο άγρια είναι τα πράγματα στην περίπτωση του Vini Fantini, Opi Montepulciano d’ Abruzzo 2012 ( * * * ½ ), μιας κορυφαίας έκφρασης αυτού του αμπελώνα της Αδριατικής. Πρόκειται για ένα  οργανικό Montepulciano ρεφάρει με συμπύκνωση την έλλειψη έντασης των αρωμάτων μαύρου φρούτου, μπαχαρικών και σοκολάτας. Όμως παρόλη την ηλικία του δεν είναι μόνο κλειστό στην μύτη αλλά και νέο στο στόμα, με τον γευστικό του πλούτο, την βασιζόμενη σε άφθονες τανίνες και οξύτητα δομή και το αξιοσημείωτο μάκρος να υπόσχονται συγκινήσεις έως το 2035.

Το Vigneti di Vulture,  Piano del Cerro Aglianico del Vulture 2015 ( * * * ½ )  προέρχεται από τον μοναδικό τόπο στην Basilicata που παρόλη την τοποθέτησή του τόσο νότια στον χάρτη χάνει τα πρωτεία της πιο κρύας περιοχής της Ιταλίας μόνο από το αλπικό  Bolzano! Σπουδαίες εδώ οι επιδόσεις του… ελληνόφερτου Aglianico που εκφράζεται με νεοκοσμική δύναμη, μπουκέτο ώριμων φρούτων και λουλουδιών αλλά και στιβαρό μάκρος που ποτέ δεν γίνεται επιθετικό.

Εξαιρετικές συνεπώς οι εντυπώσεις  που αφήνει στο σύνολό του το Farnese Group, αφού τα κρασιά του διαθέτουν πυκνό ολοζώντανο φρούτο που δεν αφήνει τον νεοκοσμικό τους χαρακτήρα να γίνει κουραστικός. Παράλληλα, με την εξωστρέφεια και τις υποδειγματικές τους τανίνες θα κερδίσουν τόσο τον αρχάριο όσο και τον απαιτητικό στο κρασί.

Ως εκ τούτου η μοίρα μάλλον αποφάσισε σωστά για τον Valentino Sciotti. Και αυτό γιατί η εξέλιξη του σε έναν κορυφαίο ποδηλάτη απλά θα αποτελούσε μια πιθανότητα, ενώ η εξέλιξή του σε έναν   κορυφαίο οινοπαραγωγό είναι μια πραγματικότητα, πραγματικότητα που οι ανά τον κόσμο οινόφιλοι μπορούν να απολαύσουν με κάθε φιάλη που φέρει το όνομα Farnese. Για την ιστορία πάντως, όπως δεν ξεχνάει από που ξεκίνησε, ο Valentino Sciotti  δεν ξεχνάει και την άλλη του αγάπη, με την σπουδαία επαγγελματική  ποδηλατική ομάδα Vini Fantini -της οποίας είναι χορηγός- να αλώνει και τα ποδηλατικά (αυτή τη φορά) βάθρα!


His dream as a child is to become either a professional cyclist or a wine producer. Although the fortune decided for the latter, Valentino Sciotti had to overcome a lot of steep climbs in his way to establish Farnese Group, one of the most important and dynamic  wine companies in  southern Italy.

Of course many years have passed since the Abruzzo –born youngster fully loaded his tiny Fiat 500 with grapes, but the difficulties didn’t discourage him and he is rewarded for his passion and industriousness with the success of Farnese, a group that counts 12 brands and sells more that 24 million bottles.

Today, his “empire” covers nearly the half of the country, so countless varieties and terroirs –from Abruzzo to Sicily- are showcased through Farnese’s dynamism. Luckily enough, I had the opportunity to taste a small percentage of its extended range during the Best Sommelier of the World, the precious competition organized by ASI in Antwerp, Belgium.

The Pecorino grape has created a lot of buzz, a buzz that is justified by wines like Vini Fantini, Casale Vecchio Pecorino 2018 ( * * * ½ ). This expressive wine from Abruzzo region is full of tropical character, pelargonium infused balance and creaminess reminiscent of Malagouzia.

