Αναζήτηση

simosgeorgopoulosblog

Πάθος για το κρασί, τον καφέ, τη γεύση και τα αποστάγματα

Ετικέτα

κρασί

Ossian, για το Verdejo σου μόνο!/ Ossian, only for Verdejo!

ossian_3
Very old Verdejo/ Source: http://www.weine-feinkost.de

For English text stroll down…

Από το 2005, ο στόχος για τον Ismael Gozalo και τον Javier Zaccagnini ήταν ένας: η ανάδειξη της ποικιλίας Verdejo και η έκφραση της μοναδικότητας που προσφέρουν τα παλιά αυτόριζα αμπέλια της επαρχίας  Segovia στην  Castillia y Leon.

14 χρόνια μετά, η ιδιοκτησία αυτού του project μπορεί να έχει περάσει στην οικογένεια Ruiz, όμως το όραμα για σπουδαία Verdejo από αυτόν τον χαρισματικό τόπο στα ΒΔ της Μαδρίτης όχι μόνο παραμένει αναλλοίωτο αλλά αντίθετα έχει ενδυναμωθεί με αγορά και άλλων αμπελώνων, φέρνοντας το σύνολο της ιδιοκτησίας της Ossian στα 115ha, 50 εκ των οποίων είναι φυτεμένα με προφυλλοξηρικά ή αυτόριζα αμπέλια!

Επιπλέον, κάτω από την καθοδήγηση του σπεσιαλίστα στα λευκά σύμβουλου οινολόγου Rafael Palacios, ποιοτικές αλλαγές έχουν γίνει και στην οινοποίηση, όπως οι μεγαλύτερες παραμονές  με τις οινολάσπες και η χρήση μεγάλων βαρελιών πλάι στις inox δεξαμενές.

To “εισαγωγικό” –εισαγωγικό που λέει ο λόγος μιας και το 60% της πρώτης ύλης προέρχεται από προφυλλοξηρικά αμπέλια!- Quintaluna 2017 ( * * * ½ ) μετουσιώνει όλα τα παραπάνω σε ένα υπέροχο σύνολο που προσφέρει πυκνή, κλειστή μύτη ώριμων κίτρινων φρούτων και ορυκτών. Οι 14,5 αλκοολικοί βαθμοί ρεφάρονται από εξαιρετικά ενσωματωμένη οξύτητα, το flavor μπλέκει τροπικές νότες με αυτές της καρύδας και η επίγευση αφήνει μνήμες περγαμόντου μαζί με απαλό χάδι ξύλου, αποζητώντας 2-3 ακόμα χρόνια στην φιάλη.

Το Verdling Trocken 2015 ( * * * ) από την άλλη δεν κατάφερε για μια ακόμη φορά να με κερδίσει παρ όλη την βαριά Γερμανική υπογραφή (και φιλοσοφία) του Klaus Peter  Keller. Εδώ η μύτη εντυπωσιάζει με πολύ πυκνή παρουσία ζαχαρωμένου λεμονιού, βερίκοκου και πετρελαίου, σε μια a la Riesling έκφραση που δικαιολογεί το λογοπαίγνιο της ονομασίας. Όμως το flavor έχει χάσει το φρούτο του αφήνοντας την οξύτητα ξεκρέμαστη και το τελείωμα σχετικά σύντομο.

Αν η όλη προσπάθεια έχει ένα έμβλημα αυτό σίγουρα είναι το ομώνυμο Ossian 2015 ( * * * * ). Οι εξαιρετικά χαμηλές αποδόσεις, η πίεση ολόκληρων των τσαμπιών και η οινοποίηση σε διαφορετικής ηλικίας και μεγέθους βαρέλια διαμορφώνουν έναν  εκρηκτικό όσο και υπέρπυκνο χαρακτήρα ακακίας, βερίκοκου και αμυγδάλου. Ακόμα ασύνδετο πάντως, χρειάζεται  τουλάχιστον μια 8ετία στη φιάλη προκειμένου αν χωνέψει την παντοδύναμη οξύτητα αλλά και το ξύλο.

Η πλέον πρόσφατη ετικέτα Verdling Dulce 2016 ( * * * ) έχει λάβει και αυτή Γερμανικό κανάκεμα, αυτή τη φορά από τον Nick Weiss. Το Dulce βέβαια δεν είναι και πολύ …dulce, αφού αυτό το ζυμωμένο με άγριες ζύμες –όπως και όλα τα άλλα κρασιά της Ossian- Verdejo διαθέτει μόλις 73gr/lt αζύμωτων σακχάρων. Βάλτε απέναντι το ελαφρύ σώμα, την γενναιόδωρη οξύτητα και την κλειστή μύτη αχλαδιού και έχετε ένα σύνολο που περισσότερο θυμίζει Halbtrocken Riesling, διαθέτοντας  ωστόσο μικρότερη γευστική διάρκεια.

Τα κρασιά της Ossian εισάγονται από την Jeroboam, 210 9913316.


Since 2005 Ismael Gozalo and Javier Zaccagnini were having one target: the highlighting of indigenous Verdejo grape and the best possible expression of the uniqueness offered by old, ungrafted vines located at Castilla y Leon’s Segovia province.

14 years later the ownership of this project may be in the hands of Ruiz family, but the faith in the potencial of  this terroir in the ΝW of Madrid to produce great Verdejo remains as strong as ever. As reinforcement to this, more land has been purchased, raising the total vineyard area to 115ha, 50 of them planted with pre-phylloxera or ungrafted vines!

Moreover the white wines specialist Rafael Palacios served as consulting oenologist and the result is a new winemaking approach, involving longer periods on the lies and use of foudres alongside the inox tanks.

The “basic” label –not very basic actually, as 60% of the must comes from pre phylloxera vines!- Quintaluna 2017 ( * * * ½ ) transfigurates all the above in a wonderful package full of dense (yet closed) aromas of ripe peach and minerals. The 14,5% alcohol level counterbalanced by perfectly merged acidity, the flavor combines tropical and coconut nuances, and the aftertaste leave a long bergamot footprint seasoned with gentle oak. A creamy, balanced white that needs 2-3 more years in the bottle.

On the other hand, Verdling Trocken 2015 ( * * * ) didn’t manage (for another time) to impress me, despite the “heavy signature” and German philosophy provided by  Klaus Peter  Keller. Yes, the highly dense bouquet of candied lemon, apricot and petrol –in an a-la Riesling expression that justifies the name’s pun– may be impressive, but there is a lack of flavor and a relatively short and tart aftertaste.

The most precious stone in the Ossian’s crown is the title wine Ossian 2015 ( * * * * ). The extremely low yields, the whole bunch pressing and the use of various age and capacitance barrels are shaping an explosive, ultra concentrated nose of acacia, apricot and almond. Yet the palate of this fantastic wine is still disintegrated, needing at least 8 years of cellaring to merge both the farcing acidity and wood.

The newest release is the Verdling Dulce 2016 ( * * * ), another wine that enjoyed a German …pampering, this time from Nick Weiss. Of course Dulce is not dulce at all, as this wild yeast fermented Verdejo contains only 73gr/lt of residual sugar. Add a light body, tonnes of acidity and muted pear nose and you are in front of a Riesling Halbtrocken –style of wine, albeit with shorter aftertaste and flavor.

Ossian’s range is imported in Greece by Jeroboam, 210 9913316.

 

Παλεύοντας και πάλι με τα λευκά του νότιου Ροδανού…/ Struggling with southern Rhone’s whites, again…

For English text stroll down…

Οφείλω να διευκρινίσω εκ αρχής ότι παρόλο που είμαι λάτρεις των υψηλών οξυτήτων αγαπώ εξίσου τα πλούσια, μαλακά κρασιά. Ιδιαίτερα μάλιστα αυτά που επιτυγχάνουν αυτό το προφίλ λόγω ποικιλίας και terroir και όχι λόγω βαρελιού, υπερωρίμανσης και μηλογαλακτικής.

Ως εκ τούτου μόνο αρνητικά δεν είμαι προϊδεασμένος για τα λευκά του νοτίου Ροδανού αφού όλα τα παραπάνω προκύπτουν αβίαστα λόγω του μεσογειακού κλίματος αλλά και αυτού του μοναδικού μείγματος ποικιλιών όπως το Grenache Blanc, το Marsanne, το Roussanne, το Bourboulenc, το Pic Poul, το Clairette  και το Viognier.

Όμως τα όρια ανάμεσα στο κρεμώδες και το λιπαρό με το βαρύ και πλαδαρό είναι πολύ λεπτά και σε αντίθεση με κρασιά από Σαββατιανό και Βιδιανό που καταφέρνουν (συνήθως) να μην περάσουν την γραμμή, πολλές από τις προτάσεις της σπουδαίας αυτής (και πολυαγαπημένης) περιοχής δεν διαθέτουν το λιγοστό αυτό νεύρο που απαιτείται για να συναρπάσουν.

