Αναζήτηση

simosgeorgopoulosblog

Πάθος για το κρασί, τον καφέ, τη γεύση και τα αποστάγματα

Δεν θα έχει ετικέτα, θα έχει όμως σκοπό…/ It will not have a label, but it will have a point…

For English text stroll down…

Έχω πολλές φορές εκφράσει την δυσπιστία μου ως προς την Νεμέα και το Αγιωργίτικο, θεωρώντας ότι η πιο σημαντική, δραστήρια και πλέον προβεβλημένη οινοπαραγωγική περιοχή της Ελλάδας εδώ και μια δεκαετία δεν μπορεί να παρακολουθήσει τον ρυθμό που έχουν θέσει άλλες περιοχές της χώρας.

Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι εξαιρετικά κρασιά από αυτή τη ζώνη  δεν έχουν βρεθεί στο ποτήρι μου, όμως η όλη φασαρία γύρω από το όνομά της και η επένδυση γύρω από αυτή  είναι δυσανάλογες σε σχέση με την αξία των κρασιών της.

Σε μεγάλο βαθμό πιστεύω ότι αυτό οφείλεται τόσο στην κακή κατάσταση του αμπελώνα –που περιλαμβάνει λάθος κλώνους, υπερβολικές στρεμματικές αποδόσεις και άρρωστα φυτά- όσο και στην αδυναμία πολλών παραγωγών να ξεφύγουν από τα οινοποιητικά και στιλιστικά πρότυπα που ετέθησαν στα τέλη της δεκαετίας του 90.

Έτσι όταν μια σκέτη φιάλη Αγιωργίτικου έφτασε στην πόρτα μου –ως συνέχεια μάλιστα ενός mail που έλεγε “δεν θα έχει ετικέτα, θα έχει όμως σκοπό”- η περιέργεια χτύπησε κόκκινο. Ιδιαίτερα μάλιστα όταν αποστολέας ήταν ο Γιάννης Παρασκευόπουλος, ο άνθρωπος ο οποίος -μαζί φυσικά με τον Λέοντα Καράτσαλο και την Γαία τους- έβαλε πυρκαγιά  στην περιοχή με το επαναστατικό Κτήμα Γαία, δημιουργώντας τα πρότυπα που ανέφερα παραπάνω.

Η απεριόριστη εκτίμηση που πάντα έτρεφα για τον Γιάννη δεν μειώθηκε στο ελάχιστο ούτε και σε περιόδους κατά τις οποίες  οι σχέσεις μας ήταν ιδιαιτέρως τεταμένες, και ως εκ τούτου δεν μπορώ παρά να θεωρήσω ιδιαίτερα τιμητικό τον χαρακτηρισμό genuine agent provocateur που μου προσέδωσε- “και μάλιστα με την  πραγματική έννοια του όρου, δηλαδή κάποιου που …σπρώχνει τους άλλους στο να αντιδρούν και κατά συνέπεια να αλλάζουν” όπως μου επισήμανε.

Βέβαια δεν νομίζω ότι ο επιδραστικότερος όλων των οινοποιών περίμενε το δικό μου πουσάρισμα για να ανακατέψει για μια ακόμα φορά λιμνάζοντα οινοπαραγωγικά νερά. Ξέροντας απείρως καλύτερα από μένα όλα τα προβλήματα που προανέφερα, επιχειρεί με αυτή τη φιάλη να τα λύσει σχεδόν όλα με τη μία! Έτσι μέσα σε αυτήν, εκτός από την πρώτη ύλη των 40χρονων κλιμάτων του Κτήματος Γαία υπάρχει και ένα μικρό ποσοστό ενός εκ των επιλεγμένων και καθαρισμένων ποιοτικών κλώνων που έχουν προκύψει μετά την μακρόχρονη προσπάθεια κλωνικής επιλογής των φυτωρίων Μπακασιέτα. Επιπρόσθετα, την ολοκλήρωση της ωρίμανσης που ξεκίνησε σε κατά 60% μικρά βαρέλια  έχουν αναλάβει μεγάλα foudres των 1500 λίτρων, με το κρασί να εμφιαλώνεται χωρίς άλλη κατεργασία ή φιλτράρισμα.

Πόση διαφορά μπορεί να κάνουν όλα αυτά;  “Τεράστια” θα τολμούσα να πω εγώ! Κατ’ αρχήν υπάρχει μια εκπληκτική αίσθηση φρεσκάδας και μια αιθέρια διάσταση μέσα σε αυτή τη φιάλη, λες και κάποιος έχει μαζέψει από το δάσος άγριες φράουλες, ζουμερά βύσσινα, τραγανά αγριοκέρασα, αλλά και ευωδιαστές βιολέτες από τα γειτονικά λιβάδια. Και μετά όλα αυτά γίνονται ο πιο ευγενικός, ευωδιαστός χυμός, που παρόλους τους 14,5(!) αλκοολικούς βαθμούς στέλνει μόνο σπαρταριστά, αέρινα ερεθίσματα στον εγκέφαλο.

Η ικανότητα του σπουδαίου οινοποιού στην διαχείριση των τανινών είναι πολλάκις αποδεδειγμένη όμως εδώ αγγίζει την τελειότητα, με το αρωματικό καρύκευμα του βαρελιού να κρίνεται μόλις μια ιδέα πιο έντονο αποκλειστικά και μόνο λόγω της νεότητας αλλά και της απίστευτης φίνας παρουσίας του κρασιού που θυμίζει Βουργουνδία. Βέβαια τα θέματα που παραδοσιακά έχω με την συμπύκνωση και το μάκρος μόνο σε έναν μέσο /μακροχρόνιο ορίζοντα ίσως να λυθούν· αλλά έτσι και αλλιώς οι δύο βασικότερες κατ’ εμέ αρετές ενός κρασιού εδώ διόλου δεν με απασχόλησαν. Γιατί αυτή η Νεμέα κατάφερε να διαλύσει τον –έτσι και αλλιώς δυσλειτουργικό- εγκέφαλο μου και τους νευροδιαβιβαστές του, δημιουργώντας ναρκωτικού τύπου εξαρτήσεις που δεν του επέτρεψαν να επιτελέσει ούτε τον αντανακλαστικό γευσιγνωστικό του ρόλο!

Σε λίγους μήνες αυτή η χωρίς ετικέτα αλλά με πολύ ουσία φιάλη θα κυκλοφορήσει ως Κτήμα Γαία 2017. Και όσοι οινόφιλοι το φέρουν στο ποτήρι  θα ανακαλύψουν μια άλλη κατεύθυνση της Νεμέας και του Αγιωργίτικου, ένα μονοπάτι πέρα για πέρα γοητευτικό που ίσως οδηγήσει της σπουδαία Ελληνική ΠΟΠ σε νέους ορίζοντες. Σε κάθε περίπτωση πάντως ικανό να ταρακουνήσει τόσο την θέση μου απέναντί της όσο και το ίδιο το σύστημα αξιών μου,  ανεβάζοντας ακόμα περισσότερο την –έτσι και αλλιώς αναβαθμισμένη την τελευταία δεκαετία στο θέμα της στάθμισης της-  αρετή της “extra fine drinkability”.

Και κατόπιν όλων αυτών διερωτώμαι: “μήπως ο πραγματικός genuine agent provocateur δεν είμαι τελικά εγώ; “


I have expressed my distrust of Nemea and Agiorgitiko countless times, believing that the most important, active and featured vineyard of Greece cannot follow the pace imposed by other wine regions of the country during the last decade.  Of course, this is not meaning that my glass haven’t filled up with wonderful examples from its hilly vines,  yet the buzz and the money spent there is disproportionate to the achieved results.

In my humble opinion the reasons for this are the bad condition of Nemea’s vineyards, the excessively high yields, the wrong clones and the weakness of the producers to break away from both winemaking and stylistic standards set in the late 90s.

These having being said, the curiosity was great when a plain bottle of Agiorgitiko reached my door, as a follow up of an e-mail that pointed out “it will not have a label, but it will have a point”. Especially when taking into consideration that the sender was Yiannis Paraskevopoulos, the winemaker that (with his partner Leon Karatsalos and the Gaia brand) is responsible for the Nemea revolution, declared with the release of the innovative Gaia Estate, a wine that chanced the perception we had about the potencial of the whole region overnight!