The warm climate of this part of the country favours the reds,  that’s why they represent  the lion’s share In Farnese collection. Vigneti del Salento, Zolla 2017 ( * * * ) is a perfect introduction to the range of reds, produced  from 100% Primitivo grape. This Primitivo di  Manduria DOC  may offers  heavy floral and milk chocolate aromas, yet the palate is surprisingly  vibrant and fruity, assisted by perfectly soft tannins.

The Vini Fantini, Edizione Cinque Autoctoni NV  ( * * * ½ ) blends 5 serious grape of the south (Primitivo, Negroamaro, Montepulciano,  Sangiovese and Malvasia Nera) and impresses with the liquorice and chocolate concentration. The full- bodied taste is in the same quality level despite the pronounced oak, as the fruitiness, the lack of woody character and the fine tannins preserve it from being heavy or aggressive. The long peppery aftertaste is the icing in a tasty wine cake with a 10 years ageing  potential.

On the other hand the things get more wild in the case of Vini Fantini, Opi Montepulciano d’ Abruzzo 2012 ( * * * ½ ), a top- notch expression of Abruzzo’s vineyard. This organic Montepulciano may has low black fruit, spice and chocolate intensity, but it compensates with enormous concentration, firm structure, and long aftertaste. Despite its age, Opi is still very young and disintegrated, needing at least 10 years in the cellar to reach its peak.

Vigneti di Vulture,  Piano del Cerro Aglianico del Vulture 2015 ( * * * ½ ) comes from Vasilicata, a unique place that despite its south  location only  lost the lead for the coolest  region in Italy by the alpine Bolzano! The Greek -originated grape Aglianico thrives in the semi- high altitude of 600m, and this ultra premium wine clearly proves it with impressive power, complex bouquet of  ripe black fruit and flowers and solid but not astringent structure.

Thus the impression that Farnese Group leaves is excellent, as its wines are dense and powerful yet vibrant and tasteful. In addition, their expressive character and exemplary tannins will tease both everyday drinkers and wine connoisseurs.

Taking these into consideration, the faith rightly decided for Valentino Sciotti because his career as a top cyclist would have been only a possibility while his career as a top wine producer is a reality, clearly proven in every single bottle that bears the name Farnese.  However, in the same way that he is not forgetting how he started his winemaking journey, he remained faithful to his bike passion. That’s why he is sponsoring the famous professional bike team Vini Fantini,   achieving both wine and bike wins!

 

 

Ελβετία, ρολόγια ή κρασιά;/ Switzerland, watches or wines;

cmb5 2
The dramatic slope of Lavaux

For English text stroll down…

Το Concours Mondial de Bruxelles δεν είναι ένας απλώς διαγωνισμός κρασιού αλλά μια πραγματική Ολυμπιάδα, αφού με σχεδόν 10000 συμμετοχές, 350 κριτές και 70 χώρες να δηλώνουν παρούσες αποτελεί μια μοναδική εμπειρία για όσους έχουν την ευκαιρία να αποτελέσουν μέρος της. Την μοναδικότητα του event μάλιστα ενισχύει η φιλοξενία του σε διαφορετικό κάθε χρονιά τόπο, με τον διαγωνισμό του 2019 να λαμβάνει χώρα στο Aigle της Ελβετίας.

Η συμμετοχή μου εκεί ως κριτής, όχι μόνο μου επέτρεψε να βιώσω μια μεγάλη  γιορτή του παγκόσμιου κρασιού αλλά και γνωρίσω τον αμπελώνα της χώρας. Η για να ήμαστε ακριβέστεροι το ΝΔ της κομμάτι, αφού το Aigle βρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο της λίμνης της Γενεύης.

cmb2
The members of my jury table and our sommelier at the end of CMB 2019

Έχω έρθει αρκετές φορές σε επαφή με τα κρασιά του πανέμορφου αυτού  τόπου, παρόλο που η λιλιπούτεια παραγωγή της σε συνδυασμό με την 5η στον κόσμο κατά κεφαλή κατανάλωση (!) δεν τους επιτρέπει να κάνουν αισθητή την παρουσία τους εκτός συνόρων. Όμως το να βλέπει κανείς από κοντά τους επικλινείς, διαμορφωμένους σε πεζούλες αμπελώνες   είναι ένα εκπληκτικό θέαμα που δεν μπορεί να περιγραφεί ούτε με λόγια ούτε με εικόνες. Άλλωστε δεν είναι τυχαία η ανακήρυξη της συγκλονιστικής πλαγιάς του Lavaux με τα Grand Cru της Dezalay και Colomin ως World Heritage Site από την Unesco.