Πάντα πρόθυμος να δώσω  και άλλες ευκαιρίες έφερα στο ποτήρι μου τα ιδιαίτερα σπάνια λευκά Cairanne που αντιπροσωπεύουν μόλις το 3% αυτής της χαρακτηριζόμενης ως Cru ονομασίας προέλευσης. Το Alary, L’Exclus 2017 ( * * * ) ίσα που κατάφερνε να ακροβατήσει στα όρια του λιπαρού και να δώσει την ανθώδη και βουτυράτη τυπικότητα χωρίς να γίνει πλαδαρό. Αντιθέτως, το L’ Olivier 2017 ( * * ½ ) του Galuval και το Estevenas 2017 ( * *  ) του Rabasse Charavin δεν έπεισαν λόγω της  αλκοολικής αίσθησης και της έλλειψης flavor.

Tα πιο επίπεδα αμπελοτόπια του Lirac τα κατάφεραν καλύτερα αφού έσωζαν την παρτίδα με μια τζούρα ορυκτότητας, εξωτισμού και οξύτητας. Φυσικά το απαλό, βουτυράτο στυλ είναι παρόν και εκπροσωπείται ικανοποιητικά με το κλασσικό Rocca Maura, Lirac 2017 ( * * * ), το λουλουδάτο Ogier, Lou Camine 2017 ( * * * ), το βαρελάτο, τροπικό Mont Redon 2017 ( * * * ) και το γεμάτο αμυγδαλόπαστα, υπέροχο Genestiere, Lirac 2016 ( * * * ½ ).

Παρόλο το θεωρητικά “ταπεινότερο” status τους, οι ονομασίες προέλευσης Cotes du Rhone και Cotes du Rhone Villages  και στην περίπτωση των λευκών  μου προσέφεραν  εφάμιλλες συγκινήσεις με κάποια εκ των Crus, αν και παρουσιάζουν μεγαλύτερες ποιοτικές διακυμάνσεις. Τα διαφορετικά terroirs των  χωριών που απαρτίζουν την περιοχή και οι αμέτρητοι ποικιλιακοί συνδυασμοί προσφέρουν ένα μεγάλο εύρος αρωμάτων και γεύσεων, καθένα εκ των οποίων έχει τους δικούς του εκπροσώπους.

Φυσικά κυρίαρχο είναι το κλασσικό βουτυράτο και βαρύ ανθώδες στυλ που εκφράζεται σε όλο του το μεγαλείο στις περιπτώσεις των Vidal Fleury, Cote du Rhone 2017 ( * * * ½ ), La Bastide, Tradition 2018 ( * * * ) και Les Asseyras, Cote du Rhones 2018 ( * * * ). Αντίθετα λιγότερο πειστικά ήταν τα Chevalier d’ Anthelme 2018 ( * * ½ ) του Cellier des Chartreux, το Parallele 45 Bio 2017 ( * * * ) του Jaboulet, το Cotes du Rhone Villages Laudun 2016 ( * * ½ ) του Maravilhas Maestral, το Cotes du Rhone Villages Rochegude 2017 ( * * ½ ) του Grand Ribe αλλά και τα L’ Amandine, Cotes du Rhones 2017 ( * * ½ ), L’ Espigouette, Cotes du Rhones 2017 ( * * ) και Baron de Montfaucon 2017 ( * * ½ ).

Ισχυρή όμως και η παρουσία του πιο μοντέρνου στυλ που χαρακτηρίζεται από τροπικά αρώματα, γλυκόξινη γεύση και ενίοτε βαρέλι, στυλ που θυσιάζει λίγη από την τυπικότητα προς όφελος της εκφραστικότητας. Το πανέμορφο Je Resiste a Tout Sauf a la Tentation 2018 ( * * * ½ ) αποδεικνύει ότι το Cellier des Chartreux τα καταφέρνει εδώ πολύ καλύτερα και μαζί με το Cotes du Rhone 2017 ( * * * ½ ) του La Valeriane σέρνουν τον χορό, με άξιους συν παραστάτες τα Saint Vinsent 2017 ( * * * ) του Meffre, το L’ Ame du Chene  2017 ( * * * ) της Corinne Depeyre, το L’Atout du Pique 2017 ( * * * ) του Pique Basse και το GT-Viognier 2018 ( * * * ) του LePlan Vermeersch.

Συμπερασματικά για ακόμα μια φορά τα λευκά του νότιου Ροδανού δεν κατάφεραν στα μάτια μου να ακολουθήσουν τις εξαιρετικές επιδόσεις των ερυθρών. Όμως η αναζήτηση θα φέρει στο ποτήρι κάθε οινόφιλου πολύ καλά κρασιά που τιμούν ένα από τα πλέον σημαντικά terroir όχι μόνο της Γαλλίας αλλά και ολόκληρου του κόσμου.


I want to make clear that although I adore high acidities I equally admire the full bodied, creamy wines and especially those that achieve this style due to grape variety and terroir and not because of oak, over-maturation or malolactic fermentation.

So I haven’t even the lightest trace of negative preconception for southern Rhone’s white, as their style faithfully express both the Mediterranean climate and the unique coexistence of numerous grapes in the blends as the Grenache Blanc, Marsanne, Roussanne, Bourboulenc, Pic Poul, Clairette  and Viognier.

Yet, the borders between creamy or fat and heavy or flabby are very narrow and contrary to other cases that “soft” grapes –like  Greece’s Savatiano and Vidiano – (usually) manage to stay in the correct side, many wines from this important (and beloved) region lack the necessary nerve and sparkle.

Always willing to give another chance, I brought to my glass the rare whites of Cairanne that representing only the 3% of this –enjoying a Cru status – appellation. Alary, L’Exclus 2017 ( * * * ) just managed to walk the line of fatness and to offer the floral and buttery typicity without became heavy. On the other hand, L’ Olivier 2017 ( * * ½ ) of Galuval and Estevenas 2017 ( * *  ) of Rabasse Charavin were plagued by excessive sense of alcohol and lack of flavor.

Lirac’s flatter vineyards are achieving better results by adding a pinch of minerality, exoticism and acidity. Of course the supple, buttery signature is present and successfully exhibited by the classic Rocca Maura, Lirac 2017 ( * * * ), the floral Ogier, Lou Camine 2017 ( * * * ), the oaky, tropical Mont Redon 2017 ( * * * ) and the marzipan- oriented, wonderful Genestiere, Lirac 2016 ( * * * ½ ).

Despite the theoretically “humbler” status, the appellations Cotes du Rhone και Cotes du Rhone Villages are offering equal strong emotion as some of the Crus, albeit with broader quality variation. The different terroirs of the countless villages that are included in these appellations and the unlimited varietal combinations chosen are offering a wide range of aromas and tastes, its style having its own representatives.

As expected the buttery and heavy floral classic style dominated and gloriously expressed in the cases of Vidal Fleury, Cote du Rhone 2017 ( * * * ½ ), La Bastide, Tradition 2018 ( * * * ) and Les Asseyras, Cotes du Rhone 2018 ( * * * ). Less persuasive are the  Chevalier d’ Anthelme 2018 ( * * ½ ) by Cellier des Chartreux, Parallele 45 Bio 2017 ( * * * ) by  Jaboulet,  Cotes du Rhone Villages Laudun 2016 ( * * ½ ) by Maravilhas Maestral, Cotes du Rhone Villages Rochegude 2017 ( * * ½ ) by  Grand Ribe but also L’ Amandine, Cotes du Rhone 2017 ( * * ½ ), L’ Espigouette, Cotes du Rhone 2017 ( * * ) and  Baron de Montfaucon 2017 ( * * ½ ).

On the other hand the more modern style –characterized by tropical aromas, sweet-sour taste and some obvious oak- is strongly present and ready to sacrifice some of the typicity for the benefit of expressiveness.  The beautiful Je Resiste a Tout Sauf a la Tentation 2018 ( * * * ½ ) proves that Cellier des Chartreux is more suited to this style, having as worthy deputies the Cotes du Rhone 2017 ( * * * ½ ) of La Valeriane as well as Saint Vinsent 2017 ( * * * ) from Meffre, L’ Ame du Chene  2017 ( * * * ) from Corinne Depeyre, Pique Basse, L’Atout du Pique 2017 ( * * * ) and  LePlan Vermeersch, GT-Viognier 2018 ( * * * ).

As a conclusion, once again the whites of southern Rhone cannot achive –in my eyes- to keep up with the pace of reds. But at least, a careful selection will bring in the glass of every wine lover beautiful examples, that pay tribute to one of world’s most distinctive terroirs.

