Αναζήτηση

simosgeorgopoulosblog

Πάθος για το κρασί, τον καφέ, τη γεύση και τα αποστάγματα

Elektra Casa Leva A Mano: The (only) way to coffee heaven!

For English text stroll down…

Η Elektra Casa Leva A Mano είναι η απόλυτη ερωμένη του καφέ και ως τέτοια απόλυτα ικανή να δημιουργήσει έντονα αισθήματα αγάπης και μίσους. Αυτή η Ιταλιάνα καλλονή μπορεί να σε παρασύρει με τις καμπύλες της, να παίξει με το μυαλό σου προσφέροντας το απόλυτο φλιτζάνι αλλά και να σε οδηγήσει σε απόγνωση με τα τερτίπια της.

 

Το μακροσκελές κείμενο που ακολουθεί –και το οποίο απευθύνεται μόνο σε νυν ή μελλοντικούς ιδιοκτήτες ή απόλυτα βαρεμένους με τον εσπρέσο- είναι η δική μου μέθοδος για να πάρει κανείς από αυτήν την υψηλότερη δυνατή ποιότητα και επαναληψιμότητα, ρίχνοντας φως σε κάθε μια από τις αμέτρητες σκοτεινές πλευρές του χαρακτήρα της.

Σίγουρα όσοι από εσάς έχετε διαβάσει κάποιο από τα αμέτρητα άρθρα πάνω στο θέμα θα βρείτε την μέθοδό μου  από λίγο ως ριζικά διαφορετική, σε κάθε περίπτωση πάντως εξυπνακίστικη και απόλυτη. Μάλιστα αυτή η υπερφίαλη οπτική θα τονίζεται συνεχώς με πολλά bold και υπογραμμίσεις, σε όσα στάδια θεωρώ ότι είναι σημαντικά.  Αντί απάντησης ή/ και δικαιολογίας σας προτρέπω να την δοκιμάσετε και να κρίνεται μόνοι σας την ικανότητά της να σας προσφέρει καφέδες με ποιότητα αλλά και αξιοπιστία. Και φυσικά είμαι πρόθυμος να βοηθήσω όπου και όσο μπορώ απαντώντας σε τυχόν απορίες.

Επίσης θεωρώ ότι όσοι θα μπουν στον κόπο να διαβάσουν αυτό το άρθρο είναι τουλάχιστον προχωρημένοι στον καφέ, οπότε για οικονομία χρόνου και χώρου θα αναφερθώ  επιγραμματικά και μόνο στα basics.

Πριν το άναμμα της μηχανής.

  1. Ο θερμοστάτης της Casa Leva είναι ρυθμισμένος να κρατά την πίεση του boiler ανάμεσα στα 1,1 και 1,3 bar. Δυστυχώς είναι αδύνατο να φτιάξετε έστω και έναν μετριότατο εσπρέσο σε οποιοδήποτε άλλη θερμοκρασία από αυτήν που επιτυγχάνουν τα 1,1 bar.

Ως εκ τούτου αν πίνετε μόνο espresso σας συνιστώ να κατεβάσετε την πίεση της αντλίας γυρίζοντας προς τα αριστερά  τον θερμοστάτη (που προσεγγίζεται ξεβιδώνοντας την βάση της μηχανής) κατά μισή βόλτα, ώστε να έχετε ένα εύρος 0,9 -1,1 bar. Αν παρόλα αυτά θέλετε την πίεση που απαιτεί η κρέμα και άρα δεν είστε διατεθειμένοι να πράξετε το παραπάνω, τουλάχιστον ξεκινήστε την παρασκευή του καφέ μόνο όταν το μανόμετρο βρεθεί στο χαμηλότερό του σημείο (1,1) ή αγοράστε καλύτερα  μια άλλη μηχανή!

  1. Χρησιμοποιείτε φρέσκους, ποιοτικούς καφέδες που έχουν καβουρντιστεί για espresso και μόνο. Καφέδες με ντελικάτο roasting που προτείνονται για “φίλτρο” ή για “φίλτρο και εσπρέσο” δεν έχουν καμία τύχη με την Casa Leva!
  1. Χρησιμοποιείτε μόνο το διπλό καλαθάκι και επιλέξετε δόση 15,8 -17 γραμμαρίων (ξεκινώντας τους πειραματισμούς από 16,3). Όπως και σε όλες τις άλλες μηχανές του κόσμου έτσι και στην Casa Leva ποτέ ο μονός δεν μπορεί να συγκριθεί με τον διπλό. Έτσι απλά! 
  1. Προσέξετε το πάτημα μιας και σε αντίθεση με ότι γράφεται, το στενό και ψηλό καλαθάκι οδηγεί εύκολα σε λάθος leveling. Για να είστε σίγουροι, συνιστώ πρώτα να γεμίζετε και να πατάτε τον καφέ στο καλαθάκι και μετά να το τοποθετήσετε στο portafiler. 
  1. Γεμίζετε το δοχείο ανάλογα με τον αριθμό των καφέδων που θέλετε να φτιάξετε και όχι κατά τα ¾ που προτείνουν όλοι. Ναι, το νερό είναι πιο σταθερό όταν είναι πολύ, αλλά προσωπικά προτιμώ ένα φρέσκο νερό και περισσότερη εγρήγορση παρά ένα νερό που έχει ζεσταθεί και ξαναζεσταθεί μέσα στην μηχανή. Επιπρόσθετα, με αυτόν τον τρόπο θα περιμένετε πολύ λιγότερο μέχρι ο θερμοστάτης να βρεθεί στο απαραίτητο 1,1 bar. Υπολογίστε 1/3 της στάθμης για 1 εσπρέσο και ½ για 2 -3. Αν εφαρμόσετε το παραπάνω εννοείται ότι θα πρέπει να προσθέτετε νερό κάθε φορά, πριν ανοίξετε την μηχανή!

ΑΝ ΔΕΝ ΕΦΑΡΜΟΣΕΤΕ ΜΕ ΕΥΛΑΒΕΙΑ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΤΑ 1, 2 ΚΑΙ 3, ΑΠΛΩΣ ΘΑ ΒΑΡΕΘΕΙΤΕ ΝΑ ΠΕΤΑΤΕ ΚΑΦΕΔΕΣ!!!

Ο πρώτος καφές.

  1. Ανοίξτε την μηχανή και περιμένετε έως ότου η πίεση φθάσει στα 1,1 bar. Με λίγο νερό στο boiler αυτό θα συμβεί σε κάτω από 10΄, με πολύ σε 12΄.
  2. Αλέστε και πατήστε 16,3 γρ. στο διπλό καλαθάκι, ζεστάνετε το φλιτζάνι, πάρτε το απόβαρο σε μια ζυγαριά, κουμπώστε το κλείστρο και περιμένετε την πίεση να φτάσει στο 1,1 και την λυχνία του θερμοστάτη να κλίσει.
  3. Πατήστε ένα χρονόμετρο και κατεβάστε τον μοχλό.
  4. Κρατήστε τον κατεβασμένο για 5 δευτερόλεπτακαι όχι για 10 ή έως ότου να είτε τις πρώτες σταγόνες όπως συχνά αναφέρεται– αφού μεγαλύτερο pre- infusion οδηγεί σε καμένα αρώματα.
  5. Αφήστε τον μοχλό και αφήστε τον καφέ να τρέξει για 5΄΄. Τώρα το χρονόμετρο πρέπει να λέει 10΄΄.
  6. Κατεβάστε πάλι (η περίφημη κίνηση Fellini!) και κρατήστε κάτω το μοχλό μέχρι ο ήχος του νερού που ξαναγεμίζει το group να σταματήσει (αυτό διαρκεί 2-3΄΄ ).
  7. Αφήστε τον μοχλό και επικεντρωθείτε στο πότε αυτός θα φτάσει στο ψηλότερο σημείο και η κανονική ροή θα σταματήσει (αφήνοντας απλώς τις τελευταίες σταγόνες να πέφτουν).

Ο συνολικός χρόνος από την αρχή μέχρι το σταμάτημα της κανονικής ροής πρέπει να είναι από 23 έως 28΄΄.

Αν βρεθείτε λίγο έξω από αυτά τα όρια ανεβάστε ή κατεβάστε το dosage σε βήματα του 0,2-0,3 γρ. Αν δεν μπορείτε να βρεθείτε “εντός χρόνου” με τα ακραία dosage των 15,8 ή των 17 γρ. αλλάξτε κόψιμο.

Με δεδομένο ότι είστε εντός χρόνου ζυγίστε το φλιτζάνι. Θα πρέπει να έχετε ποσότητα από 31- 36 γραμμάρια.

Αν ο χρόνος σας βγει σωστά αλλά η ποσότητα είναι λιγότερη των 31 γραμμαρίων επιτείνεται τον χρόνο του αρχικού τρεξίματος πριν το Fellini move κατά 1-3΄΄ (δηλαδή από 5΄΄ pre infusion + 5΄΄ τρέξιμο  σε 5΄΄ + 6-8΄΄).