Όταν κανείς αναλύει τα του οίνου στην περιοχή, το όνομα Chasselas είναι αυτό που θα ακουστεί 99 στις 100 φορές, μιας και αυτή η λευκή ποικιλία είναι η αιχμή του δόρατος όλης της χώρας. Μαλακή, στρόγγυλη και χαμηλόβαθμη, διαθέτει αρώματα που θυμίζουν λευκά λουλούδια, αχλάδι και βούτυρο και πολλές φορές μια πλαδαρότητα που αρχικά θα αποθαρρύνει τους συνηθισμένους σε όξινα, τραγανά κρασιά.

Όμως –όπως και το δικό μας Σαββατιανό- είναι ικανή και για εξαιρετικά πράγματα όταν βρεθεί στον κατάλληλο τόπο και τα σωστά χέρια. Μάλιστα παρόλη την φαινομενικά αρχική ουδετερότητά του είναι ικανότατο και να εκφράσει το terroir από το οποίο προέρχεται αλλά και να παλαιώσει, αφού –περιέργως- τότε είναι που χωνεύει την ορυκτότητα του και αποκτά το νεύρο που δεν έχει στα νιάτα του. Όσο για τις ικανότητες του στο τραπέζι, αυτές είναι αδιαμφισβήτητες μιας και ο ισορροπημένος του χαρακτήρας επιτρέπει ατελείωτους εξαιρετικούς συνδυασμούς.

Η περιοχή της Vaud είναι το βασίλειο της ποικιλίας, αφού στους αμπελώνες της που εκτείνονται γύρω και πάνω από την λίμνη της Γενεύης βρίσκει εξαιρετικές εκφράσεις όπως το Clos Bellevue του Peray, το Lavigny “Domaine du Grandpre” του Rossier ή το Morges Vieilles Vignes της Cave de la Cote. Όλα τα παραπανω κρασιά προέρχονται από την υποπεριοχή La Cote, όμως και το γειτονικό, πανέμορφο Flechy διαθέτει εξίσου αξιόλογους εκπροσώπους της ποικιλίας, με το Paccot Le Colombe, το Suadret, Chasselas Grand Cru και το Alain Pelichet, Fechy Mon Pichet να το αποδεικνύουν περίτρανα.

Όμως η Ελβετία διαθέτει και άλλα λευκά διαμάντια, και μάλιστα πολλών καρατίων! Το Petite Arvine δεν μου ήταν άγνωστο, όμως είχα για άλλη μια φορά την ευκαιρία να απολαύσω τον μοναδικό συνδυασμό του εξωτισμού του με τα εσπεριδοειδή και το μέλι, σε υπέροχες εμφιαλώσεις όπως το PA Chateau Lichter  του Rouvinez ή το σπουδαίο Grain Arvine La Louye της Chappaz, αμφότερα από την σημαντικότατη οινοπαραγωγική περιοχή του Valais.

Αντιθέτως, για πρώτη φορά απόλαυσα το γεμάτο ανανά και μάνγκο ξεμυαλιστικό Doral, με τους Peray και Cave de Cote να προσφέρουν εντυπωσιακές εκδοχές της σπάνιας ποικιλίας.

Αν και  οι Ελβετοί διατρανώνουν την πίστη τους στο Pinot Noir –πίστη που υποστηρίζεται από δείγματα σαν το Champanel Rouge του Henri Cruchon-  προσωπικά ερωτεύτηκα το ζουμερό φρούτο, τον πιπεράτο χαρακτήρα και την πικάντικη στρογγυλάδα του Gamay, όπως εκφράζεται μέσα από κρασιά όπως το φοβερό  Ultimo του ιδίου.