Prestige Champagne Master Class at Cellier Wine Fair: Μια μοναδική ευκαιρία, μια αξέχαστη εμπειρία.

Η άρτια οργάνωση και η μοναδική ως προς τον  πλούτο και την ποιότητα συλλογή των κρασιών είναι επαρκής λόγοι για να επισκεφτεί κανείς την ετήσια παρουσίαση των Cellier, το Cellier Wine Fair.

Όμως οι λάτρεις της Σαμπάνιας αλλά και  της  δίχως όρια οινικής ποιότητας έχουν έναν επιπλέον λόγο να βρίσκονται την επόμενη Κυριακή 13/10 στο Hilton: Ένα αξέχαστο master class όπου θα παρουσιαστούν 6 μυθικές Σαμπάνιες από 3 ιστορικούς οίκους της περιοχής. Μια συλλογή που επαναπροσδιορίζει έννοιες όπως η πολυπλοκότητα, η φινέτσα, η κλάση, η γευστική διάρκεια και η επίγευση.

Συνεπώς το Prestige Champagne Master Class δεν αποτελεί μονό μια μοναδική ευκαιρία να απολαύσει κανείς κρασιά που θα έχει ελάχιστες πιθανότητες  να τα φέρει ποτέ πλάι- πλάι, αλλά και ένα σεμινάριο γύρω από την ύψιστη οινική ποιότητα.

Οι πολύτιμες φυσαλίδες που θα δοκιμαστούν:

Champagne Veuve Clicquot La Grande Dame 2006

Champagne Veuve Clicquot La Grande Dame Rose 2006

Champagne Perrier-Jouët Belle Époque 2007

Champagne Perrier-Jouët Belle Époque Rose 2006

Champagne Bollinger R.D. 2004

Champagne Bollinger La Grande Année Rose 2007

Για περισσότερες πληροφορίες και κρατήσεις:

https://www.cellier.gr/Product/Prestige-Champagne-Master-Class

Οινοξένεια 2019, βουνό και θάλασσα…

Άλλη μια χρονιά στα υπέροχα Οινοξένεια, άλλη μια ευκαιρία να απολαύσω τα εξαιρετικά κρασιά των παραγωγών της περιοχής και να θαυμάσω ξανά τον πανέμορφο αμπελώνα της Αιγιαλείας. Αλλά και να προσπαθήσω να επικοινωνήσω την μοναδικότητα του terroir των επιβλητικών πλαγιών που ξεκινούν από την επιφάνεια της θάλασσας και σκαρφαλώνουν πάνω από τα 1000 μέτρα, καθιστώντας την αμπελουργική αυτή ζώνη την υψηλότερη για ΠΟΠ κρασιά στην Ελλάδα.

Μάλιστα αυτή η προσπάθεια φέτος θα είναι … “mare e mondi” αφού θα περιλαμβάνει δύο γευσιγνωσίες σε βουνό και θάλασσα, εναρμονισμένη έτσι στο φυσικό κάλος της περιοχής.

Η αρχή θα γίνει το Σάββατο 24/8 στο πιο χαλαρό περιβάλλον του πλοιαρίου που θα αναβιώσει το δρομολόγιο Αιγίου – Αγίου Νικολάου όπου με θέα σε όλο αυτό το θαυμαστό τοπίο με τους αμπελώνες  θα γνωρίσουμε τις 3 βασικές υψομετρικές ζώνες αλλά και από έναν δροσιστικό οινικό εκπρόσωπό τους!

Την κυριακάτικη σκυτάλη στις 25/8 θα παραλάβει η μαγευτική Κάτω Ζαχλωρού όπου στο εστιατόριο Αντώνης και Πόλυ θα απολαύσουμε όχι μόνο την θέα αλλά και την γεύση του μεγάλου υψομέτρου μέσα από μια  κρασιών από τα ορεινά της ζώνης.

Όσοι λοιπόν θέλουν να γνωρίσουν τον ξεχωριστό αυτό  τόπο ας επισκεφθούν το Αίγιο αυτό το Σαββατοκύριακο ή και όποια άλλη ημερομηνία μέχρι της 30/8. Το πρόγραμμα των συγκεκριμένων γευσιγνωσιών αλλά και όλων των εκδηλώσεων Οινοξένεια 2019 θα το βρείτε στο παρακάτω link.

https://oinoxeneia.gr/programme/

 

Παραδουνάβιος Αφρός! / The …mousse Dounabe!

For English text stroll down…

H αφρώδης παράδοση της Αυστρίας είναι μεγάλη, μιας και ήδη από τον 19ο αιώνα η σπουδαία αυτή οινοπαραγωγική χώρα προσφέρει τις δικές της εκδοχές που ακούν στο όνομα Sekt.  Απολύτως λογικό βέβαια αυτό, μιας και τα ψυχρά κλίματα ευνοούν την παραγωγή ενός είδους όπου η φρεσκάδα του φρούτου, οι υψηλές οξύτητες και το χαμηλό ph είναι προαπαιτούμενα.

Βέβαια οι τρομερές επιδόσεις που επιτυγχάνουν όλα τα κρασιά της χώρας έχουν δημιουργήσει μια πολύ σοβαρή κρατική αντιμετώπιση γύρω από το κρασί, σοβαρότητα που δεν θα μπορούσε να εξαιρεί τις Αυστριακές φυσαλίδες. Έτσι εκτός από τα απλά Sekt που μπορούν να παράγονται χωρίς γεωγραφικούς ή άλλους περιορισμούς, δημιουργήθηκε προσφάτως η κατηγορία Sekt g.U όπου –εκτός των άλλων προδιαγραφών- η πρώτη ύλη πρέπει να προέρχεται από μικρότερα ή μεγαλύτερα γεωγραφικά διαμερίσματα.

Τα εν λόγω αφρώδη είναι χωρισμένα σε 3 βαθμίδες, κάποιους από τους εκπροσώπους της κάθε μίας είχα την ευκαιρία να δοκιμάσω κατά την διάρκεια του Best Sommelier of the World 2019. Τα κρασιά της Αυστρίας είχαν μια πολύ δυναμική παρουσία στο σπουδαιότερο οινοχοϊκό γεγονός του πλανήτη και τα αφρώδη της προσπάθησαν να αποδείξουν ότι μπορούν να πετύχουν εφάμιλλες επιδόσεις με τα εκπληκτικά ξηρά και γλυκά λευκά  αλλά και τα εντυπωσιακά κόκκινα.

Τα Sekt g.U Klassik μπορεί να παράγονται με οποιαδήποτε μέθοδο, όπως πρέπει να προέρχονται από ένα οινικό διαμέρισμα και να έχουν παραμείνει με τις οινολάσπες για τουλάχιστον 9 μήνες. Το στυλ τους είναι συνήθως ελαφρύ και φρουτώδες και το Welschriesling Sekt Klassik Burgenland g.U NV ( * * * ) του Szigeti το αποδεικνύει χαρίζοντας καθαρά αρώματα αχλαδιού – λεμονόφυλλων αλλά και ζωηρό στόμα.

Η κατηγορία Sekt g.U Reserve απαιτεί χειρωνακτικούς τρύγους, ευγενικές πιέσεις και παραδοσιακή μέθοδο με την ελάχιστη παραμονή με τις οινολάσπες να ορίζεται στους 18 μήνες. Το dosage δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 12gr/lt, όμως ο Harkamp αποφάσισε να φτάσει στο άλλο άκρο! Έτσι το Zero Dosage Sekt Reserve Steiermark g.U 2014 ( * * * ) προέκυψε πολύ ελαφρύ, όξινο και μονοδιάστατα λεμονάτο απαιτώντας 3-5 χρόνια στην φιάλη. Αντίθετα ο γνωστός μας Brundlmayer χρησιμοποιεί αποκλειστικά Chardonnay καθώς και ωρίμανση του κρασιού βάσης  σε μεγάλα βαρέλια για να “γεμίσει” τον γεμάτο πράσινο μήλο και γλυκό λάιμ χαρακτήρα του Blanc de Blancs Sekt Reserve g.U Niederosterreich NV ( * * * ½ ).

Οι πιέσεις μειώνονται ακόμα περισσότερο και η ελάχιστη παραμονή με τις οινολάσπες αυξάνεται στους 30 μήνες στα Sekt g.U Grosse Reserve, την κατηγορία που στα χαρτιά αποτελεί την ύψιστη έκφραση των Αυστριακών αφρωδών. Το Dockner Josef, Sekt Grosse Reserve g.U Niederosterreich 2014 ( * * * ½ ) από το αμπελοτόπι Ried Frauengrund το πράττει και στην πράξη, με πολλές ζύμες, εντυπωσιακό γλυκό ξεκίνημα και κατάξηρη επίγευση.