Αν όλα τα παραπάνω έρθουν με ακρίβεια και παρόλα αυτά δεν έχετε έναν εξαιρετικά καλοφτιαγμένο καφέ στο φλιτζάνι σας, αλλάξτε καφέ!

 Οι υπόλοιποι καφέδες.

Το βασικό πρόβλημα που προκύπτει όταν η μηχανή μείνει ανοιχτή για ώρα είναι ότι  τα μέταλλα της ζεσταίνονται πολύ και δεν μπορούν να κρυώσουν το νερό στην επιθυμητή θερμοκρασία, με αποτέλεσμα μια καμένη και πικρή γεύση.

Αυτό θα αρχίσει να συμβαίνει μετά τα 20΄ από την ώρα που ανοίξατε την μηχανή, οπότε αν μέχρι εκείνη την ώρα  φτιάξετε έναν δεύτερο καφέ –έτσι και αλλιώς δεν προλαβαίνετε να παρασκευάσετε και να απολαύσετε περισσότερους σε αυτόν τον χρόνο!- ακολουθείτε την ίδια διαδικασία  όπως με τον πρώτο.

Μετά τα 20΄ όμως θα πρέπει να κρυώσετε τα μέταλλα και ο πλέον ευκολότερος και “παστρικός” τρόπος είναι να βουτήξετε το portafiler σε ένα φλιτζάνι με παγωμένο νερό (που θα έχετε μόνιμα στο ψυγείο) και να το κουμπώσετε στην μηχανή όσο εσείς αλέθετε και πατάτε τον καφέ στο καλαθάκι. Συνήθως σε 1΄ η θερμοκρασία των μετάλλων θα πέσει στο επιθυμητό σημείο.

Αν πάλι η μηχανή έχει μείνει ανοιχτή για πάνω από 40΄ μάλλον θα χρειαστεί να κάνετε την παραπάνω διαδικασία και δεύτερη φορά ξαναβουτώντας το portafiler στο παγωμένο νερό και κουμπώνοντάς το στο group head για 1΄ακόμα.

 Ενδεικτικά, με ένα θερμόμετρο δέσμης (κόστος περίπου 15€) μετράω την θερμοκρασία του μετάλλου στο σημείο πάνω από το group και όταν αυτή βρίσκεται ανάμεσα στους 82-86º C εφαρμόζω το “μονό πάγωμα” ενώ αν βρίσκεται ανάμεσα στους 86-92º C το “διπλό”. Αν πάντως η τελευταία διαδικασία  σας φαίνεται υπερβολική, απλά έχετε σαν οδηγό σας τους παραπάνω χρόνους από το άνοιγμα.

Σημειώστε ότι κάποιοι χρήστες προτείνουν την τοποθέτηση ενός φύλλου  teflon σαν θερμομονωτικό ανάμεσα στο boiler και το group head, όμως προσωπικά δεν έχω δοκιμάσει την αποτελεσματικότητα του μιας και τόσο η εύρεσή αυτού όσο  και των μεγαλύτερων ανοξείδωτων βιδών που απαιτούνται δεν μου είναι εύκολη.

Επίλογος.

Έχει περάσει σχεδόν 1 χρόνος από την απόκτηση της Elektra Casa Leva A Mano και ενώ λίγοι καφέδες πετάχτηκαν, πάμπολλοι ήταν αυτοί που με έκαναν αρχικά να αναρωτηθώ αν η αλλαγή της  υπέροχης Rancillio Miss Silvia ήταν μια σοφή επιλογή. Όσο όμως όλα όσα αναλύθηκαν ξεδιαλύνονταν μέσα στο φλιτζάνι, τόσο αυτό αποκτούσε την κρυστάλλινη αίσθηση και την ευγένεια για την οποία αυτή η καλλονή από το Treviso φημίζεται.

Εφαρμόζοντας τα παραπάνω θεωρώ ότι  το 95%  των καφέδων που φτιάχνω είναι εξαιρετικοί, όμως -ακόμα και μετά από όλη αυτή την ακρίβεια!!-  ο καθένας έχει μια διαφορετική ιστορία να πει καθιστώντας έτσι το κάθε φλιτζάνι μια μοναδική εμπειρία.

Αν λοιπόν θέλετε η σχέση σας με τον καφέ να θυμίζει έναν μεγάλο, παθιασμένο έρωτα και όχι έναν επιτυχημένο, σταθερό γάμο απλά χαϊδέψετε το μοχλό της sexy Elektra!


Elektra Casa Leva A Mano is the absolute coffee mistress and as such she is capable of raise the strongest “love and hate” emotions. This Italian goodness can easily teases you with her curves and blows out your mind with perfect cups, but at the same time can cause total frustration with her cranky character.

In this lengthy post –aimed only at current or future owners of Elektra as well as at fanatic espresso aficionados- I explain in details my method to extract the highest possible quality and repeatability from her by throwing light in every dark aspect of her way of operation.

If you still reading this post, I bet that you have already read a lot about the subject elsewhere. So you may find my method radically different from other΄s, and for sure utterly smart-assed and immodest. Moreover, this arrogant theory will be underlined using a lot of bonds, especially  for the aspects that I believe are the most important.  I will not feel the need to apologize about all these but instead to urge you to follow my instructions and to judge by yourself its ability to result in excellent quality and reliability. Of course I will gladly offering you some help or definitions if asked.

I also assume that if you are still reading this post it means that you are a coffee connoisseur, so for time and space saving I will not explain the basics of coffee making.

Before turning on Casa Leva.

  1. The thermostat of Casa Leva is preset so as to keep the pressure of the boiler between 1,1 and 1,3 bar. Unfortunately is impossible to prepare an acceptable espresso using any other temperature bar the one achieved by 1,1 bar.

So if you are an espresso lover only, I would strongly suggest to reduce boiler pressure to 0,9-1,1 bar by readjusting  the thermostat. To do so, unscrew the base of the machine and turn the trimmer-bolt by a half of the turn anti- clockwise.  If however you need  the extra pressure for cream –so you refuse to make this vital adjustment- at least make sure that you will start the brewing only when the monometer reach the lowest point in the green zone (1,1 bar). Or better still, buy another espresso maker…

2. Use only fresh, high quality beans, dark roasted for espresso only! You don’t have any                 chance at all with light roasted coffees porposed for “filter” or even “filter and espresso”!

  1. Use only the double basket and experimenting with dosage of 15,8 -17gr, with 16,3gr be your starting point. Casa Leva does not differ from every other single espresso machine on earth, and this means that it is impossible to produce a high quality cup using the single basket. The things are as simple as that!

4. Be very careful with the tampering (using of course a heavy tamper). In contrary to what            is written here and there, the combination of small diameter and big height of the basket              leads easily to improper leveling. To be sure, I suggest first to fill in and lever the coffee in            the separated basket and then to put the latter inside the portafiler. 

  1. Don’t fill up the boiler up to 3/4 or 4/5 as is frequently suggested, but choose instead the quantity of water taking into account the number of cups you want to prepare. Of course it is true that things are more stable when there is a lot of it in the boiler, but I personally prefer fresh water and more vigilance instead of water that has been warmed again and again. Moreover, you will have to wait for a much shorter time for the thermostat to reach the vital 1,1 bar for the pulling of the shot meaning less oxidation of the coffee! As an indication, you will need ¼ of the boiler for 1 coffee and ½ for 2 -3. Be very careful because you have to add water every time, prior to switch on!

IF YOU DO NOT STRICTLY FOLLOW THE SUGGESTIONS 1, 2 & 3, YOU WILL SIMPLY  THROW AN AWFUL LOT OF COFFEE IN THE KITCHEN SINK !!!

The first coffee.

  1. Turn on the machine and wait till pressure reach 1,1 bar. If you start with a small amount of water as advised this will happen in less than 10΄, otherwise in 12΄.
  2. Grind and tamp 16,3 gr using the double basket, warm a cup, tare it in a weighting scale, lock the portafiler and wait again till the pressure reach 1,1 bar and the indication lamp is turned off.
  3. Start a timer and pull down the lever.
  4. Keep it down for 5΄΄not for 10΄΄ or till you see the first drops as most people say– as longer pre- infusion time results in burnt flavor and aromas.
  5. Release the lever and let the coffee run for 5΄΄. Now the timer should be at 10΄΄.
  6.  Pull down the lever again (the famous Fellini move!) and keep it down till the sound of water refilling the group stops (this usually last 2-3΄΄).
  7.  Release the lever again and monitor when it will reach the uppermost position and the continuous (or semi- continuous) flow will stop, leaving just the final drops to fall into the cup.

The total time from the beginning of the procedure till the end of continuous flow should be between 23-28΄΄.

If it gets out of this margin choose a higher or lower dosage in steps of 0,2-0,3gr. If you reach the upper or lower limits of 15,8 or 17gr and you still can’t be within time change the grinding.

Weight the cup and (assuming that you get right the above) you should have a quantity of 31- 36 gr.