The unlimited respect that I am feeling about Yiannis did not diminished even in the slightest, even when our relation was a highly –tensioned one. So I cannot but feel very flattered when he gave me the label “genuine agent provocateur”, pointed out that my writing “forcing” others to react and to change as a result!

Of course I don’t believe that the most influential of all Greek winemakers needs my “push” in order to stir (once more) the stagnant wine waters. But the most impressive thing is that- having realized the problems of the region- he tried to solve (almost) all of them at once!

So, this bottle includes not only the juice from the 40 years old vines traditionally used for  Gaia Estate but also a small percentage of a high quality clone, selected and cleaned by Bakasietas vine nursery. Moreover, the finishing of the maturation -that started in small, 60% new barrels- took place in large 1500lt foudres and the wine then bottled unfiltered.

Can this …tweaking really make a difference? Indeed it make a huge one, starting from the nose that is posing a tremendous sense of freshness and airiness.  It΄s like hovering in the forest and the nearby fields picking wild strawberries, juicy morello cherries and fragrant violets, and then converting all these to a delicate juice that despite the 14, 5% (!) of alcohol is sending only writhing stimulus to brain!

Yiannis Paraskevopoulos always proving his abilities in the handling of the tannins, but here his mastering technique reaches perfection. And the sense that the wine is just a bit over-oaked is exists only due to its youth and its excessive finesse that bears to mind a good Burgundy!

The only minor drawbacks are the lack of ultimate concentration and length of the palate, but I assume that these can only be solved in the mid or long term. But to be honest it is one of the very few times that I don’t give a damn about these two virtues that are of outmost importance to me. The reason is that this Nemea managed to completely pull apart my –already malfunctioning- brain and its nerve cells, creating drug type addictions that rule out every sense of wine judging behavior!

In a few months this bottle “that hasn’t a label, but it has a point” will be released as Gaia Estate 2017. And the wine lovers that will bring it to their glass will discover a new direction of Nemea and Agiorgitiko, a captivating path that might leads the most important of Greece’s PDOs to new horizons.

In any case this wine is capable of make me reconsider not only my stance about Nemea but about my wine value system as a whole, further reinforcing the importance of “extra fine drinkability” virtue.  And leave me with an empty glass wondering “is me or Yiannis the real genuine agent provocateur ?”

 

Finca Sierra Nevada, Aida Batlle Selection: Μπαρουτοκαπνισμένο πεδίο μάχης./ Finca Sierra Nevada, Aida Batlle Selection: Gunpowder –smoked battlefield.

For English text stroll down…

To El Salvador ευθύνεται μόλις για το 1% της παγκόσμιας παραγωγής, ωστόσο η ποιότητα των καφέδων του είναι αντιστρόφως ανάλογη της ποσότητας τους. Ένας εξ αυτών ακούει στο όνομα Aida Battle Selection, τίτλος ηρωικός που σε κάνει να υποθέσεις ότι αποτείνει φόρα τιμής σε κάποιο πεδίο μάχης. Όμως μια προσεκτικότερη ανάγνωση δεν θα σε φέρει μπροστά σε κάποια ένδοξη battle (γραμμένη με 2 t) αλλά μπροστά στην Aida Batlle (γραμμένη με 2 l), μια από τις  πλέον σπουδαίες γυναικείες παρουσίες στον κόσμο του εκλεκτού κόκκου!

Έχοντας περάσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής της στις ΗΠΑ, η Aida Batlle γύρισε στην γενέτειρα της για να καλλιεργήσει καφέ, όντας η πρώτη γυναίκα της χώρας που κέρδισε την διάκριση Cup of Excellence για τον καφέ της.

Το κτήμα Sierra Nevada που βρίσκεται στις παρυφές του ηφαιστείου Santa Ana- σε υψόμετρο 1800 μέτρων- και είναι ένα εκ των πολλών που απολαμβάνουν  τις καλλιεργητικές της φροντίδες αλλά και την ξεχωριστή διαχείριση του καρπού του, αφού η  δημοφιλής στην κεντρική Αμερική ποικιλία Bourbon έχει επεξεργαστεί με την ασυνήθιστη για την χώρα μέθοδο natural.

Λογική ως εκ τούτου η χαρακτηριστική  ζωική διάσταση που προσδίδει στην χαμηλής έντασης μύτη μελάσας και πικρής σοκολάτας η εν λόγω επεξεργασία. Αλλά και ο πλούτος που προσδίδει στο στόμα, τα οποία σε συνδυασμό με το έντονο flavor και την χαμηλή οξύτητα οδηγούν σε ένα εντυπωσιακά σαρκώδες σύνολο.

Δυστυχώς όμως η συνήθως άψογη στα καβουρντίσματά της Kudu μάλλον εδώ το έχει λίγο παρακάνει, και έτσι μια ιδέα καμένου, over roasting φρούτου έρχεται να χαλάσει ελάχιστα την εξαιρετική εντύπωση την οποία έχει ενισχύσει η μακριά επίγευση σοκολάτας γάλακτος.

Σε κάθε περίπτωση βέβαια ο Bourbon Aida Battle Selection είναι ένας πολύ καλός και ξεχωριστός –αν και σχετικά ακριβός- καφές. Τόσο καλός μάλιστα που θα ήθελα να του δώσω μια ακόμα ευκαιρία μιας και το τέλειο roasting είναι ένας επίπονος αγώνας στον οποίο η Kudu μου έχει αποδείξει πολλάκις την αξία της. Απλά ίσως εδώ να μην βρέθηκε στην τέλεια μέρα της…

Ο Sierra Nevada Aida Batlle Selection  είναι μια δημιουργία των Kudu Roasters (210 2818840). Ενδ.τιμή 10,70€/ 200gr (53,5€/kg).


El Salvador is responsible for only the 1% of world’s total coffee production yet the quality of its specialty offerings is inversely proportional to quantity. One of them bearing the name Aida Batlle Selection, a heroic name that makes one believes that it pays tribute to some glorious battlefield. However a more careful reading reveals the 2 l’s instead of the 2 t’s, the way the name of one of world’s female produce is written!

Having spent a large part of her life in USA, Aida Batlle returned to her birthplace El Salvador not only to cultivate coffee but also to become the first women that won the Cup of Excellence as a result of her efforts.

Located in the slopes of Santa Ana volcano –at an altitude of 1800m-  the Finca Sierra Nevada is one of many farms that enjoying not only her passionate cultivation advises but also the unique handling of the fruit. Thus, the popular in El Salvador Bourbon variety is proceeding in this case with the not –so -popular in the country natural method instead of the wet.

As a result, the characteristic “animal” nuances that this particular method transfuses to the nose are merged with molasses and dark chocolate aromas. Also present is the natural method’s body and flesh, a taste characteristic that is reinforced by the lowish acidity and intense flavor.

Unfortunately the usual top roasting performance of Kudu was not achieved in this occasion and the slight over roasting imparts a hint of burnt fruit that slight impoverish the very positive impression that has been reinforced by the long milk chocolate aftertaste.

Despite that, Bourbon Aida Battle Selection still remains a very good, distinctive coffee. In fact its quality is so high that despite the fairly expensive price I would like to give it a second chance, taking in to consideration the fact that Kudu has proven to me its roasting abilities many times in the near past. Maybe this day was not one of its perfect ones…

  Sierra Nevada Aida Batlle Selection is a creation of Kudu Roasters (210 2818840). Price 10,70€/ 200gr (53,4€/kg). 

 

Τι καλά που θα’τανε…/ How good it will be…

source: AWMB/Robert Herbst

For English text stroll down…

Εν μέσω Covid-19 μια από τις σπουδαιότερες αμπελουργικές ζώνες του κόσμου άλλαξε νομοθετικό status. Το μυθικό αμπελουργικά όσο και πανέμορφο αισθητικά Wachau των 1344ha απέκτησε την δική του ΠΟΠ και έτσι έγινε η 15η και νεώτερη DAC (Districtus Austriae Controllatus) της Αυστρίας.

Όχι βέβαια ότι το Wachau είχε ανάγκη ενός τέτοιου προσδιορισμού, αφού οι επικλινείς του αμπελώνες που καταλαμβάνουν τις πλαγιές των οχθών του Δούναβη είναι εδώ και χρόνια χαρακτηρισμένες σαν World Heritage Site από την UNESCO, ενώ το οινικό του κύρος ξεπερνά αυτό οποιοδήποτε  άλλης περιοχής της Αυστρίας.