Ακόμα πιο υπέρπυκνο είναι το Gruner Veltliner Sekt Grosse Reserve g.U Niederosterreich  Ried Steinhaus 2013 του Steininger ( * * * ½ ). Ζύμες και καπνός δημιουργούν ένα εκρηκτικό μπουκέτο, ενώ το ελαφρύ στόμα υπολείπεται λίγο ως προς την γευστική διάρκεια. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση του Gruner Veltliner Sekt Grosse Reserve g.U Niederosterreich Gottweig NV ( * * * ) του Muller, με τα αρώματα του αχλαδιού και του μελιού να παίρνουν πάντως την σκυτάλη από τις ζύμες.

Βέβαια οι ροζέ προτάσεις δεν λείπουν ούτε σε αυτό το επίπεδο, με το Rose Sekt  Grosse Reserve g.U Niederosterreich Strass NV ( * * * ) του Topf Johannes να βάζει αποξηραμένα λουλούδια και κόκκινα φρούτα πλάι στο ελαφρύ, όξινο στόμα.

Παράλληλα με τα Sekt η μόδα των φυσικών κρασιών έχει φέρει πάλι στο προσκήνιο τα Pet Nat, τα αφρώδη δηλαδή που εμφιαλώνονται (θολά και αφιλτράριστα) προτού ολοκληρώσουν την πρώτη ζύμωση. Η Αυστρία έχει πολλούς εκπροσώπους αυτού του εκφραστικού και απρόβλεπτου είδους, όπως το Osterreich Pet Nat 2018 ( * * * ½ ) των Hager που εντυπωσιάζει με την αγριάδα, την οξύτητα και τις ελάχιστες τανίνες του αλλά και τα έντονα αρώματα αχλαδιού και ζυμαριού. Λίγο πιο λιβανάτο και ελαφρύ είναι το Osterreich Pet Nat Gruner Veltliner “Kalkspitz” του Christoph Hoch ( * * * ) ενώ το Undhof, Osterreich Pet Nat Riesling “Wolke Fur Zwei” 2017 ( * ) δεν τα κατάφερε το ίδιο καλά όντας πλαδαρό και γεμάτο οινόπνευμα.

Χωρίς αμφιβολία η Αυστρία θέτει εαυτόν ανάμεσα στις σημαντικές  χώρες για την παραγωγή αφρωδών, όμως για άλλη μια φορά αποδεικνύεται ότι αυτή η κατηγορία βρίσκεται σε ένα δικό της επίπεδο δυσκολίας σε σχέση με όλα τα άλλα είδη κρασιού. Έτσι ενώ προσφέρει λίαν αξιόλογες ετικέτες σε όλες τις ποιοτικές βαθμίδες, δεν μπορεί να συναγωνιστεί σε απόλυτες επιδόσεις περιοχές και χώρες όπως η Καμπανία, η Λομβαρδία ή ακόμα και η Αγγλία. Εξαιρουμένων βέβαια τέτοιων τόπων που ασχολούνται (σχεδόν) αποκλειστικά με τα αφρώδη, η Αυστρία δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τον διεθνή ανταγωνισμό, προσφέροντας εξαιρετικές όσο και λιγότερο πολυφορεμένες προτάσεις σε όσους θέλουν να βάλουν διαφορετικές “πέρλες” στα ποτήρια τους.


Austria’s tradition in sparklers is long-standing, as from the 19th century the country is offering its own version known as Sekt. This makes sense, as cool climates like Austria’s favor this style of wine where freshness of fruit, high acidity and low Ph are mandatory.

The terrific performance of Austrian wine industry as a whole has been founded around a very serious official organization, and the sparkling wines could not have been excluded from this. So, beside the plain Sekt, which can be produced without geographical restrictions, a new category has recently been created, g.U Sekt. Among other specifications, this status demands  the used grapes to derive from smaller or bigger wine districts.

These Sekt are divided in 3 quality levels, some samples of each I had the opportunity to taste during the Best Sommelier of the World 2019 competition. Austrian wines had a very dynamic presence in the most prestigious sommelier event of the planet, and its sparklers tried to prove that they can be in par with the breath -taking dry and sweet whites as well as with country’s impressive reds.

Sekt g.U Klassik can be produced either with the traditional or the Charmat method, yet the grapes for the base wine must come from a single federal state and the maturation on the lees must exceed the period of 9 months. Their style is usually light bodied and fruity and Szigeti with his  Welschriesling Sekt Klassik Burgenland g.U NV ( * * * ) offers a typical example, characterized by clean pear – lemon leaves aroma and vibrant palate.

The Sekt g.U Reserve level demands hand picked grapes, gentle pressing (60% of yield) and use of traditional method with 18 months with the lees. Dosage must by less than 12gr/lt, but Harkamp decided to opt for the other end! So his Zero Dosage Sekt Reserve g.U Steiermark 2014 ( * * * ) is very light, nervous and overly lemony, demanding 3-5 years aging. On the contrary, the (well known to Greece)  Brundlmayer winery uses exclusively Chardonnay and matures the base wine in big foudres so as to “full up” the Granny Smith and lime character of Blanc de Blancs Sekt Reserve g.U Niederosterreich NV ( * * * ½ ).

The pressing is even lower (50%) and the maturation even longer (30 months minimum) in the case of Sekt g.U Grosse Reserve, the category that expresses  –at least in theory- Austrian sparklers at their best. Dockner Josef, Sekt Grosse Reserve g.U Niederosterreich 2014 ( * * * ½ ) from Ried Frauengrund cru does exactly that, offering pronounced yeasty character, sweet first impression and long, bone dry aftertaste.

Even more dense is Gruner Veltliner Sekt Grosse Reserve g.U Niederosterreich  Ried Steinhaus 2013 from Steininger ( * * * ½ ). The bouquet of bread and smoke is explosive, yet the light bodied taste is just a little shorter- lasting than expected. The same applies in the case of Muller’s Gruner Veltliner Sekt Grosse Reserve g.U Niederosterreich Gottweig NV ( * * * ), a pear and honey- dominated cuvee.

Of course the rose versions are present in this level too, and the Rose Sekt Grosse Reserve g.U Niederosterreich Strass NV ( * * * ) of Topf Johannes combines pot pourri and redcurrant nuances with light bodied, acidic taste.

Natural wines are in vogue so beside Sekt wine lovers can find some Austrian Pet Nat, the natural sparkling wines that bottled unfiltered (usually with a beer crown) before they finish the fermentation.  Osterreich Pet Nat 2018 ( * * * ½ ) from Hager is an interesting example of this expressive yet unpredictable style, being full of acid and tannins -based “wildness”, as well as pronounced pear and dough aromas. Lighter and more incense –dominated is Christoph Hoch’s Osterreich Pet Nat Gruner Veltliner “Kalkspitz” ( * * * ), while Undhof, Osterreich Pet Nat Riesling “Wolke Fur Zwei” 2017 ( * ) hasn’t evolved successfully, being flat and spirity.

Without doubt Austria is a very important sparkling producing country, however the reality proves again than this wine category is at its own leaguel in term of difficulty. Thus, all Sekt levels may offer excellent wines, but in absolute terms Austria cannot yet face the competition of regions and countries like Champagne, Lombardy and England.

But with the exception of such places –that are dealing almost exclusively with sparkling wines – Austria has nothing to jealous of the rest of the world. Moreover its wines are not only of high quality but less overly used too, so Austrian sparklers are a perfect alternative for those who want to pour some distinctive mousse in their flutes!

Farnese Wines, νοτιοϊταλικό sprint./ Farnese Wines, south italian sprint.

 

For English text stroll down…

Από μικρός το όνειρο του Valentino Sciotti  ήταν να γίνει είτε επαγγελματίας ποδηλάτης είτε οινοπαραγωγός. Η τύχη έφερε το δεύτερο, όμως ο νεαρός από το Abruzzo είχε πολλές ανηφόρες να ανέβει -και μάλιστα χωρίς ποδήλατο- προκειμένου να γίνει αυτό που είναι σήμερα, δηλαδή ένα από τα μεγαλύτερα οινικά ονόματα της Νότιας Ιταλίας.

Πολλά βέβαια είναι και τα χρόνια που έχουν περάσει από τότε που φόρτωνε το 500αρακι του με σταφύλια , όμως με αγάπη, πάθος και εργατικότητα δημιούργησε τον όμιλο Farnese, που μετρά 12 brands  και ετήσιες πωλήσεις που ξεπερνούν τις 24  εκατομμύρια  φιάλες .