If you get the time right but the quantity is less than 31gr, prolong the first flow (ie the time before Fellini move) by 1-3΄΄. So you will have  5΄΄ pre infusion + 6-8΄΄ first flow instead of   5΄΄ + 5΄΄.

If you reach the perfect time and correct quantity and still you don’t have a perfectly made coffee in your cup or you don’t like the taste, simply change to another coffee!

 The next coffees.

The biggest problems occurred when the machine is remained in operating status for a long time, is that her metals are overheating and thus their cooling abilities are diminishing. The result is a burnt and bitter taste.

The problem starts 20΄after the turning on, so if you preparing a second coffee within this period –its impossible to prepare and enjoy more than 2 in just 10΄ anyway!- you can just repeat  the same procedure as for the first coffee.

After 20΄ however, you must cool the metals, and the easiest and cleanest way to do so is to submerge the portafiler in a cup of cold water (that you permanently store in your fridge) and to lock it back to the machine while you grind and tamp the coffee. In approximately 1΄ the temperature of the metals will reduced to the desired level.

If the machine have been turned on for more than 40΄ you should execute this for a second time, by re-submerging the portafiler in the cold water and re- attaching it in the group head for 1΄ more.

 To get an idea, I measure the temperature (with a laser thermometer costing appr. 15€) just above the group head, opting for an indication of less than 82º C. If this is somewhere between 82-86º C I execute the “single cooling” and if it is between 86-92º C the “double cooling”. In case that the above seems very extravagant to you, just use the above mentioned times as an indication and you do not need a thermometer.

Some users propose the placement of a Teflon sheet between boiler and group head but personally I haven’t check its ability to retain the temperature stabilized, as the purchase of the sheet and the mandatory longer inox bolts is not convenient to me.

Epilogue.

One whole year has passed since the purchase of Elektra Casa Leva A Mano and although only a small number of coffees have been thrown in the kitchen sink, a lot of others initially made me wonder if the replacement of the brilliant Rancillio Miss Silvia was a wise choice. But the more all these  previously mentioned parameters came into focus, the more this beauty from Treviso shines, unfolding her renown ability to offer crystal –clear cups of  gentlest quality.

By combining the above principles I am sure that the 95% of the espresso I prepare are excellent. But even after all this precision show -off, every single cup has its own story to tell, offering a unique and (possibly) unrepeatable experience.

So if you want your relation with your coffee to resemble a “once- in a lifetime” passionate flame and not a successful, stable marriage just caressing the level of a sexy Elektra!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Stalati ή αλλιώς μια πελαγίσια αύρα…

stalati1

Προσωπικά η γαστρονομική υπογραφή του  Τάσου Κόλλια ποτέ δεν μου ήταν ιδιαίτερα βαρύνουσα. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζω  ότι ήταν από τους πρωτεργάτες στην εισαγωγή ψαγμένων θαλασσινών αγαθών στα ψαροφαγικά μενού, όμως πρακτικά πάντα έβρισκα ότι η κουζίνα του ήταν  “κουρασμένη” και “μαραμένη” και ιδιαίτερα όταν αναφερόμαστε  σε μια κατηγορία όπου η φρεσκάδα βρίσκεται σε απόλυτη προτεραιότητα. Μάλιστα αυτή την αίσθηση την είχα βιώσει τόσο στο κλασσικό του μαγαζί στα Ταμπούρια όσο και στον πιο πρόσφατο Κόλλια της Συγγρού,   και η οποία αποτελούσε αιτία για τις σπανιότατες επισκέψεις μου στο τελευταίο παρόλη την ελάχιστη απόστασή του από το σπίτι μου.

Έτσι θα μπορούσα να παρομοιάσω την αποχώρησή του  -και την αποκλειστική ανάληψη της διεύθυνση από τον Νίκο Τσάκο- σαν μια πελαγίσια αύρα που έδιωξε την ομίχλη αφήνοντας να φανεί η …θάλασσα! Βέβαια κάποια από τα σήματα κατατεθέντα  της παρουσίας του παρέμειναν, όπως η εμμονή στην εξαιρετική πρώτη ύλη, ο μπουφές με τα ορεκτικά και το εμβληματικό ritual -ψήσιμο των μεγάλων ψαριών στο αλάτι, μέθοδος στην οποία το μαγαζί οφείλει και το νέο του όνομα.

Όμως όλη η κουζίνα πραγματικά έχει μεταμορφωθεί δραματικά προς το καλύτερο, με όπλα της το υποδειγματικό τηγάνι, το σπαρταριστό των λαχανικών του, την σωστή επιλογή των πιάτων που απαρτίζουν τον κρύο μπουφέ και τους τέλειους χρόνους ψησίματος. Αρετές που είχα την ευκαιρία να βιώσω πολλές φορές μέσα στους τελευταίους μήνες -λόγω και της ψαροντουφεκικής μου «ακαπνίας»- απολαμβάνοντας αμέτρητα εξαιρετικά πιάτα.

stalati2

Δεν ξέρω αν θα πρέπει να πρωτοθυμηθώ τον καλύτερο μαρινάτο γαύρο της Αθήνας, την σπαρταριστή σαλάτα με τα πεντανόστιμα ντοματίνια, τα τηγανιτά «μάγουλα» του σαλαχιού (δυστυχώς πιάτο ιδιαίτερα εποχιακό…) η το απόλυτα ψημένο καλαμάρι. Μάλλον όμως θα επιλέξω το jaw- dropping 1,5κιλο λαβράκι, η τρυφερότητα και η ντελικατέτσα του οποίου είχαν εγκλωβιστεί ιδανικά στο αλάτι, έτοιμα για γαστρονομικές εκρήξεις με το πρώτο σπάσιμο.

Προσθέσετε εδώ και το ιδιαίτερα ευγενικό και αποτελεσματικό σέρβις αλλά και την μικρή αλλά αρκούντως ψαγμένη λίστα κρασιών και αποσταγμάτων και το μόνο που θα έμενε για να επιθυμήσετε είναι ένας πιο μοντέρνος διάκοσμος. Όμως αυτό είναι κάτι που εύκολα προσπερνιέται δεδομένου το επιπέδου της κουζίνας του, κουζίνα που περισσότερες από μια φορές  με έχει κάνει να νιώσω ότι τρώω στον σπουδαίο  Παπαϊωάννου!

Και με γνωστή την αγάπη και την απεριόριστη εκτίμηση μου για το ψαρομάγαζο του Μικρολίμανου, δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να κάνω μεγαλύτερο κομπλιμέντο για το Stalati. Ούτε βέβαια και να χρειαστεί να διευκρινίσω ότι πλέον έχει κερδίσει με το …ψαροκόκαλο του, μια θέση ανάμεσα στα δικά μου κορυφαία εστιατόρια για ψαροφαγία στην Αθήνα!

Stalati Seafood Restaurant, Λεωφ. Συγγρού 303, Παλαιό Φάληρο, 210 9418039.

Οινικό bandoneon/ Winey bandoneon.

πηγή: ocho.gr

For English text stroll down…

Το Malbec είναι η αιχμή του δόρατος του Αργεντίνικου κρασιού, οπότε η καθιέρωση της Παγκόσμιας Ημέρας Malbec φαντάζει λογική αφορμή για μια δοκιμή της ποιοτικότατης δουλειάς που γίνεται στους ορεινούς αμπελώνες της Λατινοαμερικάνικης χώρας.

Για 4η φορά η πρεσβεία της Αργεντινής μάζεψε όλους τους Έλληνες εισαγωγείς σε μια παρουσίαση που εκτός από τον βασιλιά Malbec είχε στο πρόγραμμα και άλλα ενδιαφέροντα ερυθρά και λευκά σταφύλια που στα υψηλά των Άνδεων βρίσκουν ξεχωριστά terroir που προικίζουν τα κρασιά με εξωστρέφεια και μοναδική φρεσκάδα.

Ακολουθούν οι προσωπικές μου επιλογές, αρχής γεννωμένης –λόγω σεβασμού!- από τα ερυθρά!

Ερυθρά κρασιά.