Μιας χώρας που τις τελευταίες δεκαετίες προσφέρει κρασιά εκπληκτικής ποιότητας και ενδιαφέροντος, με το Gruner Veltliner και το Riesling να αποτελούν τα πλέον πολύτιμα λευκά διαμάντια της αλλά και άλλες ποικιλίες (μεταξύ των οποίων και ερυθρές όπως το Blaufrankisch, το Sankt Laurent και το Sweigelt) να αποτελούν όπλα στην φαρέτρα που φέρνει την Αυστρία στην απόλυτη ποιοτική ελίτ των οινοπαραγωγών χωρών.

Μάλιστα αυτή της η δυναμική υποστηρίζεται και από ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο νομοθετικό πλαίσιο που προσπαθεί να αναδείξει το terroir, τις διαφοροποιήσεις στην ποιότητα του σταφυλιού, τις επιλογές στην ωρίμανση και τον πλούτο του μούστου, την στιγμή κυκλοφορίας των κρασιών και άλλους ποιοτικούς παράγοντες που ξεφεύγουν του αντικειμένου αυτού του άρθρου.

Βέβαια αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι, τα παραπάνω πολλές φορές δημιουργούν ένα δαιδαλώδες όσο και δυσνόητο “σύστημα” που κάνει την Ελλάδα να φαντάζει –παρόλες τις νομοθετικές αδυναμίες της- παράδεισος απλότητας και ουσίας. Αρκεί κανείς  να αναλογιστεί ότι μόνο στο Wachau υπάρχουν 3 όροι για να προσδιορίσουν την ωριμότητα του σταφυλιού και κατ’ επέκταση τον αλκοολικό βαθμό (Steinfeder, Federspiel και Smaragd) αλλά και 3 κατηγορίες-επίπεδα που αναλαμβάνουν να οριοθετήσουν τις οινικές ζώνες και τις επιτρεπόμενες ποικιλίες εντός της DAC Wachau!

Η πρώτη λέγεται Gebietswein και επιτρέπει 17 ποικιλίες, μίξη αυτών και προέλευση από οπουδήποτε εντός ζώνης. Η δεύτερη (Ortswein) περιορίζει τις ποικιλίες σε 9, απαγορεύει την ανάμιξη τους και ορίζει 22, ποιοτικότερες υποζώνες-χωριά. Η τρίτη και κορυφαία όλων είναι η Riedenwein που περιλαμβάνει μόνο τα Ried, δηλαδή τα κορυφαία αμπελοτόπια της περιοχής. Σε αυτά τα 157 Grands Crus του Wachau μόνο το Gruner Veltliner και το Riesling επιτρέπονται, ενώ κάθε αμπελοτόπι πρέπει να εμφιαλώνεται ξεχωριστά.

“Ωραία, και γιατί μας τα λες όλα αυτά την στιγμή μάλιστα που και εσύ ο ίδιος παραδέχεσαι ότι το Ελληνικό σύστημα μάλλον ακούγεται λιγότερο παράλογο;” θα σκεφτεί (ορθώς) κάποιος.

Ο ένας λόγος είναι για να τονίσω άλλη μια φορά την (έστω και θεωρητική) ανάγκη ποιοτικής διαφοροποίησης που πρέπει να εφαρμοστεί επί τέλους και στο Ελληνικό κρασί. Ναι, τα Riedewein είναι (στα χαρτιά) “καλύτερα” από τα Gebietswein και οι παραγωγοί που δεν διαθέτει Ried πιθανόν να βρεθούν σε υποδεέστερη θέση από κάποιους άλλους που έχουν πρόσβαση σε τέτοιους ύψιστους αμπελώνες. Όμως αυτοί οι τελευταίοι είναι που θα χτίσουν τον μύθο και το  κύρος της περιοχής και έτσι οι πρώτοι θα μπορούν να πουλούν ευκολότερα και ακριβότερα το “βασικό” τους Wachau. Λογική νηπιαγωγείου…

Ο πρώτος λόγος που μόλις ανάφερα το μόνο που απαιτεί είναι ένα στοιχειώδες (έστω και μικρό!) I.Q.  και λίγη τόλμη, ο δεύτερος όμως χρειάζεται αισθητική και μια ριζικά διαφορετική φιλοσοφία. Γιατί μεταξύ των άλλων προαπαιτούμενων ο νομοθέτης υποχρεώνει τα κρασιά των 2 κορυφαίων βαθμίδων να έχουν την ελάχιστη -ή καλύτερα την παντελή- εμφανή παρουσία ξύλου στο ποτήρι! Ενώ δηλαδή ακόμα και ο τελευταίος Έλληνας παραγωγός θα σου έλεγε “υψηλότερη ποιότητα = περισσότερο βαρέλι”, ο Αυστριακός παραγωγός (και κατ’ επέκταση ο νομοθέτης) σου λέει το “υψηλότερη ποιότητα =λιγότερο βαρέλι”!

Φαντάζομαι ότι πολλοί θα σπεύσουν να μου τρίψουν στην μούρη αμέτρητα παραδείγματα όπου τα κρασιά αναλόγων κορυφαίων αμπελοτοπιών της χώρας- πρότυπο Γαλλίας ωριμάζουν σε βαρέλι ακόμα και αν προέρχονται από φημισμένες γα την φινέτσα και λεπτότητά τους “λευκές” περιοχές όπως το Chablis και ο Λίγηρας. Δεν θα  αμυνθώ χρησιμοποιώντας  το εν μέρει σοβαρό επιχείρημα ότι στις περισσότερες περιπτώσεις και εκεί το βαρέλι σχεδόν περνά απαρατήρητο, αλλά θα εμμείνω στην φιλοσοφία της ανάδειξης του terroir με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Αν αυτός απαιτεί άφθονο, νέο βαρέλι – όπως στο ερυθρό Bordeaux – δεν έχω κανένα πρόβλημα να συναγωνιστώ με την μύτη μου (έχοντας πολλές πιθανότητες να κερδίσω!!) τον Πινόκιο που βρίσκεται  στο ποτήρι. Αν πάλι διαβατήριο είναι η πλήρης απουσία ξύλου, τότε ας οδηγηθεί στη λαιμητόμο (φτιαγμένη από δρυ φυσικά) ο κάθε ιδιοκτήτης καινούργιου  barrique!

Σε κάθε περίπτωση όμως, ας κατανοήσουμε πρώτα τη γεύση τη γης καλλιεργώντας την με πάθος και κατόπιν ας νομοθετήσουμε (με τόλμη) για τα υλικά της συνταγής της! Άλλωστε το Wachau μόλις μας έδωσε αρκετά υλικά για σκέψη…


In the middle of Covid-19 crisis, one of the greatest wine regions of the world saw its appellation status changing. The mythical vineyard of Wachau, consisting of 1344ha, earned its own appellation and thus became the 15th and newest DAC (Districtus Austriae Controllatus) of Austria.

Of course Wachau was not in need of such a promotion, as its breath- taking landscape has long ago been characterized as World Heritage Site by UNESCO. Moreover, the status of the wines from these inclined vineyards that are occupying the banks of Danaude is exceeding that of country’s any others winegrowing areas.

During last decades Austria is offering wines of great quality and character, relying heavily on Gruner Veltliner and Riesling, the two most precious gems planted in the top vineyards at the NW of Vienna.  Yet no one must overlook the other white grapes of the country, as well as the red varieties – Blaufrankisch, Sankt Laurent and Sweigelt being the first to come in my mind- both of which are contributing to the climbing of Austria into the elite of wine producing countries.

This dynamism of Austrian wine industry is backed up by a continuously evolving legislative framework that tries to highlight the terroir, the differences in grape’s quality, the must weight, the release time of the wines and other aspects that are beyond the subject of this article.

But if we want to be fair, this effort sometimes results in a rambling and confusing “law system” that makes Greece’s appears a paradise of simplicity and substance in comparison. Just to give an example, in Wachau alone there are 3 terms (Steinfeder, Federspiel και Smaragd) for the level of grapes’ maturity and the resulted alcohol level and 3 more terms for the demarcation of production zones and permitted varieties within DAC Wachau!