Με την οινική του «αυτοκρατορία» να  δραστηριοποιείται από τo Abruzzo μέχρι και την Σικελία, αμέτρητες ποικιλίες και terroirs αναδεικνύονται μέσα από το δυναμισμό της Farnese. Ένα κομμάτι της υπέροχης γκάμας της είχα την ευκαιρία να δοκιμάσω στο πλαίσιο του διαγωνισμού για τον καλύτερο οινοχόο του κόσμου, το Best Sommelier of the World που διοργάνωσε η ΑSI στην Αμβέρσα του Βελγίου.

Η ποικιλία Pecorino έχει δημιουργήσει μεγάλο θόρυβο γύρω από το όνομά της και κρασιά σαν το Vini Fantini,  Casale Vecchio Pecorino 2018 ( * * * ½ ) αποδεικνύουν το γιατί. Το χαρισματικό αυτό σταφύλι από το Abruzzo διαθέτει αρωματική εκφραστικότητα ανανά αλλά και ισορροπημένο στόμα με flavor αρμπαρόριζας που θυμίζει μια κορυφαία Μαλαγουζιά.

Βέβαια το ζεστό κλίμα αυτού του κομματιού της Ιταλίας ευνοεί την καλλιέργεια ερυθρών σταφυλιών, οπότε αυτά έχουν εδώ την τιμητική τους, αρχής γενομένης από το Vigneti del Salento, Zolla 2017 ( * * * ). Προερχόμενο αποκλειστικά από την ποικιλία Negroamaro, αυτό το Primitivo di Manduria DOC διαθέτει έντονα βαριά αρώματα που θυμίζουν γαρύφαλλο και σοκολάτα γάλακτος. Όμως το στόμα προσφέρει ευχάριστες εκπλήξεις αφού είναι γεμάτο δροσερό, ζουμερό φρούτο ενώ ταυτόχρονα δίνει ρεσιτάλ μαλακών, ευχάριστων τανινών.

Το Vini Fantini, Edizione Cinque Autoctoni NV ( * * * ½ ) βάζει μαζί 5 σπουδαία ντόπια σταφύλια (Primitivo, Negroamaro, Montepulciano,  Sangiovese και Malvasia Nera) εντυπωσιάζοντας με την συμπύκνωση των αρωμάτων γλυκόριζας και σοκολάτας. Όμως και το στόμα δεν πάει πίσω, αφού παρόλο το πλούσιο σώμα και το έντονο βαρέλι δεν γίνεται διόλου βαρύ, εκμεταλλευόμενο το εξαιρετικό φρούτο, την έλλειψη ξυλίλας και τις όμορφες τανίνες. Το πιπεράτο τελείωμα είναι η τελευταία ποιοτική πινελιά σε ένα σύνολο με δυναμικό 10ετίας.

Αντίθετα πιο άγρια είναι τα πράγματα στην περίπτωση του Vini Fantini, Opi Montepulciano d’ Abruzzo 2012 ( * * * ½ ), μιας κορυφαίας έκφρασης αυτού του αμπελώνα της Αδριατικής. Πρόκειται για ένα  οργανικό Montepulciano ρεφάρει με συμπύκνωση την έλλειψη έντασης των αρωμάτων μαύρου φρούτου, μπαχαρικών και σοκολάτας. Όμως παρόλη την ηλικία του δεν είναι μόνο κλειστό στην μύτη αλλά και νέο στο στόμα, με τον γευστικό του πλούτο, την βασιζόμενη σε άφθονες τανίνες και οξύτητα δομή και το αξιοσημείωτο μάκρος να υπόσχονται συγκινήσεις έως το 2035.

Το Vigneti di Vulture,  Piano del Cerro Aglianico del Vulture 2015 ( * * * ½ )  προέρχεται από τον μοναδικό τόπο στην Basilicata που παρόλη την τοποθέτησή του τόσο νότια στον χάρτη χάνει τα πρωτεία της πιο κρύας περιοχής της Ιταλίας μόνο από το αλπικό  Bolzano! Σπουδαίες εδώ οι επιδόσεις του… ελληνόφερτου Aglianico που εκφράζεται με νεοκοσμική δύναμη, μπουκέτο ώριμων φρούτων και λουλουδιών αλλά και στιβαρό μάκρος που ποτέ δεν γίνεται επιθετικό.

Εξαιρετικές συνεπώς οι εντυπώσεις  που αφήνει στο σύνολό του το Farnese Group, αφού τα κρασιά του διαθέτουν πυκνό ολοζώντανο φρούτο που δεν αφήνει τον νεοκοσμικό τους χαρακτήρα να γίνει κουραστικός. Παράλληλα, με την εξωστρέφεια και τις υποδειγματικές τους τανίνες θα κερδίσουν τόσο τον αρχάριο όσο και τον απαιτητικό στο κρασί.

Ως εκ τούτου η μοίρα μάλλον αποφάσισε σωστά για τον Valentino Sciotti. Και αυτό γιατί η εξέλιξη του σε έναν κορυφαίο ποδηλάτη απλά θα αποτελούσε μια πιθανότητα, ενώ η εξέλιξή του σε έναν   κορυφαίο οινοπαραγωγό είναι μια πραγματικότητα, πραγματικότητα που οι ανά τον κόσμο οινόφιλοι μπορούν να απολαύσουν με κάθε φιάλη που φέρει το όνομα Farnese. Για την ιστορία πάντως, όπως δεν ξεχνάει από που ξεκίνησε, ο Valentino Sciotti  δεν ξεχνάει και την άλλη του αγάπη, με την σπουδαία επαγγελματική  ποδηλατική ομάδα Vini Fantini -της οποίας είναι χορηγός- να αλώνει και τα ποδηλατικά (αυτή τη φορά) βάθρα!


His dream as a child is to become either a professional cyclist or a wine producer. Although the fortune decided for the latter, Valentino Sciotti had to overcome a lot of steep climbs in his way to establish Farnese Group, one of the most important and dynamic  wine companies in  southern Italy.

Of course many years have passed since the Abruzzo –born youngster fully loaded his tiny Fiat 500 with grapes, but the difficulties didn’t discourage him and he is rewarded for his passion and industriousness with the success of Farnese, a group that counts 12 brands and sells more that 24 million bottles.

Today, his “empire” covers nearly the half of the country, so countless varieties and terroirs –from Abruzzo to Sicily- are showcased through Farnese’s dynamism. Luckily enough, I had the opportunity to taste a small percentage of its extended range during the Best Sommelier of the World, the precious competition organized by ASI in Antwerp, Belgium.

The Pecorino grape has created a lot of buzz, a buzz that is justified by wines like Vini Fantini, Casale Vecchio Pecorino 2018 ( * * * ½ ). This expressive wine from Abruzzo region is full of tropical character, pelargonium infused balance and creaminess reminiscent of Malagouzia.

The warm climate of this part of the country favours the reds,  that’s why they represent  the lion’s share In Farnese collection. Vigneti del Salento, Zolla 2017 ( * * * ) is a perfect introduction to the range of reds, produced  from 100% Primitivo grape. This Primitivo di  Manduria DOC  may offers  heavy floral and milk chocolate aromas, yet the palate is surprisingly  vibrant and fruity, assisted by perfectly soft tannins.

The Vini Fantini, Edizione Cinque Autoctoni NV  ( * * * ½ ) blends 5 serious grape of the south (Primitivo, Negroamaro, Montepulciano,  Sangiovese and Malvasia Nera) and impresses with the liquorice and chocolate concentration. The full- bodied taste is in the same quality level despite the pronounced oak, as the fruitiness, the lack of woody character and the fine tannins preserve it from being heavy or aggressive. The long peppery aftertaste is the icing in a tasty wine cake with a 10 years ageing  potential.

On the other hand the things get more wild in the case of Vini Fantini, Opi Montepulciano d’ Abruzzo 2012 ( * * * ½ ), a top- notch expression of Abruzzo’s vineyard. This organic Montepulciano may has low black fruit, spice and chocolate intensity, but it compensates with enormous concentration, firm structure, and long aftertaste. Despite its age, Opi is still very young and disintegrated, needing at least 10 years in the cellar to reach its peak.

Vigneti di Vulture,  Piano del Cerro Aglianico del Vulture 2015 ( * * * ½ ) comes from Vasilicata, a unique place that despite its south  location only  lost the lead for the coolest  region in Italy by the alpine Bolzano! The Greek -originated grape Aglianico thrives in the semi- high altitude of 600m, and this ultra premium wine clearly proves it with impressive power, complex bouquet of  ripe black fruit and flowers and solid but not astringent structure.

Thus the impression that Farnese Group leaves is excellent, as its wines are dense and powerful yet vibrant and tasteful. In addition, their expressive character and exemplary tannins will tease both everyday drinkers and wine connoisseurs.

Taking these into consideration, the faith rightly decided for Valentino Sciotti because his career as a top cyclist would have been only a possibility while his career as a top wine producer is a reality, clearly proven in every single bottle that bears the name Farnese.  However, in the same way that he is not forgetting how he started his winemaking journey, he remained faithful to his bike passion. That’s why he is sponsoring the famous professional bike team Vini Fantini,   achieving both wine and bike wins!