 El Porvenir, Laborum Malbec 2015: Αξιοσημείωτα πυκνό στα αρώματα του κασσίς και του δαμάσκηνου αυτή η single vineyard ετικέτα από το κτήμα Rio Seco. Ακόμα εντυπωσιακότερα όμως το βελούδο και η αρμονία στο στόμα. +10 χρόνια. ( * * * * )

Trapiche, Finca Orellana Malbec 2014: Άλλο ένα φοβερό κρασί από την σειρά Terroir Series με πυκνό μπουκέτο ιβίσκου και αγριοβύσσινου, πανίσχυρη πιπεράτη δομή και τανική αγριάδα που απαιτεί παλαίωση 10 ετών. ( * * * * )

Altos las Hormigas, Malbec Reserve 2014: Παλαιά αμπέλια στην Uco Valley, βιοδυναμική καλλιέργεια και ωρίμανση σε foudres 3,5 τόνων είναι λίγα από τα υλικά ενός σπαρταριστού, πιπεράτου και εκπληκτικά βελούδινου Malbec. ( * * * * )

Michel Rolland, Clos de los Siete: Αν και ο πολυσυζητημένος οινολόγος έχει κάνει σουξέ με το υπερώριμο πληθωρικό στυλ του, σε αυτό το blend με πρωταγωνιστές τα Malbec και Merlot προτάσσει την φρεσκάδα και την αυστηρότητα. +5 χρόνια. ( * * * ½ )

Krontiras, Dona Silvina Blend 2014: Η μονοποικιλιακή εμφιάλωση του Aglianico πάντα μου φαινόταν πολύ σκληρή, εδώ όμως η σύμπραξη με το Malbec δίνει ιδανική αγριάδα στην ώριμη και κρέατινη παρουσία του blend. +5 χρόνια. ( * * *  ½ )

El Porvenir, Amauta Absoluto Tannat 2017: Πολύ ενδιαφέρον, inox Tannat που πλάι στο μαύρο φρούτο βάζει λίγες νότες καπνιστού ψαριού! Η οξύτητα και η “πρασινάδα” προσδίδουν δροσιά χωρίς να  είναι διόλου ενοχλητικές. ( * * * )

Rutini, Trumpeter Bonarda 2014: Τα 5 χρόνια έχουν προσδώσει σε αυτό το οινοποιημένο σε δεξαμενή κρασί πιπεράτη εξωστρέφεια και χαρακτήρα κόκκινων φρούτων, χωρίς να του έχουν αφαιρέσει στάλα σπαρταριστής δροσιάς. ( * * * )

Krontiras, Fresh Malbec 2017: Ένα κρασί συνεπές με το όνομά του, αφού η απουσία βαρελιού βάζει ζωντανό φρούτο και λουλούδια μαζί με ελαφρύ, όξινο στόμα σε ένα ευκολόπιοτο σύνολο. Οι τανινούλες πάντως θέλουν 1-2 χρόνια… ( * * * )

Ροζέ κρασιά.

 Rutini, Trumpeter Rose 2017: Ένα ροζέ από Malbec, που όμως δεν γίνεται καθόλου βαρύ. Αντίθετα τα ντελικάτα αρώματα μούσμουλου και λουλουδιών και η οξύτητα που υποστηρίζει τον κρεμώδη χαρακτήρα του το καθιστούν τρυφερό… ( * * * )

Λευκά κρασιά.

El Porvenir, Laborum Torrontes 2018: Το κτήμα El Retiro δίνει τον καρπό του για αυτό το ιδιαίτερα αυστηρό και σοφιστικέ κρασί. Άγριο παρά τα αρώματα ροδόνερου, απαιτεί μια 5ετία για να δαμάσει την φοβερή οξύτητα του. ( * * * ½ )

El Porvenir, Amauta Absoluto Torrontes 2018: Ένα εξαιρετικά τιμολογημένο (12€) Torrontes που προτάσσει την λεμονάτη πίκρα και δροσιά. Ελαφρύ και όξινο, μακρύ φέρνει μνήμες πράσινης πιπεριάς στο μακρύ τελείωμα. +3 χρόνια. ( * * * )

Trapiche, Broquel Chardonnay 2016: Ελκυστική ένταση λευκού σπαραγγιού και ανανά για αυτό το βαρελάτο Chardonnay. Όμως η δρυς δεν φαλτσάρει καθόλου, και για αυτό φροντίζει η δροσερή οξύτητα και το σπαρταριστό τροπικό flavor. ( * * * )

Norton, Coleccion Torrrontes 2018: Ένα ιδιαίτερο κρασί που προτάσσει την …Sauvignon Blanc και όχι την Μοσχοφιλεράτη όψη της ποικιλίας. Άγουρο, ελαφρύ και γεμάτα αρώματα κίτρου, θα δώσει και άλλα αν ανοιχτεί το 2021. ( * * * )

Piedra Negra, Torrontes Alta Coleccion 2016:  Η μπορντολέζικη οικογένεια Lurton υπογράφει αυτό το κρασί και ως εκ τούτου αυτό είναι γεμάτο πράσινες πιπεριές και εσπεριδοειδή. Επίσης είναι ελαφρύ, νευρικό και εντυπωσιακά φρέσκο. ( * * * )


Malbec is in the forefront of Argentinean wine industry, so the creation of Malbec World Day gives a great opoortunity to taste the results of the excellent job executed in the high altitude vineyards of this Latin America’s country.

For the 4th time the Embassy of Argentina organized a wine tasting in collaboration with the major Greek importers, in a “program” that beside the “king” Malbec was including other red and white varieties that thrive at the different terroirs, in the foothills of Andes.

My personal references are listed below in reverse order (first the reds, last the whites) as a tribute paid to Malbec!

Red Wines.

 El Porvenir, Laborum Malbec 2015: This single vineyard label from Finca Rio Seco offers very concentrated aromas of cassis and plums. Though, even more impressive is the velvety sensation and harmony on the palate. +10 years ( * * * * )

Trapiche, Finca Orellana Malbec 2014: Another terrific addition to the Terroir Series of Trapiche, exhibiting hibiscus and morello cherry nose, solid structure, peppery flavor and tannic astringency that demands 10 years of cellaring. ( * * * * )

Altos las Hormigas, Malbec Reserve 2014: Very old vines in Uco Valley, biodynamic farming and maturation in 3,5 tonnes foudres are some of the ingredients of the recipe for this vibrant, complex and astonishingly silky Malbec. ( * * * * )

Michel Rolland, Clos de los Siete: Despite the fact that the controversial oenologist became famous for his over-mature, block buster style, it is freshness and austerity that have the right of way in this Malbec/ Merlot -dominated blend. Best from 2024. ( * * * ½ )

Krontiras, Dona Silvina Blend 2014: I found the monovarietal attempt of Aglianico awfully tannic, but in this case the pairing with Malbec results in a powerful blend of high quality, that is endowed with ripe fruit and meaty character. +5 years. ( * * *  ½ )

El Porvenir, Amauta Absoluto Tannat 2017: An intriguing Tannat from Cafayate’s Salta, which merges black fruit and smoked herring aromas! The high acidity and “greenness” enhance freshness without become annoying. Open after 2020. ( * * * )

Rutini, Trumpeter Bonarda 2014: The 5 years of ageing have enhance the black pepper and raspberry bouquet of this Uco Valley Bonarda, yet they haven’t abstract even the slightest amount of freshness and vibrancy. ( * * * )

Krontiras, Fresh Malbec 2017: The contain of the bottle is very consistent with the name in the label, as the lack of oak allows the fresh fruit, the lightness and the easy drinking character to shine. The tannins need 1-2 years to soften though… ( * * * )

Rose Wines.

 Rutini, Trumpeter Rose 2017: Despite being made from 100% Malbec, this is not a heavy, old school rose. On the contrary it is very delicate and fragile, with aromas of loquat and flowers to compliment the creamy palate. ( * * * )

White Wines..

El Porvenir, Laborum Torrontes 2018: The El Retiro vineyard is the source for this austere yet sophisticate wine. Despite the rose pedal and rose water nuances, it is very wild due to a terrific acidity that needs 5 years to get subdued. ( * * * ½ )

El Porvenir, Amauta Absoluto Torrontes 2018: This Torrontes gives precedence to lemony bitterness and freshness, as well as to lightness and bell pepper character. The aftertaste is very good for the price (12€). It will reach its peak in 2021. ( * * * )

Trapiche, Broquel Chardonnay 2016: Attractive, pronounced white asparagus and pineapple nose for this partially barrel matured white. Yet the oak is not at all dominant, due to the  refreshing acidity and the vibrant tropical flavor. ( * * * )

Norton, Coleccion Torrrontes 2018: A very interesting Torrontes that promotes the …Sauvignon Blanc (and not the Muscat) side of grape’s typicity. So it is light bodied and pleasantly under- ripe, offering citrus flavors that will “blossom” in 2021. ( * * * )

Piedra Negra, Torrontes Alta Coleccion 2016: The famous Lurton family from Bordeaux signs this wine, so the citrus, cat’s pee and green bell pepper aromas come as no surprise. Nor do the light, nervous and impressively fresh palate. ( * * * )

Finca San Florencio: Just missed the bar…

 

For English text stroll down…

Η φυτεία San Florencio βρίσκεται στην επαρχία  Quetzaltenango στα δυτικά της Γουατεμάλα και καταλαμβάνει έκταση 150 εκταρίων, 20 εκ των οποίων είναι φυτεμένα με καφέ. Αν και σκαρφαλωμένη στα 1600 μέτρα, η φυτεία αυτή είναι – λόγω του ξεχωριστού μικροκλίματός της- από τις πρώτες στην συγκομιδή, με τους καρπούς να μαζεύονται μέσα στον Νοέμβρη.