Όμως η ποικιλία του Beaujolais είναι καταπληκτική και στις διασταυρώσεις της με το λευκό Reichensteiner που είναι γνωστές με τα ονόματα Gamaret και Garanoir. Αμέτρητα τα εξαιρετικά μονοποικιλιακά κρασιά και τα blend που δοκίμασα, όπως το L’ Abbesse Rouge του Peray, το Gamaret Expression της Cave de la Cote, ή το Gamaret-Garanoir των Rossier.

Τέλος δεν πρέπει να παραβλέψουμε  τις σπάνιες πλην σπουδαίες ποικιλίες  του Valais Humagne Rouge και Cornalin. Ελαφριές και φίνες, με ευγένεια και χαρακτήρα που θυμίζουν Pinot Noir αποτελούν 2 ακόμα βέλη  στην ερυθρή Ελβετική φαρέτρα, που όπως αποδεικνύει ο Rouvinez με τα Humane Rouge Domaine Ardevaz και Cornalin Domaine Montebeux μπορεί να είναι και ιδιαίτερα αιχμηρά!

Μεγάλος επομένως ο οινικός θησαυρός που κρύβεται σε αυτή την μικρή οινοπαραγωγικά χώρα και πολλές οι συγκινήσεις που θα νοιώσει ο κάθε οινόφιλος που θα έρθει σε επαφή με τα κρασιά της. Κρασιά μάλιστα που δεν είναι διόλου ακριβά σε σχέση με την  χειρωνακτική δουλειά και το οικονομικό επίπεδο  της χώρας, γεγονός που κάνει ακόμα πιο ελκυστική την γνωριμία μαζί τους!


 

Concours Mondial de Bruxelles is not just another wine competition but a real vinous Olympic game, a unique global wine experience involving nearly 10000 entries, 350 judges and 70 countries! Moreover the icing on the cake of this “one –of- a kind” event is organized in a different city and country every year, the 2019 CMB hosted  in Switzerland’s Aigle.

My invitation as a judge not only gives me the opportunity to be part of this fest but also to visit the country’s wine regions. Actually those in the SW part, as Aigle is located close to Lake of Geneva.

I had some previous experience of Swiss wines despite the fact that the miniscule production and the big per capita consumption don’t allow them to become widely known.  But to taste the wines is one thing and to visit the high gradient terraced vineyards is another, and  the breath- taking spectacle cannot be described in words or captured with a photo camera. Moreover, the declaration of the dramatic landscape of the Lavaux site -with its Grands Crus of Dezalay and Colomin- as Unesco World Heritage Site is not accidental…

When someone is referring to wine in this region the name Chasselas is being mentioned 99% of the times, as this indigenous variety is at the spearhead of the region as well as of the whole Swiss wine industry. Soft, creamy and low in alcohol, Chasselas is full of white flower, butter and pear character but sometimes there is a flabbiness that can put off those wine lovers who are fans of acidic, crispy whites.

But –as it is the case with our own Savatiano – Chasselas is capable of high quality in the right place and the right hands. And despite its initial blandness it can offer a great sense of terroir and unbelievable ageing potential. Strangely enough, the Chasselas becomes more acidic with the ageing as it then “digests” the minerality and gains the nerve that is absent during its youth. On the other hand, the balance and the low toned aromas contribute to its tremendous food pairing abilities.

Vaud region is this grape’s  kingdom, as the vineyards that are widespread at the upper part of the lake offer noteworthy expressions like the Clos Bellevue from Peray, the Lavigny “Domaine du Grandpre” from Rossier or the Morges Vieilles Vignes from Cave de la Cote. All the previous labels come from La Cote sub region, yet the neighboring, beautiful Flechy provides equally impressive samples like Paccot’s Le Colombe, Suadret’s  Chasselas Grand Cru and  Alain Pelichet’s  Fechy Mon Pichet.

cmb3
The breath taking Dezalay Grand Cru.