 

 

Ελβετία, ρολόγια ή κρασιά;/ Switzerland, watches or wines;

cmb5 2
The dramatic slope of Lavaux

For English text stroll down…

Το Concours Mondial de Bruxelles δεν είναι ένας απλώς διαγωνισμός κρασιού αλλά μια πραγματική Ολυμπιάδα, αφού με σχεδόν 10000 συμμετοχές, 350 κριτές και 70 χώρες να δηλώνουν παρούσες αποτελεί μια μοναδική εμπειρία για όσους έχουν την ευκαιρία να αποτελέσουν μέρος της. Την μοναδικότητα του event μάλιστα ενισχύει η φιλοξενία του σε διαφορετικό κάθε χρονιά τόπο, με τον διαγωνισμό του 2019 να λαμβάνει χώρα στο Aigle της Ελβετίας.

Η συμμετοχή μου εκεί ως κριτής, όχι μόνο μου επέτρεψε να βιώσω μια μεγάλη  γιορτή του παγκόσμιου κρασιού αλλά και γνωρίσω τον αμπελώνα της χώρας. Η για να ήμαστε ακριβέστεροι το ΝΔ της κομμάτι, αφού το Aigle βρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο της λίμνης της Γενεύης.

cmb2
The members of my jury table and our sommelier at the end of CMB 2019

Έχω έρθει αρκετές φορές σε επαφή με τα κρασιά του πανέμορφου αυτού  τόπου, παρόλο που η λιλιπούτεια παραγωγή της σε συνδυασμό με την 5η στον κόσμο κατά κεφαλή κατανάλωση (!) δεν τους επιτρέπει να κάνουν αισθητή την παρουσία τους εκτός συνόρων. Όμως το να βλέπει κανείς από κοντά τους επικλινείς, διαμορφωμένους σε πεζούλες αμπελώνες   είναι ένα εκπληκτικό θέαμα που δεν μπορεί να περιγραφεί ούτε με λόγια ούτε με εικόνες. Άλλωστε δεν είναι τυχαία η ανακήρυξη της συγκλονιστικής πλαγιάς του Lavaux με τα Grand Cru της Dezalay και Colomin ως World Heritage Site από την Unesco.

Όταν κανείς αναλύει τα του οίνου στην περιοχή, το όνομα Chasselas είναι αυτό που θα ακουστεί 99 στις 100 φορές, μιας και αυτή η λευκή ποικιλία είναι η αιχμή του δόρατος όλης της χώρας. Μαλακή, στρόγγυλη και χαμηλόβαθμη, διαθέτει αρώματα που θυμίζουν λευκά λουλούδια, αχλάδι και βούτυρο και πολλές φορές μια πλαδαρότητα που αρχικά θα αποθαρρύνει τους συνηθισμένους σε όξινα, τραγανά κρασιά.

Όμως –όπως και το δικό μας Σαββατιανό- είναι ικανή και για εξαιρετικά πράγματα όταν βρεθεί στον κατάλληλο τόπο και τα σωστά χέρια. Μάλιστα παρόλη την φαινομενικά αρχική ουδετερότητά του είναι ικανότατο και να εκφράσει το terroir από το οποίο προέρχεται αλλά και να παλαιώσει, αφού –περιέργως- τότε είναι που χωνεύει την ορυκτότητα του και αποκτά το νεύρο που δεν έχει στα νιάτα του. Όσο για τις ικανότητες του στο τραπέζι, αυτές είναι αδιαμφισβήτητες μιας και ο ισορροπημένος του χαρακτήρας επιτρέπει ατελείωτους εξαιρετικούς συνδυασμούς.

Η περιοχή της Vaud είναι το βασίλειο της ποικιλίας, αφού στους αμπελώνες της που εκτείνονται γύρω και πάνω από την λίμνη της Γενεύης βρίσκει εξαιρετικές εκφράσεις όπως το Clos Bellevue του Peray, το Lavigny “Domaine du Grandpre” του Rossier ή το Morges Vieilles Vignes της Cave de la Cote. Όλα τα παραπανω κρασιά προέρχονται από την υποπεριοχή La Cote, όμως και το γειτονικό, πανέμορφο Flechy διαθέτει εξίσου αξιόλογους εκπροσώπους της ποικιλίας, με το Paccot Le Colombe, το Suadret, Chasselas Grand Cru και το Alain Pelichet, Fechy Mon Pichet να το αποδεικνύουν περίτρανα.

Όμως η Ελβετία διαθέτει και άλλα λευκά διαμάντια, και μάλιστα πολλών καρατίων! Το Petite Arvine δεν μου ήταν άγνωστο, όμως είχα για άλλη μια φορά την ευκαιρία να απολαύσω τον μοναδικό συνδυασμό του εξωτισμού του με τα εσπεριδοειδή και το μέλι, σε υπέροχες εμφιαλώσεις όπως το PA Chateau Lichter  του Rouvinez ή το σπουδαίο Grain Arvine La Louye της Chappaz, αμφότερα από την σημαντικότατη οινοπαραγωγική περιοχή του Valais.

Αντιθέτως, για πρώτη φορά απόλαυσα το γεμάτο ανανά και μάνγκο ξεμυαλιστικό Doral, με τους Peray και Cave de Cote να προσφέρουν εντυπωσιακές εκδοχές της σπάνιας ποικιλίας.

Αν και  οι Ελβετοί διατρανώνουν την πίστη τους στο Pinot Noir –πίστη που υποστηρίζεται από δείγματα σαν το Champanel Rouge του Henri Cruchon-  προσωπικά ερωτεύτηκα το ζουμερό φρούτο, τον πιπεράτο χαρακτήρα και την πικάντικη στρογγυλάδα του Gamay, όπως εκφράζεται μέσα από κρασιά όπως το φοβερό  Ultimo του ιδίου.

Όμως η ποικιλία του Beaujolais είναι καταπληκτική και στις διασταυρώσεις της με το λευκό Reichensteiner που είναι γνωστές με τα ονόματα Gamaret και Garanoir. Αμέτρητα τα εξαιρετικά μονοποικιλιακά κρασιά και τα blend που δοκίμασα, όπως το L’ Abbesse Rouge του Peray, το Gamaret Expression της Cave de la Cote, ή το Gamaret-Garanoir των Rossier.

Τέλος δεν πρέπει να παραβλέψουμε  τις σπάνιες πλην σπουδαίες ποικιλίες  του Valais Humagne Rouge και Cornalin. Ελαφριές και φίνες, με ευγένεια και χαρακτήρα που θυμίζουν Pinot Noir αποτελούν 2 ακόμα βέλη  στην ερυθρή Ελβετική φαρέτρα, που όπως αποδεικνύει ο Rouvinez με τα Humane Rouge Domaine Ardevaz και Cornalin Domaine Montebeux μπορεί να είναι και ιδιαίτερα αιχμηρά!

Μεγάλος επομένως ο οινικός θησαυρός που κρύβεται σε αυτή την μικρή οινοπαραγωγικά χώρα και πολλές οι συγκινήσεις που θα νοιώσει ο κάθε οινόφιλος που θα έρθει σε επαφή με τα κρασιά της. Κρασιά μάλιστα που δεν είναι διόλου ακριβά σε σχέση με την  χειρωνακτική δουλειά και το οικονομικό επίπεδο  της χώρας, γεγονός που κάνει ακόμα πιο ελκυστική την γνωριμία μαζί τους!


 

Concours Mondial de Bruxelles is not just another wine competition but a real vinous Olympic game, a unique global wine experience involving nearly 10000 entries, 350 judges and 70 countries! Moreover the icing on the cake of this “one –of- a kind” event is organized in a different city and country every year, the 2019 CMB hosted  in Switzerland’s Aigle.

My invitation as a judge not only gives me the opportunity to be part of this fest but also to visit the country’s wine regions. Actually those in the SW part, as Aigle is located close to Lake of Geneva.

I had some previous experience of Swiss wines despite the fact that the miniscule production and the big per capita consumption don’t allow them to become widely known.  But to taste the wines is one thing and to visit the high gradient terraced vineyards is another, and  the breath- taking spectacle cannot be described in words or captured with a photo camera. Moreover, the declaration of the dramatic landscape of the Lavaux site -with its Grands Crus of Dezalay and Colomin- as Unesco World Heritage Site is not accidental…

When someone is referring to wine in this region the name Chasselas is being mentioned 99% of the times, as this indigenous variety is at the spearhead of the region as well as of the whole Swiss wine industry. Soft, creamy and low in alcohol, Chasselas is full of white flower, butter and pear character but sometimes there is a flabbiness that can put off those wine lovers who are fans of acidic, crispy whites.