Η καλή δουλειά που γίνεται από την οικογένεια Hererra ξεκίνησε την δεκαετία του ΄50 οπότε και ανέλαβε την διαχείριση της φάρμας, και την έχει οδηγήσει  σε αρκετές διακρίσεις που κορυφώθηκαν το 2015 με την 16η θέση στο Cup of Excellence.

Όμως αυτός ο πλυμένος καφές από την ποικιλία Caturra δεν δικαιώνει τις υψηλές προσδοκίες μέσα στο φλιτζάνι, αφού και τα αρώματα είναι σχετικά απλά στις νύξεις καραμέλας και ξηρών καρπών και το στόμα δεν διαθέτει μεγάλη διάρκεια.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι κανείς δεν θα απολαύσει τον γλυκόπιοτο, σιροπιαστό χαρακτήρα, την στρογγυλάδα και την επίγευση κακάο  που διαθέτει, όμως ο ποιοτικός πήχης που θέτει (τουλάχιστον στα χαρτιά) τόσο η χώρα όσο  και η συγκεκριμένη φάρμα είναι ιδιαίτερα υψηλός. Και αυτή η συγκεκριμένη πρόταση  της San Florencio δεν καταφέρνει να τον υπερβεί, παρόλο το καλό καβούρντισμα της Kudu.

Ο Finca San Florencio  είναι μια δημιουργία των Kudu Roasters (210 2818840). Ενδ.τιμή 11€/ 250gr (44€/kg). 


Finca San Florencio is located in Quetzaltenango region- west part of Guatemala- and covers an area of 150ha, 20 of them planted with coffee trees. Despite the high altitude of 1600 meters, this plantation is -due to its special microclimate- one of country’s earliest- harvesting, with the picking of the berries taking place during November.

The focus in quality was starting during the 50s- when the Hererra family took over the Finca- and has resulted in numerous awards, highlighted by the 16th place that its coffee gained at the 2015 Cup of Excellence.

However, this washed Caturra doesn’t fulfill the big expectations in the cup, as the aromas of caramel and dried nuts are a little bit simple and the length on the palate mediocre.

Of course this is an enjoyable coffee offering sweet tasting, syrupy profile, roundness and cocoa aftertaste, but both the country and the specific farm have set the quality bar very high. And unfortunately this specific lot of San Florencio just missed it, despite the good roasting by Kudu.

Finca San Florencio is a creation of Kudu Roasters (210 2818840). Est. price 11€/ 250gr (44€/kg). 

 

Blaufrankisch: Add to (Austrian Treasure) Cart!

csm_weingarten_HB_024596_e98635dcbb
Source: http://www.austrianwine.com

For English text stroll down…

Η Αυστρία μπορεί να φημίζεται για τα λευκά της κρασιά –όπως τα συγκλονιστικά Gruner Veltliner και Riesling- όμως η φαρέτρα της περιλαμβάνει και υπέροχα ερυθρά που παράγονται κυρίως από ντόπιες ποικιλίες. Και έχει αρκετές τέτοιες η χώρα του Δούναβη, που όμως έχουν απαρνηθεί τις όχθες του για τα πιο ζεστά κλίματα του ανατολικού κομματιού της.

 Ανάμεσά τους σίγουρα δεσπόζουσα θέση κατέχει το όψιμο Blaufrankisch που καταγράφηκε για πρώτη φορά τον 18ο αιώνα στα ΒΑ της χώρας και σήμερα καλλιεργείται κυρίως στις περιοχές Burgenland και Niederosterreich. Εκεί, τα μεγάλα τσαμπιά του μπορούν να φτάσουν σε εξαιρετική ωρίμανση και να δώσουν κρασιά με ισχυρή προσωπικότητα και απίθανη φρεσκάδα.

Το σχετικά ελαφρύ σώμα –ακόμα και αν το σταφύλι φτάσει τους 14 βαθμούς!- και το φοβερό φρούτο –που εκφράζεται με βύσσινο, αγριοκέρασο και ιβίσκο- θέτουν τον ρυθμό της τυπικότητας προσφέροντας κρασιά με cool climate ζωντάνια αλλά και hot climate εξωστρέφεια.

Δεν νομίζω ότι υπάρχει καλύτερο κρασί για να εκφράσει τα παραπάνω από το Blaufrankisch Ried Altenberg 2016 ( * * * ½  ) της Anita και του Hans Nittnaus. Εκρηκτικές εντάσεις φρεσκάδας μπλέκονται με καφέ σε αυτό το single vineyard (ried) ερυθρό από το Leithaberg, ενώ το στόμα είναι ξεμυαλιστικά πιπεράτο, υπέροχα δροσερό και τέλεια “απλό”.

Λιγότερο σκερτσόζικο αλλά εξίσου ελκυστικό, το Ried Feurer 2015 ( * * * ½ ) του Hans Nehrer προτάσσει έναν πιο  χορτώδη χαρακτήρα. Επιπλέον, το γεμάτο ασβεστόλιθο Cru  βάζει και αρκετές τανίνες δίπλα στο βύσσινο του στόματος απαιτώντας μια 5ετία στην φιάλη.

Φυσικά το εξαιρετικό σταφύλι έχει και δυναμικό για κρασιά υψηλότατου επιπέδου όπως το Ried Oberer Wald Reserve 2015 ( * * * * ) των Gunter και Regina Triebaumer. Το χαρισματικό αμπελοτόπι ευθύνεται για το εκρηκτικό μπουκέτο βύσσινου και βιολέτας αλλά και το ελαφρύ, μακρύ αλλά διόλου επιθετικό στόμα, που εν τούτοις απαιτεί 10ετή παλαίωση.

Ο ντελικάτος χαρακτήρας του Blaufrankisch δεν δηλώνει αδυναμία να αντέξει το βαρέλι, ιδιαίτερα αν το κρασί προέρχεται από παλαιά (40-60 ετών) αμπέλια όπως στην περίπτωση του Patriot 2013 ( * * * ½ ) από το οινοποιείο Tesch Josef. Σχεδόν 3 χρόνια μένει το εν λόγω κρασί σε αυτό, και το φοβερό φρούτο ντοπάρεται για 10ετία, με το μαύρο πιπέρι να ντύνει την γλύκα της τέλειας ωρίμανσης.

Ανάλογα στιβαρά μεγαλεία και για το Ried Bodigraben Reserve 2015 ( * * * ½ ) της Juliana Wieder. Υπέρπυκνος στον ιβίσκο και παντοδύναμος ο 14,5αρης καρπός του Cru Bodigraben που βρίσκεται στο Mittelburgenland, κάνει επίδειξη body building με τα μούσκλα να τονίζονται από μακρές εκχυλίσεις και βαρέλι.

Από την άλλη εύκολα το Αυστριακό ερυθρό διαμάντι χάνει την λάμψη του είτε γιατί το υπερβολικό ξύλο αφαιρεί την ντελικατέτσα του, είτε γιατί η υπερωρίμανση του αφαιρεί την μοναδική δροσιά του. Κρασιά όπως το φιλόδοξο Cupido 2015 Reserve της Heinrich Silvia ( * * ½ ), το Prieler, Blaufrankisch Reserve 2015 ( * * * ) το Kerschbaum, Ried Durrau Reserve 2015 ( * * ) και το Perfection 2015 ( * * * ) του Winzerschlossl Kaiser αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα.

Παρόλα αυτά το Blaufrankisch είναι ένα εξαιρετικό σταφύλι που αποδεικνύει περίτρανα γιατί έχει δημιουργήσει τόσο θόρυβο γύρω από το όνομά του. Βέβαια η φρενίτιδα γύρω από το Αυστριακό κρασί εν γένει, έχει συμπαρασύρει τις τιμές προς τα πάνω με το ερυθρό σταφύλι να μην αποτελεί εξαίρεση. Έτσι με τα περισσότερα κρασιά αυτής της δοκιμής να κοστίζουν πάνω από 20€ και να φτάνουν σχεδόν μέχρι τα 70€ το Blaufrankisch δεν διεκδικεί τα σκήπτρα ποιότητας-τιμής. Όμως από την άλλη δεν θα απογοητεύσει κανέναν από αυτούς που  θα το φέρουν στο ποτήρι τους, θέτοντας παράλληλα εαυτόν ως ένα πανάξιο σκουρόχρωμο διαμάντι δίπλα στους λευκούς θησαυρούς της οινικής Αυστρίας.


Austria may be world- famous for its whites –like the breathtaking Gruner Veltliners and Rieslings- but it offers wonderful reds as well, produced mainly from indigenous varieties. And the country has a lot of them, adapted better in the warmer climatic conditions of the central east part.

Among them the undisputed king is the late ripening Blaufrankisch, first documented in 18th century at the NE corner of Austria and today flourished mostly in Burgenland and Niederosterreich regions. In its soil, the big, V-shaped clusters can reach perfect maturity and offer wines with unique character and fantastic freshness.

The lightness of body –even in cases that the wines reach 14,5% of alcohol!- and the impressive fruit exhibiting morello cherries, sour cherries and  hibiscus, are setting the pace of typicity in a “package” full ol cool climate vibrancy and hot climate extroversion.