Yet Switzerland has more white diamonds on offer and some of them weight a lot of carats! The Petite Arvine was known to me, but I have one more chance to enjoy its unique blending of tropical, citrus and honey character in the cases of Rouvinez Petit Arvine Chateau Lichter  and Chappaz Grain Arvine La Louye, both from the major wine region of Valais.

On the other hand I enjoy for the first time the pineapple and mango dominated mind –blowing Doral, a rare variety perfectly introduced by both Peray and Cave de la Cote.

The Swiss are swearing  to Pinot Noir and wines likes Champanel Rouge from Henri Cruchon justified their belief. Yet I felt more in love with the vibrant fruit, the peppery character and the piquant roundness of Gamay, these virtues have been presented in some terrific wines like the Ultimo from the same producer.

Moreover, the Beaujolais grape is equally impressive when crossed with the white Reichensteiner grape. The resulting grapes are known by the names Gamaret and Garanoir, both offering fantastic monovarietal cuvees and blends as L’ Abbesse Rouge from Peray, Gamaret Expression from Cave de la Cote and Gamaret-Garanoir from Rossier.

Last but not least the wine lovers must not overlook the high potential rare grapes from Valais,  Humagne Rouge και Cornalin. Both are light bodied and gentle, with the character and breed of a good Pinot Noir. Two more arrows in the Swiss quiver, that can be very sharp as Rouvinez’s  Humane Rouge Domaine Ardevaz and  Cornalin Domaine Montebeux prove!

To sum up, Switzerland may be a tiny wine producing country but has a lot of hidden gems that can provide a lot of excitement to all who try its wines. And if you take into consideration the excessive labor in the vineyards and the financial status of the country these wines are not expensive at all, making this acquaintance even more attractive!

Οινικό bandoneon/ Winey bandoneon.

πηγή: ocho.gr

For English text stroll down…

Το Malbec είναι η αιχμή του δόρατος του Αργεντίνικου κρασιού, οπότε η καθιέρωση της Παγκόσμιας Ημέρας Malbec φαντάζει λογική αφορμή για μια δοκιμή της ποιοτικότατης δουλειάς που γίνεται στους ορεινούς αμπελώνες της Λατινοαμερικάνικης χώρας.

Για 4η φορά η πρεσβεία της Αργεντινής μάζεψε όλους τους Έλληνες εισαγωγείς σε μια παρουσίαση που εκτός από τον βασιλιά Malbec είχε στο πρόγραμμα και άλλα ενδιαφέροντα ερυθρά και λευκά σταφύλια που στα υψηλά των Άνδεων βρίσκουν ξεχωριστά terroir που προικίζουν τα κρασιά με εξωστρέφεια και μοναδική φρεσκάδα.

Ακολουθούν οι προσωπικές μου επιλογές, αρχής γεννωμένης –λόγω σεβασμού!- από τα ερυθρά!

Ερυθρά κρασιά.

 El Porvenir, Laborum Malbec 2015: Αξιοσημείωτα πυκνό στα αρώματα του κασσίς και του δαμάσκηνου αυτή η single vineyard ετικέτα από το κτήμα Rio Seco. Ακόμα εντυπωσιακότερα όμως το βελούδο και η αρμονία στο στόμα. +10 χρόνια. ( * * * * )

Trapiche, Finca Orellana Malbec 2014: Άλλο ένα φοβερό κρασί από την σειρά Terroir Series με πυκνό μπουκέτο ιβίσκου και αγριοβύσσινου, πανίσχυρη πιπεράτη δομή και τανική αγριάδα που απαιτεί παλαίωση 10 ετών. ( * * * * )

Altos las Hormigas, Malbec Reserve 2014: Παλαιά αμπέλια στην Uco Valley, βιοδυναμική καλλιέργεια και ωρίμανση σε foudres 3,5 τόνων είναι λίγα από τα υλικά ενός σπαρταριστού, πιπεράτου και εκπληκτικά βελούδινου Malbec. ( * * * * )