The basic is named Gebietswein and allows 17 grapes, the blending of them and the origin of the grapes from everywhere inside the region boundaries. The next is called Ortswein and restricts the permitted varieties to 9, prohibits the blends and defines 22 quality sub-zones -villages. On the top of hierarchy, the Riedenwein demands the grapes to be harvested only from the Rieds, the top precisely defined vineyard sites.  In these 157 Grands Crus of Wachau, only Gruner Veltliner and Riesling is allowed along with the name of the Ried on the label.

“Ok, but why do you mention all these the same time that you have admitted that the Greek system –despite its own weaknesses- seems to be more logical?” someone will (correctly) wonder.

The first reason is because I want to underline –for the thousandth time- the urgent need to apply an official quality differentiation to the Greek wine. Yes, the Riedewein is (at least theoretically) “better” than the Gebietswein and the producers that don’t bottling any Ried sites may not acquire the status of those who own such top ranked vineyards. Yet, the latter are the ones that building the myth and the reputation of the whole region, allowing the inferior producers to sell more easily and at higher prices their “plain” Wachau.

The above needs just a low-ish I.Q. level to be understood and maybe some short of spunk to be executed, but the second reason demands high sense of aesthetics and a radically different winemaking philosophy. Because –among others- the legislator states as mandatory  “hardly any noticeable cask tone, or none at all” from the wines of the 2 highest levels! So at the same time that every Greek producer is claiming “higher quality=more oak” the Austrian producers adopted the “higher quality=less oak”!

I am sure that a lot of people are in a rush to present me countless examples of top notch French wines from famous appellations that mature in oak, even when they are produced in white wines regions renown for their delicacy like Chablis or Loire.

I will not defend myself by reminding to them that in most of these cases too, the oak influence is hardly notable but instead I will focus on the need of terroir expression in the best possible way. If this means plenty of new oak –like is the case of top red Bordeaux – I don’t have any problem to a nose to nose competition with the Pinocchio that is in the glass! If on the other hand the way is the total absence of oak then I am OK with the execution of every single new barrique owner in a guillotine (certainly made of oak!!)

In any case, first of all we have to understand the “gout de terroir” by passionately cultivate the land and then legislate with audacity about the ingredients of this taste!  Wachau has just given us plenty of ingredients for thought…

La Lia Dragon Lot 138, o δράκος ενός “μαύρου” παραμυθιού. / La Lia Dragon Lot 138, the ogre in the “black” fable.

For Engish text stroll down…

( * * * * )

Η Κόστα Ρίκα έχει δείξει τον δρόμο την περφεκτιονιστικής καλλιέργειας και της μικρο-κατεργασίας έχοντας ηγηθεί της επανάστασης των micro mills, των μικρών δηλαδή σταθμών κατεργασίας που κατ’ αναλογία φέρνουν στον νου την δομή και την φιλοσοφία των μικρών οινοπαραγωγών.

Ένα τέτοιο micro mill είναι και το La Lia, που βρίσκεται στην μυθική περιοχή Tarrazzu, τις οποίας τα μεγάλα υψόμετρα και τα ηφαιστειογενή εδάφη συνθέτουν ένα ύψιστο terroir για καφέ. Ο σταθμός επεξεργασίας διαχειρίζεται τον καρπό από διάφορες φάρμες μια εκ των οποίων είναι και η επικλινής Finca Dragon, που βρίσκεται σκαρφαλωμένη ανάμεσα στα 1400 και τα 2000 μέτρα!

Για την συγκεκριμένη παρτίδα –με κωδικό Lot 138- έχουν επιλεγεί οι ποικιλίες Caturra και Bourbon οι οποίες έχουν υποστεί την white honey επεξεργασία που θέλει το μικρότερο δυνατό ποσοστό από την εσωτερική μεμβράνη (που ονομάζεται mucilage  και περιέχει τα σάκχαρα) να παραμένει πάνω στον καρπό πριν από το τελικό στέγνωμα.

Και το τελικό αποτέλεσμα δικαιώνει την οικογένεια του Louis Alberto Monge, αφού με υψηλότατη συμπύκνωση φέρνει στο φλιτζάνι πορτοκάλια, λουλούδια αλλά και σοκολάτα γάλακτος. Βέβαια εξίσου αξιόλογα είναι τα πράγματα και στο στόμα, με τον Dragon Lot 138 να εμφανίζεται τυπικά ελαφρύς και όξινος. Όμως καταφέρνει με μαεστρία να αποφύγει τον σκόπελο της επιθετικότητας – πάνω στον οποίο πολλοί από τους καφέδες της περιοχής συντρίβονται- αφού έχει υπέροχα χωνεμένη την οξύτητα ενώ παράλληλα την “ηρεμεί” ακόμα περισσότερο με την μακριά επίγευση γκοφρέτας που διαθέτει.

Τέλος στα συν του έρχονται να προστεθούν τόσο η ικανότητά του να εντυπωσιάζει εξίσου σε παρασκευές  espresso και φίλτρου, όσο και η best- buy τιμή του. Έτσι αυτός ο δράκος εμφανίζεται πανίσχυρος και ικανός να κυριαρχήσει στο παραμύθι, γοητεύοντας κάθε απαιτητικό λάτρη του καλού καφέ!

Ο La Lia Dragon No 138 είναι μια δημιουργία της Taf, 210 6218172, ενδ. τιμή: 9,30€/250gr (37,20€/kg).


Costa Rica is a very good example of coffee perfectionism, as this small Central American country is at the spearhead of both quality cultivation and micro- processing, exhibiting a large number of micro mills. These small, family-run stations allow for gentler handling of fruit as well as more versatility for experimentation, bringing in mind the structure and philosophy of small wineries.

La Lia is such a micro mill located at the mythical Tarrazzu region, one of the world’s greatest terroirs for coffee because of its high altitude and volcanic soils. La Lia takes care of numerous farms’ fruit, the steep Finca Dragon –the trees spreading between 1400 and 2000 meters!- being one of them.

For this specific lot, numbered 138, La Lia has chosen the varieties Caturra and Bourbon and the white honey method, a kind of processing that leaves only a tiny part of the internal membrane (called mucilage and containing the sugars)  on the beans prior to the final drying.

The final result justifies the efforts of Louis Alberto Monge and his family, bringing in the cup a very concentrating bouquet of orange, flowers and milk chocolate. On the palate Dragon No 138 is equally impressive, bearing the typical for Tarrazzu lightness and acidity. Though, it skillfully avoids the reef of austerity –where a lot of region’s coffees are wrecked- by perfectly merging this acidity while at the same time taming it even more with its long- lasting wafer flavor.

Add to the above the ability to offer equally impressive espresso and filter cups as well as a best- buy price and this fantastic dragon is rightly named the protagonist of this “dark” fairytale, succeeding to seduce every serious coffee aficionado.

La Lia Dragon No 138 is a creation of Taf, 210 6218172, ind.price: 9,30€/250gr (37,20€/kg).

Wine killers. Υπάρχουν πραγματικά; / Wine killers. Do they really exist?

For English text stroll down…

Το να ακούς ποιοτική μουσική είναι κατά τη γνώμη μου πολύ πιο εποικοδομητικό από το να βλέπεις ένα reality μαγειρικής που ουδεμία σχέση έχει με την μαγειρική. Έλα όμως που το “οινικόν” του επεισοδίου της Δευτέρας άφησε το βραχίονα να ξεκουράζεται, το πλατό μου να γυρίζει μες στη μοναξιά του και εμένα να παρακολουθώ το μεγαλείο του συνδυασμού κρασιού –φαγητού στο Master Chef.

Ή ακριβέστερα άλλο ένα επεισόδιο του Criminal Minds, αφού σε κάτι τέτοιο το είχαν μετατρέψει οι καλεσμένοι! Και μάλιστα ένα από τα αγριότερα, αφού οι wine killers καραδοκούσαν σε κάθε γωνιά έτοιμοι να κατακρεουργήσουν κάθε κρασί που βρισκόταν στο διάβα τους!