I don’t think that there is a wine that can prove the above in a better way other than Blaufrankisch Ried Altenberg 2016 ( * * * ½  ) from Anita and  Hans Nittnaus. There is an explosive nose of fresh fruits and coffee in this single vineyard (ried) red from Leithaberg DAC, as well as an alluring black pepper spiciness and a “not simple at all” simplicity!

A little bit more restrained but equally appealing, the Ried Feurer 2015 ( * * * ½ ) from Hans Nehrer highlights the grassy aspects of varietal character. Moreover, the dominance of limestone in this Cru results in a lot of tannins alongside the sour cherry flavor, thus demanding 5 years in the cellar.

Such a high- caliber grape can reach tremendous levels of complexity in such cases as Gunter and Regina Triebaumer’s Ried Oberer Wald Reserve 2015 ( * * * * ). The blessed site contributes to the highly perfumed cherry and violet nose and to the length of flavor of this light bodied, silky “vin de garde”, than will reward a decade of ageing

The delicate nature of Blaufrankisch doesn’t mean that it can’t withstand the oak, especially if the wine comes from old (40-60 years) vines, as it is the case of Patriot 2013 ( * * * ½ ) from Tesch Josef winery. Nearly 3 years of barrel maturation enriches the dense fruit with powerful tannins while at the same time tonnes of black pepper robbing the sweetness of perfect maturation.

The same robust grandiose can be found in Juliana Wieder’s  Ried Bodigraben Reserve 2015 ( * * * ½ ). Because of the  ultra dense hibiscus aroma and 14,5 % alcohol, this dynamite from Mittelburgenland’s Cru Bodigraben can easily participates in a body building contest, showing off its long extracted, barrel boosted muscles.

On the other side this real gem from Austria can easily lost its sparkle because of the excessive use of oak or the over maturation in the vineyard.  The ambitious Cupido 2015 Reserve from Heinrich Silvia ( * * ½ ), the Prieler, Blaufrankisch Reserve 2015 ( * * * ), the Kerschbaum, Ried Durrau Reserve 2015 ( * * ) and the  Perfection 2015 ( * * * ) from Winzerschlossl Kaiser are characteristic examples of potentially excellent wines that have lost their freshness or finesse due to such practices.

Nevertheless, Blaufrankisch is a grape with ultra high potential and the buzz around its name is not at all hyperbolic. Of course the general phrenitis about Austrian wine unavoidably pushed the prices higher, and this raise doesn’t exclude the reds. So, most of the wines in this tasting are costing between 20 and 70€, prices that will not  give them a place in any “best value” list.

On the other side none of them will disappoint the oenophiles that pour them in their glasses while at the same time they are proving that Austria has a dark skinned diamond added to country’s white -dominated treasure chest.

Carlos Ruben: Le Voz de la Garnacha.

w1440h800zcCq85_voz_still12

For English text stroll down…

O 46χρονος Carlos Ruben έχει περάσει δύσκολα. και αυτό φαίνεται στα μάτια του. Όμως ποτέ δεν έχασε ούτε την πίστη του στην σπουδαία ποικιλία Garnacha αλλά ούτε και την ικανότητα να ανακαλύπτει όλα τα terroir στα οποία αυτό το εξαιρετικό σταφύλι δίνει τον καλύτερο του εαυτό.

Έτσι ο καλοκάγαθος γίγαντας –εντύπωση που δίνει παρά το φυσιολογικό του ύψος- γυρίζει από άκρη σε άκρη την  Ισπανία και την ΝΔ Γαλλία μέχρι να δει τον τέλειο καρπό στα παλαιά, διαμορφωμένα σε κύπελλο κλίματα της Garnacha και να τον μετουσιώσει σε μια εξαιρετική σειρά κρασιών σε ντόπια οινοποιεία της εκάστοτε περιοχής.

Η μικρή αλλά ποιοτικότατη δόση που πήρα από αυτή την προσπάθεια κατά τη διάρκεια του Best Sommelier of the World Contest 2019  ξεκίνησε με το La Cuna 2016 ( * * * * ), ένα blend 3 ξεχωριστά οινοποιημένων αμπελοτοπιών στο Calatayud, το Campo de Borja και την Carinena της Αραγωνίας. Αν και δεν έχει νοιώσει το χάδι του ξύλου, το La Cuna είναι πολύ πληθωρικό και δυνατό, με την γεμάτη κόκκινα φρούτα και θυμάρια μύτη του να συμπληρώνει  το γλυκόπιοτο ξεκίνημα και την καλοδομημένη αγριάδα του.

Το El Classico 2017 ( * * * * ) “παίζει” με την φημισμένη τιτανομαχία Ρεάλ- Μπαρτσελόνα ενώνοντας όμως και όχι διχάζοντας, αφού βάζει στο ίδιο μπουκάλι Garnacha από την Μαδρίτη και την Καταλονία. Αν και  κατά μισό βαθμό χαμηλότερο στην αλκοόλη από το La Cuna (14%) καθώς και πιο ανθώδες στην μύτη, διαθέτει περισσότερο νεοκοσμικό χαρακτήρα βασισμένο σε πλούτο και έντονες τανίνες που απαιτούν μια 10ετία παλαίωσης.

Το Antonio & Antonia 2017 ( * * * * ) αποτελεί ένα φόρο τιμής στους γονείς του Ruben αλλά και μια ευκαιρία να συνδυάσει των καρπό των 2 σπουδαιότερων χωρών του κόσμου για την ποικιλία. Προερχόμενο από αμπελοτόπια του Ισπανικού Priorat και του Γαλλικού Maury, ο 15άρης αυτός δυναμίτης καταφέρνει να είναι ταυτόχρονα και ο πιο ντελικάτος, αφού διαθέτει εύθραυστη Pinot Noir μύτη, πιπεράτο flavor και υπέροχα λεπτοϋφασμένες τανίνες.

Όταν ο Carlos Ruben και ο ιθύνων νους όλης αυτής της προσπάθειας Βέλγος Marc Schiettekat βρέθηκαν αγκαλιά να πατάνε Garnacha σε έναν ανοιχτό κάδο κάπου στην Manchuela της καυτής La Mancha, το όνομα του κρασιού ήρθε αυτόματα στο μυαλό τους. Βέβαια για να αποκτήσει το  Doble Cuerpo 2017 ( * * * * ) την φρεσκάδα, την συμπύκνωση και την βελούδινη δύναμη που εγγυάται 20ετή παλαίωση, απαιτούνταν εκτός από 2 “αδέλφια” και 2 αμπελώνες, με την Aragon να συμπληρώνει την γήινη αυτή τη φορά σχέση.

Η εμμονή του Carlos Ruben με το σπουδαίο σταφύλι –που εκτός από ερυθρούς  περιλαμβάνει λευκούς αλλά και γκριζόχρωμους κλώνους  με τους οποίους ο ίδιος ασχολείται με ανάλογο πάθος- του έχει προσδώσει τον χαρακτηρισμό “Η φωνή της Garnacha”. Όμως προσωπικά θα προτιμούσα το “Η φωνή στην Garnacha” αφού ο σπουδαίος οινοποιός  πραγματικά μιλά στο σταφύλι με τον δικό του μοναδικό τρόπο.


46 years old Carlos Ruben didn’t have an easy life, something that is betrayed by his gaze. But he never lost his belief in the Grenache grape, as well as the ability to discover all the “climats” in which this great variety thrives.

So this goodhearted giant- impression that he is  giving  despite his modest height- travels all around Spain and SW France to find the best old, bush-trained vines and to denature their fruit in an impressive collection of wines, each one vinified at “on spot” wineries.

I had the opportunity to taste a small but qualitative part of this effort during the Best Sommelier of the World Contest 2019, in a session that started with La Cuna 2016 ( * * * * ). A stainless steel -matured blend of 3 vineyards -located in Aragon’s  Calatayud,  Campo de Borja and Carinena sub-regions- La Cuna is full bodied and powerful, exhibiting redcurrant and thyme nose, sweet initial impression and well structured palate.

El Classico 2017 ( * * * * ) is inspired by the football clash of titans between Real and Barcelona. But instead of dividing, this El Classico unites by putting in the same bottle Madrid’s and Catalunya’s Garnacha. Despite being “only” 14% in alcohol and floral on the nose, it poses a more New World style backed up by lot of tannins that demand a decade of cellaring.

Antonio & Antonia 2017 ( * * * * ) pays tribute to Ruben’s parents and gives him the opportunity to combine grape’s from the 2 most emblematic countries for Grenache. Sourced from Spain’s Priorat and France’s Maury this 15% blockbuster manages to be fragile at the same time, due to the Pinot Noir –like nose, peppery flavor and fine-grained tannins.