But –as it is the case with our own Savatiano – Chasselas is capable of high quality in the right place and the right hands. And despite its initial blandness it can offer a great sense of terroir and unbelievable ageing potential. Strangely enough, the Chasselas becomes more acidic with the ageing as it then “digests” the minerality and gains the nerve that is absent during its youth. On the other hand, the balance and the low toned aromas contribute to its tremendous food pairing abilities.

Vaud region is this grape’s  kingdom, as the vineyards that are widespread at the upper part of the lake offer noteworthy expressions like the Clos Bellevue from Peray, the Lavigny “Domaine du Grandpre” from Rossier or the Morges Vieilles Vignes from Cave de la Cote. All the previous labels come from La Cote sub region, yet the neighboring, beautiful Flechy provides equally impressive samples like Paccot’s Le Colombe, Suadret’s  Chasselas Grand Cru and  Alain Pelichet’s  Fechy Mon Pichet.

cmb3
The breath taking Dezalay Grand Cru.

Yet Switzerland has more white diamonds on offer and some of them weight a lot of carats! The Petite Arvine was known to me, but I have one more chance to enjoy its unique blending of tropical, citrus and honey character in the cases of Rouvinez Petit Arvine Chateau Lichter  and Chappaz Grain Arvine La Louye, both from the major wine region of Valais.

On the other hand I enjoy for the first time the pineapple and mango dominated mind –blowing Doral, a rare variety perfectly introduced by both Peray and Cave de la Cote.

The Swiss are swearing  to Pinot Noir and wines likes Champanel Rouge from Henri Cruchon justified their belief. Yet I felt more in love with the vibrant fruit, the peppery character and the piquant roundness of Gamay, these virtues have been presented in some terrific wines like the Ultimo from the same producer.

Moreover, the Beaujolais grape is equally impressive when crossed with the white Reichensteiner grape. The resulting grapes are known by the names Gamaret and Garanoir, both offering fantastic monovarietal cuvees and blends as L’ Abbesse Rouge from Peray, Gamaret Expression from Cave de la Cote and Gamaret-Garanoir from Rossier.

Last but not least the wine lovers must not overlook the high potential rare grapes from Valais,  Humagne Rouge και Cornalin. Both are light bodied and gentle, with the character and breed of a good Pinot Noir. Two more arrows in the Swiss quiver, that can be very sharp as Rouvinez’s  Humane Rouge Domaine Ardevaz and  Cornalin Domaine Montebeux prove!

To sum up, Switzerland may be a tiny wine producing country but has a lot of hidden gems that can provide a lot of excitement to all who try its wines. And if you take into consideration the excessive labor in the vineyards and the financial status of the country these wines are not expensive at all, making this acquaintance even more attractive!

Blaufrankisch: Add to (Austrian Treasure) Cart!

csm_weingarten_HB_024596_e98635dcbb
Source: http://www.austrianwine.com

For English text stroll down…

Η Αυστρία μπορεί να φημίζεται για τα λευκά της κρασιά –όπως τα συγκλονιστικά Gruner Veltliner και Riesling- όμως η φαρέτρα της περιλαμβάνει και υπέροχα ερυθρά που παράγονται κυρίως από ντόπιες ποικιλίες. Και έχει αρκετές τέτοιες η χώρα του Δούναβη, που όμως έχουν απαρνηθεί τις όχθες του για τα πιο ζεστά κλίματα του ανατολικού κομματιού της.

 Ανάμεσά τους σίγουρα δεσπόζουσα θέση κατέχει το όψιμο Blaufrankisch που καταγράφηκε για πρώτη φορά τον 18ο αιώνα στα ΒΑ της χώρας και σήμερα καλλιεργείται κυρίως στις περιοχές Burgenland και Niederosterreich. Εκεί, τα μεγάλα τσαμπιά του μπορούν να φτάσουν σε εξαιρετική ωρίμανση και να δώσουν κρασιά με ισχυρή προσωπικότητα και απίθανη φρεσκάδα.

Το σχετικά ελαφρύ σώμα –ακόμα και αν το σταφύλι φτάσει τους 14 βαθμούς!- και το φοβερό φρούτο –που εκφράζεται με βύσσινο, αγριοκέρασο και ιβίσκο- θέτουν τον ρυθμό της τυπικότητας προσφέροντας κρασιά με cool climate ζωντάνια αλλά και hot climate εξωστρέφεια.

Δεν νομίζω ότι υπάρχει καλύτερο κρασί για να εκφράσει τα παραπάνω από το Blaufrankisch Ried Altenberg 2016 ( * * * ½  ) της Anita και του Hans Nittnaus. Εκρηκτικές εντάσεις φρεσκάδας μπλέκονται με καφέ σε αυτό το single vineyard (ried) ερυθρό από το Leithaberg, ενώ το στόμα είναι ξεμυαλιστικά πιπεράτο, υπέροχα δροσερό και τέλεια “απλό”.

Λιγότερο σκερτσόζικο αλλά εξίσου ελκυστικό, το Ried Feurer 2015 ( * * * ½ ) του Hans Nehrer προτάσσει έναν πιο  χορτώδη χαρακτήρα. Επιπλέον, το γεμάτο ασβεστόλιθο Cru  βάζει και αρκετές τανίνες δίπλα στο βύσσινο του στόματος απαιτώντας μια 5ετία στην φιάλη.

Φυσικά το εξαιρετικό σταφύλι έχει και δυναμικό για κρασιά υψηλότατου επιπέδου όπως το Ried Oberer Wald Reserve 2015 ( * * * * ) των Gunter και Regina Triebaumer. Το χαρισματικό αμπελοτόπι ευθύνεται για το εκρηκτικό μπουκέτο βύσσινου και βιολέτας αλλά και το ελαφρύ, μακρύ αλλά διόλου επιθετικό στόμα, που εν τούτοις απαιτεί 10ετή παλαίωση.

Ο ντελικάτος χαρακτήρας του Blaufrankisch δεν δηλώνει αδυναμία να αντέξει το βαρέλι, ιδιαίτερα αν το κρασί προέρχεται από παλαιά (40-60 ετών) αμπέλια όπως στην περίπτωση του Patriot 2013 ( * * * ½ ) από το οινοποιείο Tesch Josef. Σχεδόν 3 χρόνια μένει το εν λόγω κρασί σε αυτό, και το φοβερό φρούτο ντοπάρεται για 10ετία, με το μαύρο πιπέρι να ντύνει την γλύκα της τέλειας ωρίμανσης.

Ανάλογα στιβαρά μεγαλεία και για το Ried Bodigraben Reserve 2015 ( * * * ½ ) της Juliana Wieder. Υπέρπυκνος στον ιβίσκο και παντοδύναμος ο 14,5αρης καρπός του Cru Bodigraben που βρίσκεται στο Mittelburgenland, κάνει επίδειξη body building με τα μούσκλα να τονίζονται από μακρές εκχυλίσεις και βαρέλι.

Από την άλλη εύκολα το Αυστριακό ερυθρό διαμάντι χάνει την λάμψη του είτε γιατί το υπερβολικό ξύλο αφαιρεί την ντελικατέτσα του, είτε γιατί η υπερωρίμανση του αφαιρεί την μοναδική δροσιά του. Κρασιά όπως το φιλόδοξο Cupido 2015 Reserve της Heinrich Silvia ( * * ½ ), το Prieler, Blaufrankisch Reserve 2015 ( * * * ) το Kerschbaum, Ried Durrau Reserve 2015 ( * * ) και το Perfection 2015 ( * * * ) του Winzerschlossl Kaiser αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα.

Παρόλα αυτά το Blaufrankisch είναι ένα εξαιρετικό σταφύλι που αποδεικνύει περίτρανα γιατί έχει δημιουργήσει τόσο θόρυβο γύρω από το όνομά του. Βέβαια η φρενίτιδα γύρω από το Αυστριακό κρασί εν γένει, έχει συμπαρασύρει τις τιμές προς τα πάνω με το ερυθρό σταφύλι να μην αποτελεί εξαίρεση. Έτσι με τα περισσότερα κρασιά αυτής της δοκιμής να κοστίζουν πάνω από 20€ και να φτάνουν σχεδόν μέχρι τα 70€ το Blaufrankisch δεν διεκδικεί τα σκήπτρα ποιότητας-τιμής. Όμως από την άλλη δεν θα απογοητεύσει κανέναν από αυτούς που  θα το φέρουν στο ποτήρι τους, θέτοντας παράλληλα εαυτόν ως ένα πανάξιο σκουρόχρωμο διαμάντι δίπλα στους λευκούς θησαυρούς της οινικής Αυστρίας.