Michel Rolland, Clos de los Siete: Αν και ο πολυσυζητημένος οινολόγος έχει κάνει σουξέ με το υπερώριμο πληθωρικό στυλ του, σε αυτό το blend με πρωταγωνιστές τα Malbec και Merlot προτάσσει την φρεσκάδα και την αυστηρότητα. +5 χρόνια. ( * * * ½ )

Krontiras, Dona Silvina Blend 2014: Η μονοποικιλιακή εμφιάλωση του Aglianico πάντα μου φαινόταν πολύ σκληρή, εδώ όμως η σύμπραξη με το Malbec δίνει ιδανική αγριάδα στην ώριμη και κρέατινη παρουσία του blend. +5 χρόνια. ( * * *  ½ )

El Porvenir, Amauta Absoluto Tannat 2017: Πολύ ενδιαφέρον, inox Tannat που πλάι στο μαύρο φρούτο βάζει λίγες νότες καπνιστού ψαριού! Η οξύτητα και η “πρασινάδα” προσδίδουν δροσιά χωρίς να  είναι διόλου ενοχλητικές. ( * * * )

Rutini, Trumpeter Bonarda 2014: Τα 5 χρόνια έχουν προσδώσει σε αυτό το οινοποιημένο σε δεξαμενή κρασί πιπεράτη εξωστρέφεια και χαρακτήρα κόκκινων φρούτων, χωρίς να του έχουν αφαιρέσει στάλα σπαρταριστής δροσιάς. ( * * * )

Krontiras, Fresh Malbec 2017: Ένα κρασί συνεπές με το όνομά του, αφού η απουσία βαρελιού βάζει ζωντανό φρούτο και λουλούδια μαζί με ελαφρύ, όξινο στόμα σε ένα ευκολόπιοτο σύνολο. Οι τανινούλες πάντως θέλουν 1-2 χρόνια… ( * * * )

Ροζέ κρασιά.

 Rutini, Trumpeter Rose 2017: Ένα ροζέ από Malbec, που όμως δεν γίνεται καθόλου βαρύ. Αντίθετα τα ντελικάτα αρώματα μούσμουλου και λουλουδιών και η οξύτητα που υποστηρίζει τον κρεμώδη χαρακτήρα του το καθιστούν τρυφερό… ( * * * )

Λευκά κρασιά.

El Porvenir, Laborum Torrontes 2018: Το κτήμα El Retiro δίνει τον καρπό του για αυτό το ιδιαίτερα αυστηρό και σοφιστικέ κρασί. Άγριο παρά τα αρώματα ροδόνερου, απαιτεί μια 5ετία για να δαμάσει την φοβερή οξύτητα του. ( * * * ½ )

El Porvenir, Amauta Absoluto Torrontes 2018: Ένα εξαιρετικά τιμολογημένο (12€) Torrontes που προτάσσει την λεμονάτη πίκρα και δροσιά. Ελαφρύ και όξινο, μακρύ φέρνει μνήμες πράσινης πιπεριάς στο μακρύ τελείωμα. +3 χρόνια. ( * * * )

Trapiche, Broquel Chardonnay 2016: Ελκυστική ένταση λευκού σπαραγγιού και ανανά για αυτό το βαρελάτο Chardonnay. Όμως η δρυς δεν φαλτσάρει καθόλου, και για αυτό φροντίζει η δροσερή οξύτητα και το σπαρταριστό τροπικό flavor. ( * * * )

Norton, Coleccion Torrrontes 2018: Ένα ιδιαίτερο κρασί που προτάσσει την …Sauvignon Blanc και όχι την Μοσχοφιλεράτη όψη της ποικιλίας. Άγουρο, ελαφρύ και γεμάτα αρώματα κίτρου, θα δώσει και άλλα αν ανοιχτεί το 2021. ( * * * )

Piedra Negra, Torrontes Alta Coleccion 2016:  Η μπορντολέζικη οικογένεια Lurton υπογράφει αυτό το κρασί και ως εκ τούτου αυτό είναι γεμάτο πράσινες πιπεριές και εσπεριδοειδή. Επίσης είναι ελαφρύ, νευρικό και εντυπωσιακά φρέσκο. ( * * * )


Malbec is in the forefront of Argentinean wine industry, so the creation of Malbec World Day gives a great opoortunity to taste the results of the excellent job executed in the high altitude vineyards of this Latin America’s country.