The footage of Carlos Ruben and Marc Schiettekat – the Belgian master mind of the whole project- foot treating  Garnacha grapes inside an open vat somewhere in hot La Mancha’s Manchuela,  gave the idea for the naming of  Doble Cuerpo 2017 ( * * * * ). Yet, the freshness, concentration, and velvety sensation of this wine needed not only two “brothers” but also two vineyards, so Aragon became not the soul but the earth mate of a dople with 20 years potential.

The passion of Carlos Ruben for the great red grape (and the white and grayish clones as well) has entitled him “The voice of the Garnacha”. Personally, I believe that even more “to the point” would have been “The voice to Garnacha”. Because the great winemaker really “speaks” to this grape in a very special way…

Οινικό πακέτο προσφοράς!

1Op0LO6MOD-mustela-pack1-2018-800x800

Τα τελειώματα του χειμώνα είναι δύσκολα για τους κριτικούς οίνου. Γιατί είναι η εποχή που έχεις (δια)σπείρει την γνώμη σου και αρχίζεις να θερίζεις τους καρπούς των πράξεών σου. Και φέτος η …φύση των Ελλήνων παραγωγών ήταν τόσο γενναιόδωρη που μπορούμε χωρίς αμφιβολία να μιλάμε για μια μεγάλη χρονιά!

Έτσι μετά από το γραφικό “Ποιος είσαι εσύ;” που αναλύεται σε προηγούμενο post ήρθε η ώρα των προσφορών. Όχι ακριβώς των οινικών αλλά αυτές άλλων αγαθών, όπως για παράδειγμα των απορρυπαντικών, των καθαριστικών και των μακαρονιών. Αυτών δηλαδή των περιπτώσεων που μαζί με ένα προϊόν παίρνεις κάποιο άλλο δωρεάν, όπως μια σάλτσα ντομάτας μαζί με τις πένες ολικής! Αν δεν πάρεις το ζυμαρικό σαλτσούλα γιόκ, ένας κανόνας απαράβατος που από τα super market μεταλαμπαδεύτηκε –επίκαιρος ο όρος λόγω Πάσχα!- και στα Ελληνικά οινοποιεία.

Το συγκεκριμένο περιστατικό αφορά σε ένα τέτοιο, το οποίο και δεν τα καταφέρνει και δεν ακούει κανέναν. Και αυτή δεν είναι μόνο δική μου άποψη –που μες ότι είμαι άσχετος, περίεργος, κακόπιστος και όλα τα άλλα σχετικά-  αλλά και πολλών  άλλων. Αν όμως κάνεις το λάθος να εκφράσεις αυτή την άποψη μεγαλόφωνα, επισημαίνοντας για παράδειγμα  ότι όλα τα ξηρά αφρώδη του κόσμου παράγονται από άγουρα και όχι από υπερώριμα σταφύλια όπως το κουρασμένο και σχεδόν οξειδωμένο δικό του, η απάντηση – μαζί με ένα  ειρωνικό μειδίαμα- είναι  “μήπως όλα αυτά αποτελούν κλισέ;”

Παρόλα αυτά το οινοποιείο παράγει μια καλοκαιρινή, παιχνιδιάρικη ετικέτα που θα μπορούσε να έχει θέση σε ένα άρθρο μου για τα κρασιά του καλοκαιριού που θα δημοσιευτεί σε έντυπο ευρείας κυκλοφορίας. Έντυπο το οποίο εξ ορισμού δεν  απευθύνεται σε ανθρώπους που θα τους ενδιέφερε το αν οι εκχυλίσεις του Χ παραγωγού ήταν  φέτος 2 μέρες μακρύτερες από ότι έπρεπε ή αν οι άγριες ζύμες προάγουν την αίσθηση του terroir, αλλά σε απλούς καταναλωτές που θέλουν να πιουν ένα ευχάριστο, καλοφτιαγμένο κρασί.

Ως εκ τούτου κάθε ετικέτα που περιλαμβάνεται στις σελίδες του είναι μια  συμπαθητική (το λιγότερο) προσπάθεια την οποία  χωρίς τύψεις θα πρότεινα ακόμα και σε έναν αμύητο, με ότι βέβαια αυτό συνεπάγεται για τα σχόλια τα οποία την συνοδεύουν και  είναι πάντα θετικά.

Έτσι, ιδιαίτερα κολακευτικό ήταν το κείμενο και για το εν λόγω κρασί, με το μόνο το οποίο έλειπε για να ολοκληρώσει αυτή την πρόταση – την οποία μπορείτε και να ονομάσετε και δωρεάν διαφήμιση (αφού αυτό ακριβώς είναι)!- ήταν μια  φωτογραφία του ή μια φιάλη για αυτή την δουλειά.

Όμως αυτό που στάλθηκε ήταν ένα “τίποτα” μαζί με την άρνηση του οινοποιείου να συμπεριληφθεί στο άρθρο μου, προφανώς ως τιμωρία για τα παλαιότερα αρνητικά μου σχόλια. Ή με άλλα λόγια, το εν λόγω οινοποιείο  θα μου έκανε την χάρη να με αφήσει να κολακεύσω  αφιλοκερδώς το συγκεκριμένο κρασί του μόνο εφόσον  είχα δείξει καλή διαγωγή απέναντι και σε όλα τα υπόλοιπα κρασιά του!!

Για να περιγράψω την κατάσταση κατ’ αρχήν σκέφτηκα την πολιτική του DRC που για την απόκτηση μιας φιάλης Romanee Conti σε υποχρεώνει να αγοράσεις μια κάσα που περιέχει και όλα τα υπόλοιπα (σπουδαία) Grand Cru του οίκου, όμως ο παραλληλισμός μου μού φάνηκε και άδικος και άστοχος για τον ύψιστο παραγωγό της Βουργουνδίας. Έτσι αποφάσισα να υιοθετήσω το πιο super market- ίστικο “το εν λόγω προϊόν αποτελεί μέρος του πακέτου προσφοράς και ως εκ τούτου δεν πωλείται μεμονωμένα”! Ότι δηλαδή ισχύει και για το αρκουδάκι!

Masciarelli:  Ο Αϊβαλής του Abruzzo!

masciarelli
Πηγή: http://www.oenologist.com

Η θέση του Abruzzo είναι άχαρη μιας και βρίσκεται πολύ νότια για να χαρακτηριστεί βοράς και πολύ βόρεια για να χαρακτηριστεί νότος. Έτσι ο Gianni  Masciarelli  αντί να προσπαθήσει να δώσει απάντηση στο Σαιξπηρικό ερώτημα “To be or not to be (south)?” αποφάσισε απλά να είναι κάνει το Abruzzo  ξακουστό σε όλο τον κόσμο ως … Abruzzo!

Και παρόλο που ο ιδρυτής του Gianni Masciarelli δεν μπορεί να δει το όραμα του να λαμβάνει σάρκα και οστά, η σύζυγος του Marina Cvetic συνεχίζει το έργο του βασιζόμενη στις γηγενείς αλλά και σε διεθνείς ποικιλίες καθώς και στο χαρισματικό κλίμα της περιοχής. Και είναι πραγματικά ιδιαίτερο αυτό το τελευταίο, μιας και η περιοχή είναι στριμωγμένη ανάμεσα στα Απένινα Όρη και την Αδριατική, εκμεταλλευόμενη το έντονο κρύο των πρώτων και την ζέστη των δεύτερων για να δημιουργήσει μια mare e monti συνταγή!

Αυτή βοηθά μια κατά τα άλλα αδιάφορη ποικιλία της κεντρικής Ιταλίας να αποκτήσει ξεχωριστή στόφα και να αναδειχθεί ως το καμάρι του Abruzzo.  Γεγονός που αποδεικνύεται και από τις 3 ετικέτες του οινοποιείου που προέρχονται από το  διαμάντι της περιοχής , το περίφημο λευκό Trebbiano.

Βέβαια χρειάζεται και το χέρι του ικανού παραγωγού για να μετατραπεί ακόμα και το κλασσικό  Gianni Masciarelli, Trebbiano d’ Abruzzo 2018 ( * * * ½ ) σε ένα υπέροχο αζιμούθιο νεύρου και λιπαρότητας, που φέρνει ταυτόχρονα στο ποτήρι λουλούδια και ορυκτά σε ένα κομψότατο σύνολο.

Μάλιστα το εν λόγω κρασί θέτει τόσο ψηλά τον ποιοτικό πήχη που κάνει τις  θεωρητικά ανώτερες ετικέτες να μην φαίνονται καλύτερες αλλά απλά διαφορετικές. Έτσι το Castello di Semivicoli Trebbiano d’ Abruzzo 2015 ( * * * ½ ) ζαχαρώνει λίγο τα φρούτα και βάζει μνήμες βουτύρου και αμυγδαλόπαστας στην μύτη ενώ εξαντλεί τα περιθώρια της αυστηρότητας, της οξύτητας και των τανινών σε ένα a la Σαντορίνη σύνολο για 10ετία.