Έχοντας μια παλαιότερη, μικρή προσωπική εμπειρία κατανοώ πολύ καλά το συμπυκνωμένο του τηλεοπτικού χρόνου, όμως αν έχεις 2 λεπτά να εξηγήσεις το ταίριασμα απλά λες “ το κρασί δεν είναι το αλατοπίπερο του φαγητού και ως εκ τούτου αυτό που συνήθως δουλεύει είναι η αρχή της ομοιότητας, δηλαδή τα  βαριά με τα βαριά, τα γλυκά με τα γλυκά, τα ξινά με τα ξινά, τα ώριμα με τα ώριμα, τα ανοιχτόχρωμα με τα ανοιχτόχρωμα κοκ”. Αυτό σου αφήνει χρόνο να δοκιμάσεις το κρασί της συγκεκριμένης δοκιμασίας και να πεις “αυτό το κρασί είναι ελαφρύ, φρέσκο και όξινο και με βάση τα προηγούμενα απαιτεί ένα ανάλογο πιάτο οπότε θα ταίριαζε για παράδειγμα με κάποιο μαριναρισμένο ψάρι με μια πράσινη σαλάτα και μια σάλτσα λεμονιού”. Και παρόλαυτά θα έχεις άλλα 10΄΄ διαθέσιμα για να πεις το βασικότερο όλων που είναι το “δοκιμάστε το πιάτο σας με το κρασί ”!!

Αντ’ αυτού ακούσαμε για opaque αδιαπερατό χρώμα και για πυρηνόκαρπα φρούτα –λες και είμαστε σε προχωρημένο επίπεδο εξετάσεων σχολής- για την όμορφη αντίθεση που κάνει η γλύκα του πιάτου με την οξύτητα του κρασιού  αλλά και για αμέτρητα υλικά που το μόνο που κάνουν είναι να διεκδικούν μια θέση ανάμεσα στους πλέον διαβόητους serial killers…

Φαντάζομαι ότι αν δεν ήμουν ένας από τους 1000 βαρεμένους οινόφιλους -που περιπλανιόμαστε από εκδήλωση σε εκδήλωση προσπαθώντας ο ένας να εντυπωσιάσει τον άλλο!- αλλά ένας μέσος τηλεθεατής, δεν θα έβαζα ποτέ μα ποτέ κανένα κρασί στο τραπέζι πλάι στο φαγητό μου! Γιατί στο Master Chef ότι είναι βρώσιμο βαπτίστηκε wine killer!

Το μακελειό άρχισε με το ανυποψίαστο σπαράγγι, ένα εκλεκτό υλικό το οποίο ταιριάζει υπέροχα με όλα τα Sauvignon Blanc, τα μισά ξηρά Μοσχάτα, τις μισές και βάλε Μαλαγουζιές, τα λιγότερο ανθώδη από τα Μοσχοφίλερα αλλά και αρκετούς Ροδίτες ή Ρομπόλες- ιδιαίτερα αν είναι σερβιρισμένο κλασσικά, με ένα έντονο λαδολέμονο. Ταιριάζει δηλαδή υπέροχα με  τουλάχιστον 1000 κρασιά του Ελληνικού αμπελώνα, για να μην ταξιδέψουμε (λόγω και του Covid-19) σε Λίγηρα, Μπορντό και Νέα Ζηλανδία! Από την άλλη, η ασχετοσύνη μου δεν μου δίνει ούτε ένα λόγο γιατί ένα κρεμώδες ριζότο με σπαράγγια δεν θα πήγαινε υπέροχα με το (ιδιαίτερα φορμαρισμένο τον τελευταίο καιρό!) Chateau Julia Chardonnay της εκπομπής…

Σειρά είχε το καημένο το αυγουλάκι, το οποίο για το μόνο για το οποίο μπορεί να το κατηγορήσει κανείς είναι ότι καμιά φορά αφήνει την δυσάρεστη μυρωδιά του στο ποτήρι. Γιατί κατά τα άλλα συμπαθεί κάθε ισορροπημένο, στρόγγυλο λευκό της Γης (είτε αυτό λέγεται Σαββατιανό, είτε Trebbiano είτε Cote du Rhone Blanc) την ίδια στιγμή που συμπεριλαμβάνεται και στο μενού σχεδόν όλων των κορυφαίων εστιατορίων της!

Δεν πρέπει πάντως να νοιώθει αδικημένο αφού ανάλογες “βαριές κατηγορίες” απαγγέλθηκαν τόσο στην ντομάτα -εδώ πραγματικά η υπόθεση δεν επιδέχεται σχολίων- όσο και στον καφέ. Ένα υλικό το οποίο στα μεν επιδόρπια ταιριάζει σχεδόν με  κάθε γλυκό κρασί που έχει ωριμάσει σε βαρέλι (δηλαδή με το 90% των Ελληνικών ετικετών του είδους) στα δε κυρίως πιάτα κρέατος με σχεδόν κάθε ποιοτική, υπερσυμπυκνωμένη, βαρελάτη κόκκινη …κρασάρα, είδος το οποίο λίαν επιτυχημένα πρεσβεύει και το Οινότρια Γη Cabernet Sauvignon –Αγιωργίτικο, ένα από τα κρασιά της δοκιμασίας.

Φαντάζομαι ότι κάποιος θα σκεφθεί “μα καλά τίποτα δεν είναι wine killer για σένα;” Η απάντησή μου είναι ακριβώς αυτή: προφανώς όλα τα υλικά δεν είναι το ίδιο καλόβολα, όμως κανένα δεν είναι wine- killer, αφού  ο Ελληνικός και ο παγκόσμιος αμπελώνας προσφέρουν εκατομμύρια κρασιά με τόσο διαφορετικά αρώματα και γεύσεις που αποκλείεται να μην βρεθούν αμέτρητες επιλογές (και μάλιστα σε κάθε κατηγορία τιμής) για να χαρίσουν εκπληκτικούς συνδυασμούς ακόμα και για τις πλέον δύσκολες γεύσεις.

Αν πάντως θα θέλατε να διαβάσετε ντε και καλά ονόματα θα κατέτασσα σε πολύ υψηλότερη θέση σε επίπεδο δυσκολίας  ένα Ελληνικού ψησίματος -δηλαδή σόλα!- μοσχαρίσιο φιλέτο (το οποίο δεν αγαπά την παραμικρή υποψία οξύτητας ή τανινών αποκλείοντας το 99% των κρασιών ανεξαρτήτως χρώματος) ή την παρμεζάνα που (με την αλμύρα και το flavor της) ισοπεδώνει τα πάντα εκτός από ελάχιστες Blanc de Noir Σαμπάνιες, μερικές Σαντορίνες δεξαμενής και τα Fino Sherry, παρά οποιοδήποτε από τα προαναφερθέντα υλικά.

Συνεπώς αν κανείς προσεγγίσει το κρασί με ανοιχτούς ορίζοντες απολαμβάνοντας την διαφορετικότητα και την μοναδικότητα του κάθε στυλ και αν γνωρίσει τις βασικές αρχές της αρμονίας είναι σίγουρο ότι θα απολαύσει έναν εξαιρετικό συνδυασμό με κάθε υλικό και πιάτο. Γιατί αυτή είναι και η πεμπτουσία του κρασιού, η αρμονική συνέχεια της κάθε σωστά ταιριασμένης γουλιάς μετά από μια νόστιμη μπουκιά.  Μια  σχέση ερωτική που δημιουργεί χαρά και όχι μια σχέση μίσους που δημιουργεί wine killers. Όμως φαίνεται ότι εν τέλει wine killers υπάρχουν και αυτοί μάλλον είμαστε εμείς οι ίδιοι οι άνθρωποι του κρασιού!

 

Γιατί δεν θα ταιριάξει αρμονικά πλάι σε ένα ριζότο με σπαράγγια; / Why not a nice pair for anasparagus risotto?

I believe that listening to good music is much more edifying than watching cooking reality programs that have not any relation with cooking in reality. But the “”winey character” of Monday’s episode found my tonearm arm in its rest position, my turntable’s platter spinning in loneliness and myself in front of my  small TV screen watching food-pairing at Greek Master Chef.

But, literally speaking, this is more like watching  an episode of Criminal Minds, as the guests had turn the show to a crime scene where countless serial wine killers lurking in every corner, ready to slaughter every wine that passing by!

Having a brief personal experience I understand the TV’s time restrictions, but  if you have 2 minutes on air to give a food pairing “lesson” you simply mention that wine is not the salt and pepper of the dish but on the contrary both must (most of the times) share the same characteristics i.e. heaviness needs heaviness, sweetness needs sweetness, acidity and saltiness needs acidity, dark color needs dark color and mature flavors needs mature flavors. Then you can taste the wine that will be used in the task and make the simplest of comments like “this wine in light bodied, fresh and acidic so you can pair it with something like a marinated fish with greens and lemon sauce”. And having said all these, you are still left with 10΄΄ to emphasize the need to actually taste your dish with the provided wine in order to see if the combination works!