For the 4th time the Embassy of Argentina organized a wine tasting in collaboration with the major Greek importers, in a “program” that beside the “king” Malbec was including other red and white varieties that thrive at the different terroirs, in the foothills of Andes.

My personal references are listed below in reverse order (first the reds, last the whites) as a tribute paid to Malbec!

Red Wines.

 El Porvenir, Laborum Malbec 2015: This single vineyard label from Finca Rio Seco offers very concentrated aromas of cassis and plums. Though, even more impressive is the velvety sensation and harmony on the palate. +10 years ( * * * * )

Trapiche, Finca Orellana Malbec 2014: Another terrific addition to the Terroir Series of Trapiche, exhibiting hibiscus and morello cherry nose, solid structure, peppery flavor and tannic astringency that demands 10 years of cellaring. ( * * * * )

Altos las Hormigas, Malbec Reserve 2014: Very old vines in Uco Valley, biodynamic farming and maturation in 3,5 tonnes foudres are some of the ingredients of the recipe for this vibrant, complex and astonishingly silky Malbec. ( * * * * )

Michel Rolland, Clos de los Siete: Despite the fact that the controversial oenologist became famous for his over-mature, block buster style, it is freshness and austerity that have the right of way in this Malbec/ Merlot -dominated blend. Best from 2024. ( * * * ½ )

Krontiras, Dona Silvina Blend 2014: I found the monovarietal attempt of Aglianico awfully tannic, but in this case the pairing with Malbec results in a powerful blend of high quality, that is endowed with ripe fruit and meaty character. +5 years. ( * * *  ½ )

El Porvenir, Amauta Absoluto Tannat 2017: An intriguing Tannat from Cafayate’s Salta, which merges black fruit and smoked herring aromas! The high acidity and “greenness” enhance freshness without become annoying. Open after 2020. ( * * * )

Rutini, Trumpeter Bonarda 2014: The 5 years of ageing have enhance the black pepper and raspberry bouquet of this Uco Valley Bonarda, yet they haven’t abstract even the slightest amount of freshness and vibrancy. ( * * * )

Krontiras, Fresh Malbec 2017: The contain of the bottle is very consistent with the name in the label, as the lack of oak allows the fresh fruit, the lightness and the easy drinking character to shine. The tannins need 1-2 years to soften though… ( * * * )

Rose Wines.

 Rutini, Trumpeter Rose 2017: Despite being made from 100% Malbec, this is not a heavy, old school rose. On the contrary it is very delicate and fragile, with aromas of loquat and flowers to compliment the creamy palate. ( * * * )

White Wines..

El Porvenir, Laborum Torrontes 2018: The El Retiro vineyard is the source for this austere yet sophisticate wine. Despite the rose pedal and rose water nuances, it is very wild due to a terrific acidity that needs 5 years to get subdued. ( * * * ½ )

El Porvenir, Amauta Absoluto Torrontes 2018: This Torrontes gives precedence to lemony bitterness and freshness, as well as to lightness and bell pepper character. The aftertaste is very good for the price (12€). It will reach its peak in 2021. ( * * * )

Trapiche, Broquel Chardonnay 2016: Attractive, pronounced white asparagus and pineapple nose for this partially barrel matured white. Yet the oak is not at all dominant, due to the  refreshing acidity and the vibrant tropical flavor. ( * * * )

Norton, Coleccion Torrrontes 2018: A very interesting Torrontes that promotes the …Sauvignon Blanc (and not the Muscat) side of grape’s typicity. So it is light bodied and pleasantly under- ripe, offering citrus flavors that will “blossom” in 2021. ( * * * )

Piedra Negra, Torrontes Alta Coleccion 2016: The famous Lurton family from Bordeaux signs this wine, so the citrus, cat’s pee and green bell pepper aromas come as no surprise. Nor do the light, nervous and impressively fresh palate. ( * * * )

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