Austria may be world- famous for its whites –like the breathtaking Gruner Veltliners and Rieslings- but it offers wonderful reds as well, produced mainly from indigenous varieties. And the country has a lot of them, adapted better in the warmer climatic conditions of the central east part.

Among them the undisputed king is the late ripening Blaufrankisch, first documented in 18th century at the NE corner of Austria and today flourished mostly in Burgenland and Niederosterreich regions. In its soil, the big, V-shaped clusters can reach perfect maturity and offer wines with unique character and fantastic freshness.

The lightness of body –even in cases that the wines reach 14,5% of alcohol!- and the impressive fruit exhibiting morello cherries, sour cherries and  hibiscus, are setting the pace of typicity in a “package” full ol cool climate vibrancy and hot climate extroversion.

I don’t think that there is a wine that can prove the above in a better way other than Blaufrankisch Ried Altenberg 2016 ( * * * ½  ) from Anita and  Hans Nittnaus. There is an explosive nose of fresh fruits and coffee in this single vineyard (ried) red from Leithaberg DAC, as well as an alluring black pepper spiciness and a “not simple at all” simplicity!

A little bit more restrained but equally appealing, the Ried Feurer 2015 ( * * * ½ ) from Hans Nehrer highlights the grassy aspects of varietal character. Moreover, the dominance of limestone in this Cru results in a lot of tannins alongside the sour cherry flavor, thus demanding 5 years in the cellar.

Such a high- caliber grape can reach tremendous levels of complexity in such cases as Gunter and Regina Triebaumer’s Ried Oberer Wald Reserve 2015 ( * * * * ). The blessed site contributes to the highly perfumed cherry and violet nose and to the length of flavor of this light bodied, silky “vin de garde”, than will reward a decade of ageing

The delicate nature of Blaufrankisch doesn’t mean that it can’t withstand the oak, especially if the wine comes from old (40-60 years) vines, as it is the case of Patriot 2013 ( * * * ½ ) from Tesch Josef winery. Nearly 3 years of barrel maturation enriches the dense fruit with powerful tannins while at the same time tonnes of black pepper robbing the sweetness of perfect maturation.

The same robust grandiose can be found in Juliana Wieder’s  Ried Bodigraben Reserve 2015 ( * * * ½ ). Because of the  ultra dense hibiscus aroma and 14,5 % alcohol, this dynamite from Mittelburgenland’s Cru Bodigraben can easily participates in a body building contest, showing off its long extracted, barrel boosted muscles.

On the other side this real gem from Austria can easily lost its sparkle because of the excessive use of oak or the over maturation in the vineyard.  The ambitious Cupido 2015 Reserve from Heinrich Silvia ( * * ½ ), the Prieler, Blaufrankisch Reserve 2015 ( * * * ), the Kerschbaum, Ried Durrau Reserve 2015 ( * * ) and the  Perfection 2015 ( * * * ) from Winzerschlossl Kaiser are characteristic examples of potentially excellent wines that have lost their freshness or finesse due to such practices.

Nevertheless, Blaufrankisch is a grape with ultra high potential and the buzz around its name is not at all hyperbolic. Of course the general phrenitis about Austrian wine unavoidably pushed the prices higher, and this raise doesn’t exclude the reds. So, most of the wines in this tasting are costing between 20 and 70€, prices that will not  give them a place in any “best value” list.

On the other side none of them will disappoint the oenophiles that pour them in their glasses while at the same time they are proving that Austria has a dark skinned diamond added to country’s white -dominated treasure chest.

Οινικό πακέτο προσφοράς!

1Op0LO6MOD-mustela-pack1-2018-800x800

Τα τελειώματα του χειμώνα είναι δύσκολα για τους κριτικούς οίνου. Γιατί είναι η εποχή που έχεις (δια)σπείρει την γνώμη σου και αρχίζεις να θερίζεις τους καρπούς των πράξεών σου. Και φέτος η …φύση των Ελλήνων παραγωγών ήταν τόσο γενναιόδωρη που μπορούμε χωρίς αμφιβολία να μιλάμε για μια μεγάλη χρονιά!

Έτσι μετά από το γραφικό “Ποιος είσαι εσύ;” που αναλύεται σε προηγούμενο post ήρθε η ώρα των προσφορών. Όχι ακριβώς των οινικών αλλά αυτές άλλων αγαθών, όπως για παράδειγμα των απορρυπαντικών, των καθαριστικών και των μακαρονιών. Αυτών δηλαδή των περιπτώσεων που μαζί με ένα προϊόν παίρνεις κάποιο άλλο δωρεάν, όπως μια σάλτσα ντομάτας μαζί με τις πένες ολικής! Αν δεν πάρεις το ζυμαρικό σαλτσούλα γιόκ, ένας κανόνας απαράβατος που από τα super market μεταλαμπαδεύτηκε –επίκαιρος ο όρος λόγω Πάσχα!- και στα Ελληνικά οινοποιεία.

Το συγκεκριμένο περιστατικό αφορά σε ένα τέτοιο, το οποίο και δεν τα καταφέρνει και δεν ακούει κανέναν. Και αυτή δεν είναι μόνο δική μου άποψη –που μες ότι είμαι άσχετος, περίεργος, κακόπιστος και όλα τα άλλα σχετικά-  αλλά και πολλών  άλλων. Αν όμως κάνεις το λάθος να εκφράσεις αυτή την άποψη μεγαλόφωνα, επισημαίνοντας για παράδειγμα  ότι όλα τα ξηρά αφρώδη του κόσμου παράγονται από άγουρα και όχι από υπερώριμα σταφύλια όπως το κουρασμένο και σχεδόν οξειδωμένο δικό του, η απάντηση – μαζί με ένα  ειρωνικό μειδίαμα- είναι  “μήπως όλα αυτά αποτελούν κλισέ;”

Παρόλα αυτά το οινοποιείο παράγει μια καλοκαιρινή, παιχνιδιάρικη ετικέτα που θα μπορούσε να έχει θέση σε ένα άρθρο μου για τα κρασιά του καλοκαιριού που θα δημοσιευτεί σε έντυπο ευρείας κυκλοφορίας. Έντυπο το οποίο εξ ορισμού δεν  απευθύνεται σε ανθρώπους που θα τους ενδιέφερε το αν οι εκχυλίσεις του Χ παραγωγού ήταν  φέτος 2 μέρες μακρύτερες από ότι έπρεπε ή αν οι άγριες ζύμες προάγουν την αίσθηση του terroir, αλλά σε απλούς καταναλωτές που θέλουν να πιουν ένα ευχάριστο, καλοφτιαγμένο κρασί.

Ως εκ τούτου κάθε ετικέτα που περιλαμβάνεται στις σελίδες του είναι μια  συμπαθητική (το λιγότερο) προσπάθεια την οποία  χωρίς τύψεις θα πρότεινα ακόμα και σε έναν αμύητο, με ότι βέβαια αυτό συνεπάγεται για τα σχόλια τα οποία την συνοδεύουν και  είναι πάντα θετικά.

Έτσι, ιδιαίτερα κολακευτικό ήταν το κείμενο και για το εν λόγω κρασί, με το μόνο το οποίο έλειπε για να ολοκληρώσει αυτή την πρόταση – την οποία μπορείτε και να ονομάσετε και δωρεάν διαφήμιση (αφού αυτό ακριβώς είναι)!- ήταν μια  φωτογραφία του ή μια φιάλη για αυτή την δουλειά.

Όμως αυτό που στάλθηκε ήταν ένα “τίποτα” μαζί με την άρνηση του οινοποιείου να συμπεριληφθεί στο άρθρο μου, προφανώς ως τιμωρία για τα παλαιότερα αρνητικά μου σχόλια. Ή με άλλα λόγια, το εν λόγω οινοποιείο  θα μου έκανε την χάρη να με αφήσει να κολακεύσω  αφιλοκερδώς το συγκεκριμένο κρασί του μόνο εφόσον  είχα δείξει καλή διαγωγή απέναντι και σε όλα τα υπόλοιπα κρασιά του!!

Για να περιγράψω την κατάσταση κατ’ αρχήν σκέφτηκα την πολιτική του DRC που για την απόκτηση μιας φιάλης Romanee Conti σε υποχρεώνει να αγοράσεις μια κάσα που περιέχει και όλα τα υπόλοιπα (σπουδαία) Grand Cru του οίκου, όμως ο παραλληλισμός μου μού φάνηκε και άδικος και άστοχος για τον ύψιστο παραγωγό της Βουργουνδίας. Έτσι αποφάσισα να υιοθετήσω το πιο super market- ίστικο “το εν λόγω προϊόν αποτελεί μέρος του πακέτου προσφοράς και ως εκ τούτου δεν πωλείται μεμονωμένα”! Ότι δηλαδή ισχύει και για το αρκουδάκι!

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