But instead of listening something like these, we were experiencing some academic analysis using terms like stone fruits and opaque color, some new trends in matching like the balance offered by the sweetness of the dish and the acidity of wine and (foremost) the existence of countless ingredients that claiming a position among the most evil of serial killers…

I assume that if I was not one of the 1000 (or so) wine maniacs of the country -that are wandering around wine events trying to impress each other- but an average TV viewer I would never ever bring a bottle of wine to my table after this Master Chef, as everything edible christened as “wine killer”!

The massacre began with the unwary asparagus, a fantastic tasting vegetable that pairs brilliantly with every single Sauvignon Blanc, half of the dry Muscats, the lemony driven samples of Malagouzia, the less floral of Moschofilero and even wines from Roditis and Robola when asparagus is served in the classic way with lemon- oil emulsion. The above means that this “wine killer” goes very well with at least 1000 wines if you want to stay in the  Greek vineyard and not to travel (avoiding the Covid-19 risk!) to Loire, Bordeaux, New Zealand etc. Moreover, because of my cluelessness I cannot find a reason for not serving a creamy asparagus Risotto with the fantastic (the last couple of years) Chateau Julia Chardonnay that is one of the wines of the task.

The second victim is the poor egg, an ingredient that the only think can be accused for is the smell that (some times) leaves in the glass. Besides that it loves every balanced, round white on Earth (a Savatiano, a Trebbiano d’ Abruzzo or a Cote du Rhone Blanc to name but a few) while at the same time is included in the menus of the greatest restaurants of the same planet!

Yet, egg must not feel underdog as both tomato and coffee were charged too! The case of the former simply can’t stand any criticism while the coffee accompanied perfectly by any barrel matured sweet wine (this counts for 90% of Greek labels) when used in desserts. When used in a sauce for a  meat dish it just demands (assuming of course that the rest of the recipe permits) a high quality, concentrated, block buster red, a wine exactly like the Oinotria Land Cabernet Sauvignon –Agiorgitiko, one of the chosen wines for the episode.

At this point I assume that some readers may wondering “so, according to you there are no wine killers in food ‘n’ wine pairing?” My answer is exactly this: some ingredients are more difficult than others, but the domestic and international vineyards offering millions of wines with radically different aromas, textures and flavors, providing countless choices (in every price level imaginable) for a perfect match with even the most fractious food.

But if they want to hear some names I would rank at a much higher level of difficulty the Greek way–that it means very, very well done- beef fillet (that hates even the slightest trace of acidity or tannins and thus excludes the 99% of wines, regardless of color) or the parmesan (that is capable of destroying everything except some Blanc de Noir Champagnes, inox- fermented Santorini and Fino Sherry with its saltiness and length of flavor) in comparison with all the above mentioned ingredients.

So, if someone is open –minded to the different styles, aromas and flavor of wine and aware of the basics about food and wine matching he/she could definitely find a perfect and convenient combination. After all, this is the essence of the wine: the harmony created by a small sip that follows a small bite. A relation of love that creates happiness and not a relation of hate that creates wine killers.

However it seems that wine killers do exist and they are no others than ourselves, the wine professionals!

 

Oenops Wines, Old Roots New Routes.

For English text stroll down…

Ο Νίκος Καρατζάς είναι γνωστός σε κάθε σοβαρό οινόφιλο λόγω της επί σειρά ετών θητεία του στο Κτήμα Παυλίδη και ως εκ τούτου η επιλογή της Δράμας ως τόπου για το ξεκίνημα της προσωπικής του οινοποιίας δεν προκαλεί εντύπωση. Αυτό όμως που σίγουρα ξαφνιάζει είναι η απόφασή του να μην ασχοληθεί καθόλου ούτε με τις γηγενείς αλλά ούτε με τις διεθνείς ποικιλίες που είναι φυτεμένες στην Δράμα.

Σε αυτήν του την απόφαση ίσως σημαντικό ρόλο να έπαιξε και η (προς το παρόν) επιλογή του να μην δημιουργήσει έναν ιδιόκτητο αμπελώνα αλλά να ψάξει να βρει παλιά αμπελοτόπια σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της χώρας και να δουλέψει πάνω σε αυτά, σε συνεργασία βέβαια με τους εκάστοτε ιδιοκτήτες- καλλιεργητές.

Δεν είναι όμως τα παραπάνω τα μόνα που χαρακτηρίζουν την δουλειά της Οίνωψ που ίδρυσε το 2015, αλλά και η όσο το δυνατόν μικρότερη οινολογική παρέμβαση καθώς και η σχεδόν μηδαμινή παρουσία του ξύλου στο τελικό προϊόν. Βέβαια ο ίδιος δεν κρύβει την αγάπη του για το παλαιό βαρέλι, αλλά επειδή το εμβρυακό της δραστηριότητάς του δεν του το επιτρέπει ακόμα, δεν διστάζει να στραφεί και στους αμφορείς οι οποίοι συνεισφέρουν στο στρογγύλεμα και το μπουκέτο του κρασιού χωρίς την ξυλώδη υπογραφή  ή τις άγριες τανίνες.

Η σχετικά πρόσφατη –φυσικά προς Covid-19!- παρουσίασή του στους σπουδαστές της Genius in Gastronomy μου έδωσε την ευκαιρία όχι μόνο να διαπιστώσω όλα τα παραπάνω αλλά και να δοκιμάσω ένα μεγάλο μέρος της δουλειάς του, αρχής γεννωμένης από την βασική του γκάμα που ακούει στο όνομα Απλά.

Το Απλά Λευκό 2019 ( 6,5/10) είναι ένα blend Μαλαγουζιάς, Ασύρτικου και Ροδίτη, που λόγω της νιότης του δεν έχει ακόμα απαλλαγεί από τις αναγωγικές του νότες. Ωστόσο είναι ελαφρύ, δροσερό και ευκολόπιοτο, με τον χαρακτήρα των λευκόσαρκων φρούτων να κυριαρχεί. Το Απλά Ερυθρό 2018 (6,5/10) προσπάθησε να καρυκεύσει με φινέτσα την απλότητά του, όμως αυτό το blend από Ξινόμαυρο, Λημνιώνα και Μαυρούδι προδόθηκε από αυτήν την προσπάθεια αφού αντί να φανεί ως απλό κρασί που δίνει ένα  bonus  πολυπλοκότητας, φαίνεται σαν ένα πολύπλοκο κρασί που απέτυχε όντας απλό! Αντίθετα το προερχόμενο από τις ίδιες ποικιλίες Απλά Ροζέ 2019 (8/10) είναι ένα υπέροχο κρασί που υποστηρίζει την βασισμένη στο φραγκοστάφυλο αυστηρότητά του με εξαιρετικό μάκρος και επίμονο flavor.

Το προερχόμενο από την Κρήτη Βιδιανό οινοποιείται σε inox, βαρέλια και αμφορείς, ενώ ωριμάζει στους τελευταίους. Το 2018 (7/10) είναι ακόμα κλειστό και άχαρο, στερούμενο την βερυκοκένια γοητεία και την στρογγυλάδα της ντίβας του νησιού, όμως το 2017 (8/10) μας χαρίζει απλόχερα αυτήν την τυπικότητα σε ένα πανέμορφο σύνολο.

Προ καιρού παρουσίασα στην  στήλη των κριτικών του FNL Guide την εκπληκτική  Λημνιώνα 2018 (8,5/10) έχοντας τώρα και πάλι την ευκαιρία να απολαύσω την αριστοκρατικότητα, το μάκρος και την καλοδομημένη ελαφράδα αυτού του αιθέριου κρασιού που για την δημιουργία του συμπράττουν βαρέλι και αμφορέας. Αλλά και να διαπιστώσω σε πόσο υψηλότερο επίπεδο βρίσκεται σε σχέση με την πιο “μαύρη”, ώριμη, τανική και  μάλλον σύντομη Λημνιώνα 2017 (7/10), ένα αξιόλογο κρασί που απλά αδικείται από την σύγκριση.