Από την άλλη πλευρά το Marina Cvetic Trebbiano d’ Abruzzo Riserva 2016 ( * * * ½ ) εκμεταλλεύεται το βαρέλι για να ενισχύσει τον όγκο του και να γεμίσει το ποτήρι με ζαχαρωμένη παπάγια, κομπόστα αχλαδιού και άγουρο ανανά χωρίς όμως να θυσιάσει στάλα οξύτητας και δυναμικού παλαίωσης.

Εξίσου χαρισματικό είναι και το ερυθρό σταφύλι της περιοχής, το Montepulciano, από το οποίο προέρχεται το Gianni Masciarelii, Montepulciano d’ Abruzzo 2016 ( * * * ), ένα καλοφτιαγμένο πλην λίγο σύντομο κρασί, που πάντως διαθέτει σε αφθονία την τυπικότητα του πιπεράτου δαμάσκηνου.

Το Μπορντολέζικο χαρμάνι Cabernet/ Merlot έχει επιλεγεί για το Castello di Semivicoli 2015 ( * * * ) οπότε αναμενόμενη είναι η χορτώδης διάσταση που ντύνει το βύσσινο και το φρέσκο δαμάσκηνο. Το ίδιο και η βασισμένη σε άφθονες τανίνες και οξύτητα αλλά και λίγη αλμύρα δομή, που απαιτεί 5 χρονη παλαίωση ή 2 ωρη μετάγγιση.

Το Iskra 2015 ( * * * ½ ) προέρχεται από το Colli Teramane, την μοναδική ζώνη του Abruzzo που διαθέτει Docg status. Πρόκειται για ένα 100% Montepulciano που εξαντλεί το νεοκοσμικό στυλ όντως μια ατομική βόμβα σοκολάτας, ιβίσκου, μαύρων φρούτων και βύσσινου που δεν εξολοθρεύει μόνο με την έντασή του αλλά και με την αγριάδα των τανινών του.

Το Villa Gemma Montepulciano d’ Abruzzo Riserva 2014 ( * * * ½ ) είναι το πλέον εμβληματικό κρασί του οινοποιείου και προέρχεται από τον αμπελώνα των 4ha Colle Cave που βρίσκεται σε υψόμετρο 400 μέτρων. Ο 14,5αρης αυτός δυναμίτης  διαθέτει τον  ίδιο χαρακτήρα και την αγριάδα του Iskra, βάζοντας απλώς λίγο μελάνι στην θέση της σοκολάτας σε ένα πληθωρικό σύνολο.

Προερχόμενα από την ίδια ποικιλία και οινοποιημένα και ωριμασμένα με τον ίδιο τρόπο, τα δύο αυτά εντυπωσιακά πλην λίγο άγαρμπα κρασιά βρίσκονται υπερβολικά κοντά σε χαρακτήρα. Η δυναμική κα Cvetic υπερασπίζεται  το στυλ του οινοποιείου και σε μια κρίση αμετροέπειας το παρομοιάζει με τον Hermes και την Channel!

Φαντάζομαι –ή μάλλον είμαι σίγουρος- ότι και  ο Cristian Moueix του Petrus και ο Aubert de Villaine του Domaine de la Romanee Conti είναι αρκούντως σεμνοί ώστε να κάνουν ανάλογους  παραλληλισμούς. Όμως βάζω στοίχημα ότι η κα Cvetic θα έκανε εξαιρετική παρέα με τον Χρήστο Αϊβαλή, αφού άλλωστε τους συνδέει η κοινή πεποίθηση ότι παράγουν τα καλύτερα κρασιά του κόσμου.  Τουλάχιστον αμφότεροι έχουν συμβάλει τα μέγιστα στην άνοδο του κύρους των οινοπαραγωγικών περιοχών τους…

Τα κρασιά του οίκου Masciarelli εισάγονται από την Jeroboam (210 9600208) 

 

Cote du Rhone: Ποτέ μην υποτιμάς την δύναμη 171 χωριών!

64-year-old-Grenache-Vine-Domaine-Alary-Cotes-du-Rhone
65χρονα αμπέλια Grenache Rouge στο Domaine Alary, πηγή winegoblet.com.au

Η κάλυψη του διαγωνισμού για τον καλύτερο Οινοχόος του κόσμου μου έδωσε την ευκαιρία να δοκιμάσω αμέτρητα κρασιά από σημαντικές οινοπαραγωγικές περιοχές, και ως εκ τούτου για μήνες αυτό το blog θα φιλοξενεί τις εντυπώσεις μου.

Αν συνεπώς δεν σας ενδιαφέρει ο παγκόσμιος αμπελώνας τότε μπορείτε να το ξεχάσετε για καιρό, αν όμως θέλετε να πάρετε μια ιδέα του τι συμβαίνει στον κόσμο ετοιμαστείτε για αμέτρητους άγνωστους παραγωγούς, ονομασίες προέλευσης και ποικιλίες σε ένα ενδιαφέρον ταξίδι.

Ταξίδι που ξεκινά από τα λημέρια του Ροδανού και την μεγαλύτερη σε όγκο ονομασία προέλευσης της Γαλλίας την Cotes du Rhone. Μια ζώνη που περιλαμβάνει 171(!) χωριά ενώ επιτρέπει ούτε λίγο ούτε πολύ 21 ερυθρές και λευκές ποικιλίες, προσφέροντας ένα τεράστιο εύρος ποιοτήτων και στυλ και αναδεικνύοντας την τέχνη του blending.

Βέβαια η μερίδα του λέοντος των κρασιών που επί το πλείστων προέρχονται από τον αχανή αμπελώνα μεταξύ του Montelimar και της Avignon είναι ερυθρά, αφού το Grenache Rouge κυριαρχεί από άκρη σε άκρη με το Syrah, το Mourvedre και το Cinsault να ακολουθούν από απόσταση.

Πολλοί θεωρούν ότι ένα τυπικό Cotes du  Rhone διαθέτει πιπεράτη θέρμη και μαλακότητα, όμως πολύ λίγα κρασιά -όπως το υπέροχα ντελικάτο Mas Onkle Ernest, Patience et Longueur de Temps 2016 ( * * * ½ ) – επιβεβαίωσαν την τυπικότητα. Αντιθέτως τα περισσότερα κρασιά ήταν βόμβες δύναμης, αλκοόλης και δομής, ιδιαίτερα όταν φέρουν την ΠΟΠ Cotes du Rhone Village προερχόμενα από τα καλύτερα χωριά της περιοχής.

Το Domaine  Coste Chaude με τα ανθώδη Madrigal 2016 ( * * * ½ ) και Ľ Argentiere 2015 ( * * * ½ ) εντυπωσιάζει  με το φρούτο, την ευγένεια των τανινών και τις απίστευτες τιμές  (9-15€ ). Λίγο- πολύ τα ίδια ισχύουν και για την εκρηκτική φραουλένια βόμβα Grand Ribe, Cuvee Centinaire 2016 ( * * * ½ ) -έναν δυναμίτη σαρκώδους γεύσεις με 15,5% αλκοόλ – ενώ όποιοι εκτιμούν την ισορροπία και την λουλουδάτη μαλακότητα ας μην προσπεράσουν το Chateau Simian, Jocundaz 2016 ( * * * ½ )

Όμως και οι εραστές της ισχυρής δομής και των  άφθονων τανινών  θα βρουν στα κρασιά αυτά άξιους εκπροσώπους του στυλ. Όπως για παράδειγμα το Pique Basse, La Chasse -Couer 2017 ( * * * ½ ), ένα Cotes du Rhone Village με πυκνό ώριμο βύσσινο, καλή οξύτητα και γενναιόδωρη στυφάδα ή το Domaine de Dionysos, Le Jardin de Robert 2015 ( * * * ½ ) ένα κρασί πραγματικός κήπος στα αρώματα λουλουδιών και κασσίς ντυμένος με άφθονο σώμα και ξύλο. Ανάλογα νεοκοσμικό στο στυλ είναι και το εντυπωσιακό Chateau de Manissy, Oracle 2016 ( * * * ½ ) που παρόλους τους «μόλις» 13,5 βαθμούς του γρονθοκοπεί με βαρύ άρωμα, σοκολατένια πληθωρικότητα και περίσσεια τανινών.

Ακόμα και οι φίλοι του Ροδανού προσπερνούν συχνά τα Cotes du Rhone και τα Cotes du Rhone Villages προς χάριν πιο ευγενών ονομασιών προέλευσης. Όμως αυτές οι τεράστιες ζώνες κρύβουν αμέτρητα διαμάντια που προσφέρουν εξαιρετική ποιότητα και απίστευτες τιμές. Ταυτόχρονα παλαιώνουν και πολύ καλά όπως απέδειξε το …ταπεινό Chateau de Montfaucon, Baron Louis 2007 ( * * * ½ ) που εντυπωσίασε τους πάντες με την τέλεια αρμονία του και την ευγένεια των δερματικών του αρωμάτων.  Αν επομένως θέλετε πολύ κρασί με λίγα χρήματα, μια έρευνα στον νότιο Ροδανό θα φέρει σε πολύ δύσκολη θέση των εκ Νέου Κόσμου ανταγωνισμό.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