Σχεδόν το ίδιο συμβαίνει –αλλά αντιστρόφως- στην περίπτωση του Xinomavraw, ενός κρασιού ελαχίστων παρεμβάσεων που προέρχεται από παλαιά αμπέλια του Αμυνταίου, της Ραψάνης και της Νάουσας. Εδώ το  2018 (7,5/10) εμφανίζεται πιο ώριμο, με τα εκρηκτικά αρώματα μαρμελάδας φράουλας να συνοδεύονται από άγριες τανίνες και πιπεράτο τελείωμα ενώ το 2017 (8/10) να επιδεικνύει την βασισμένη σε λουλούδια, βότανα, μούσμουλα και πιπέρι πολυπλοκότητα αλλά και την ντελικάτα επίμονη γευστική του δύναμη.

Το πιο “συμβατικό” , οινοποιημένο σε τσιμέντο Xinomavro 2018 (6/10) υπολείπεται πολύ σε  εκφραστικότητα όντας κλειστό και άχαρο. Όμως αυτό που προσωπικά με ενόχλησε ήταν η έλλειψη φρούτου που άφηνε τις τανίνες ξεκρέμαστες και επιθετικές ενώ παράλληλα απέκλειε την μελλοντική μεταμόρφωση του κρασιού.

Η Raw προσέγγιση της Οίνωψ δεν προσφέρει μόνο εξαιρετικά ονοματολογικά παιχνίδια αλλά και γευστική ίντριγκα μέσα στην φιάλη. Και αυτή χτύπησε …κόκκινο   στην περίπτωση του Rawditis 2018 (9/10) με την κόκκινη οινοποίηση, τα σχεδόν 50χρονα αμπέλια και την 6μηνη ωρίμανση σε αμφορέα να δημιουργούν ένα επικό orange κρασί με υπέρπυκνο μπουκέτο αποξηραμένου βερίκοκου,  ροδάκινου και ζυμαριού, εκπληκτικά όξινη ελαφράδα και ατελείωτο μάκρος.

Η Οίνωψ είναι μια νέα οινοποιία που παίρνει το όνομά της από την φράση του Ομήρου “Οίνωψ πόντος”, μια φράση που ακόμα και για τους σοβαρότερους μελετητές είναι μπερδεμένη ως προς την ερμηνεία της. Κατ΄ αναλογία και το δημιουργήματα του Νίκου Καρατζά φαντάζει λίγο μπερδεμένο, όμως είμαι σίγουρος ότι είναι θέμα χρόνου να βρει τον οινοποιητικό βηματισμό του και την σωστή φόρμουλα της αμπελουργική συνεργασίας. Και τότε θα εκφραστεί ακόμα καλύτερα και συνεπέστερα η προσωπική οινοποιητική ματιά του Νίκου Καρατζά, ματιά  η οποία διαφέρει ριζικά από αυτήν που υιοθετούσε στο Κτήμα Παυλίδη και η οποία μου είναι πολύ πιο ελκυστική!


Nikos Karantzas is well known to every serious Greek wine lover because of his previous job as winemaker and manager at the Pavlidis Estate. For this reason the choice of Drama as the base for his own winery comes as no surprise; but the same not applied to his decision to exclude nearly all the indigenous and international varieties that built Drama’s reputation from his fermentation room!

Maybe the explanation for this is the choice not to own any vineyards (at this stage at least) but instead to reach and find old vines in every part of Greece and to train the farmers in their cultivation.

Added to the above is the smallest possible oenological intervention as well as the minimum use of new oak, practices that are applied to all the wines of his Oenops, a winery founded in 2015. Of course Karantzas doesn’t hide his preference for old oak, but the embryonic of the effort has obliged him to mostly rely on amphora, a mean of storage that allows the mellowing and development of wine without the woody character and the astringent tannins.

Oenops presentation to Genius in Gastronomy’s students –organized before Covid-19 of course!-  gave me the chance not only to ascertain all these but also to taste the  biggest part of Nikos Karantzas afford, starting with the basic range called Apla (sober).

Apla White 2019 (6,5/10) is a light bodied, easy drinking, pear- scented Malagouzia/ Assyrtiko/ Roditis blend, that needs some months in the bottle to get rid of its slight reduction. Apla Red 2018 (6,5/10) on the other hand tries to seasoned with finesse its simplicity. But this “bonus” did more harm than good, as this blend of Xinomavro, Limniona and Mavroudi more resembles (because of this!) an underachieving fine wine than an overachieving everyday one! Apla Rose 2019 (8/10) derived from the same varieties and is the strongest member of Apla family, as it enhances its redcurrant-based austerity with persistent flavor and long aftertaste.

Sourced from Crete, the Vidiano is vinified in inox, casks and amphora before maturing in the latter. 2018 (7/10) is still closed and disintegrated, lacking the apricot charm and the creaminess the island’s diva is famous for, yet the more developed  2017 (8/10) is both typical and alluring.

Not long ago I reviewed for the FNL Guide the fantastic Limniona 2018 (8,5/10), so I had again the opportunity to enjoy the breed, the length of flavor and the well-structured lightness  of this ethereal wine, a result of barrel and amphora co-ordination. But also to compare it with the more mature, tannic and black fruit dominated Limniona 2017 (7/10), a good wine that is simply wronged by the comparison.

More or less the same applied –albeit in reverse mode- at the case of  Xinomavraw, a minimal intervention wine from old vines of Amyntaio, Rapsani and Naoussa regions. Now it is the turn of 2018 (7, 5/10) to appear more mature, astringent, peppery and full of strawberry marmalade aromas. On the contrary, 2017 (8/10) exhibits a floral, herbal, loquat and pepper complexity as well as a delicately persisting mouth fullness.

The more conventional, cement-vinified Ximavro 2018 (6/10) is much less expressive and closed. Moreover there is a lack of fruit that leaves the astringent tannins unsupported while at the same time precludes any chance for future positive evolution in the bottle.

The …Raw approach of Oenops doesn’t only offer clever terminology “games” but intriguing in the glass as well. The most fabulous example is the Rawditis 2018 (9/10), a Roditis from 50 years old vines vinified as a red and mature for 6 months in amphora. An epic orange wine that offers  super concentrated bouquet of mi cuit apricot, peach and yeast, terrific acidity and endless, light aftertaste.

Oenops is a new winery that takes its name from Homer’s “Oenops sea”, a phrase found in Odyssey epic poem. The interpretation of this phrase is difficult even for the most serious researchers, and the same seems to apply for Nikos Karantzas project. Yet I am sure that the capable winemakers will soon find both his pace and the correct formula of the vinicultural collaboration, something that will permit his distinctive winemaking style to be more clearly and consistently expressed. And this style – radically different from that adopted in Pavlidis Estate- is much more appealing to me!

Ένα ποτήρι για κάθε διαφορετικό Σαββατιανό ή ένα Σαββατιανό για κάθε διαφορετικό ποτήρι; / One glass for every different Savatiano or one Savatiano for every different glass?

For English text stroll down…

Λίγες μέρες  πριν ο Covid-19 αλλάξει και επίσημα τις ζωές μας τα Wines of Athens και ο brand ambassador της Riedel Γιώργος Λούκας διοργάνωσαν στο φιλόξενο μουσείο οίνου των αμπελώνων Μάρκου μια γευσιγνωσία που θα επιχειρούσε να αλλάξει ανεπίσημα τον τρόπο με τον οποίο σερβίρουμε το Σαββατιανό!

Έτσι 5 εξαιρετικά δείγμα τα της ποικιλίας και 5 ποτήρια από την γκάμα της Riedel επιστρατεύτηκαν σε μια προσπάθεια να βρεθεί το πλέον κατάλληλο για να αναδείξει τις αρετές της αττικής ποικιλίας.

Όμως το σπουδαίο σταφύλι αποδείχθηκε αρκετά …σκληρό για να μπει σε καλούπια και έτσι -με εξαίρεση το κοντόχοντρο balloon Performance Chardonnay που γενικά ήταν “εκτός κλίματος” – και τα 4 ποτήρια που είχαν σχήμα κλειστής τουλίπας αποτέλεσαν ιδανική φωλιά για τουλάχιστον 2 από τα κρασιά της δοκιμής.

Το μικρότερο όλων ήταν το Performance Sauvignon Blanc, το οποίο συμπύκνωσε και ανέδειξε σε ένταση το ακόμα διακριτικό  φρούτο των Παπαγιαννάκου Σαββατιανό Vieilles Vignes 2019 και Φράγκου Σαββατιανό 2019, των δύο νεαρών, οινοποιημένων σε inox κρασιών. Όμως από την άλλη “μπούκωσε” τα πιο εκφραστικά κρασιά της δοκιμής.

Το μεγαλύτερο και υψηλότερο Performance Riesling από την άλλη αποδείχθηκε αρκετά καλόβολο κερδίζοντας ίσως τους περισσότερους πόντους από όλα τα υπόλοιπα. Προσέδωσε τυπικότητα στα προηγούμενα κρασιά, επέτρεψε στα πιο βαριά και εκφραστικά Μάρκου, Κλέφτες 2019 και Μυλωνά, Σαββατιανό 2017 να αναπτύξουν πολύπλοκα μπουκέτα και έδωσε ρέστα στην περίπτωση του ωριμασμένου σε ακακία Κοκοτού, Σαββατιανό Βαρέλι 2018.  Επιπρόσθετα, μπόλιαζε κάθε κρασί με γευστικό μάκρος. Το τέλειο ποτήρι για το Σαββατιανό επομένως; Χμμμ μάλλον όχι αφού αυτά τα πλεονεκτήματα συνοδεύονταν πάντα με μια αλκοολική, επιθετική αίσθηση!

Το λίγο κοντύτερο και ανοιχτότερο στο πάνω μέρος Degustation Red  είναι ένα καλό, γενικής χρήσης ποτήρι για ερυθρά. Ωστόσο αποδείχθηκε κατάλληλο και για σχεδόν όλα τα Σαββατιανά, κερδίζοντας μάλιστα (παρόλες τις χαμηλές εντάσεις) την δική μου υψηλότερη βαθμολογία στην μύτη αφού κατά την γνώμη μου αναδείκνυε άριστα την γεμάτη άχυρο, βότανα και κίτρινα φρούτα τυπικότητα του Σαββατιανού. Δυστυχώς όμως την ίδια στιγμή έκανε και τα περισσότερα κρασιά της δοκιμής να φαίνονται λίγο σύντομα στην επίγευσή τους.

Το τεράστιο Riedel 001 των 995ml (!!) θα ήταν το τελευταίο ποτήρι που κάποιος θα σκεφτόταν για ένα Σαββατιανό. Όμως ο Γιώργος επισήμανε ότι πολλές φορές δουλεύει εξαιρετικά με λευκά κρασιά, και η εμπειρία του μάλλον τον δικαίωσε και σε αυτή την περίπτωσή. Εντάξει, τα ντροπαλά, νεαρά κρασιά χάθηκαν μέσα στην πελώρια αγκαλιά του, όμως οι προτάσεις των Μάρκου και Μυλωνά κατέπληξαν σε αυτό, όντας εκρηκτικά, συμπυκνωμένα και με φοβερό μάκρος και επίγευση.

Πιο μπερδεμένος παρά κατασταλαγμένος επομένως έφυγα από αυτό το workshop; Όχι, αφού ως  glass maniac είμαι εξοικειωμένος με τον ριζικά διαφορετικό τρόπο που συμπεριφέρονται τα κρασιά σε διαφορετικά ποτήρια. Πόσο δε μάλλον το αγαπημένο μου Σαββατιανό με τις τόσες διαφορετικές εκφράσεις του,  μια αρετή που υποθέτω ότι καθιστά την εν λόγω προσπάθεια δυσκολότερη από αυτήν για το Sauvignon Blanc ή το Μοσχοφίλερο.

Επειδή όμως είμαι άνθρωπος των συμπερασμάτων η προσωπική μου προτίμηση αν διέθετα στο μαγαζί μου (ή δοκίμαζα)  πολλά Σαββατιανά θα ήταν το Performance Riesling, ενώ αν ήθελα να αναδείξω 1-2 ετικέτες θα επέλεγα (αναλόγως) κάποιο από τα υπόλοιπα αλλά όχι το Riesling! Αχ, το Σαββατιανό αποδεικνύεται και πάλι μεγάλος έρωτας και οι μεγάλοι έρωτες δημιουργούν πάντα και μεγάλους πονοκεφάλους…

Clockwise from bottom right: Performance Sauvignon Blanc, Performance Riesling, Performance Chardonnay, Degustation Red, 001.

A couple of days before Covid-19 officially changed our daily lives, the Wines of Athens association and Riedel’s brand ambassador George Loukas tried unofficially to change the way that we are serving Savatiano!

To do so, 5 excellent wines from the Attica grape, 5 glasses from Riedel’s collection and the hospitable Markou Wine Museum were called to arms with the mission to find the glass shape that bringing out the virtues of this unique grape.

However Savatiano proved too tough to get into …glass molds, so each one of the glasses (except the balloon-shaped Performance Chardonnay) was strongly coming into play in more than 2 occasions.

The smallest of the group was the Performance Sauvignon Blanc, a glass that offered concentration and intensity to the immature, inox vinified wines like Papagiannakos Savatiano Vieilles Vignes 2019 and Fragou Savatiano 2019.  Unfortunately it didn’t achieve the same high marks in the cases of the more expressive wines of the tasting, impounding their bouquet.

The slightly taller and bigger  Performance Riesling on the other hand turned out to be versatile by highlighting the typicity of the previously mentioned wines, enhancing the complexity of the more heavy- toned Markou Kleftes 2019 and Mylonas Savatiano 2017 and excelling in the case of the matured in acacia wood Kokotos Barrel Savatiano 2018.  Moreover every single wine tasted very long on the palate in this glass. “So, the perfect shape for Savatiano!” someone would assume. Hmmm, I don’t think so as all these virtues came hand in hand with an alcoholic, aggressive sensation!

Degustation Red is a good choice for serving a lot of red wines. But this smaller and wider- rimmed glass proved equally satisfying for serving Savatiano. The reason for this is that (despite the low intensity on the nose) it managed to successfully capture the vegetal, straw and yellow fruit varietal character. Unfortunately the phrase “short on the palate” appeared more than twice in my tasting notes…

The enormous Riedel 001 of 995ml (!!) capacity would be the last glass that one would think of to use for Savatiano. But George Loukas pointed out that sometimes it suits nicely the whites, his experience justified him after this was proved such an occasion. Unavoidably the younger, muted wines disappeared in its huge arms, but the offerings from Markou and Mylonas were both amazed at their explosiveness, concentration, length and aftertaste.

So did I end more confused than enlightened after this workshop? “No” is the answer, as being a glass maniac I am familiar with the radically different ways the wines are behaving in different glasses. Especially when they are produced from such a multi- dimensional variety as Savatiano, a virtue that makes this task much tougher than a similar one with Sauvignon Blanc or Moschofilero.

On the other hand I love conclusions and having said that I would suggest the Performance Riesling to a wine bar/ restaurant owner or to a Savatiano aficionado. But if I would like to take the best out of 1-2 specific labels I would choose any other than this glass!  Hey, wait a minute, I am realizing again  that Savatiano is a big crush and the big crushes create big headaches…

Coffee Lab, Ethiopia Single Origin : Γλυκόπικρη αίσθηση…/ Coffee Lab, Ethiopia Single Origin: Bitter sweet feeling…

For English text stroll down…

( * * * )

Στα νοτιοδυτικά σύνορα της Αιθιοπίας με το Σουδάν βρίσκεται η Kaffa, που αποτελεί μέρος της μυθικής περιοχής Yirgacheffe. Το να πούμε ότι εδώ βρισκόμαστε στο κέντρο του κόσμου του καφέ αποτελεί μάλλον πλεονασμό, μιας και η ίδια η ονομασία αυτής της επαρχίας τα λέει όλα!

Η Kaffa βέβαια δεν έχει δώσει μόνο το όνομά της στον καφέ, αλλά εξακολουθεί να δίνει και τους κόκκους των πολύτιμων heirloom ποικιλιών που ευδοκιμούν στις φυτείες που βρίσκονται σε υψόμετρα 1400-2200 μέτρων μέσα στα άγρια δάση, με αμέτρητους μονάδες-καλλιεργητές να αναλαμβάνουν την τροφοδοσία των  συνεταιρισμών της περιοχής.

Τα  Coffee Lab επιλέγουν από εκεί την πρώτη ύλη για την Single Origin πρότασή τους, με τους κόκκους μάλιστα να έχουν υποστεί την ολοένα και περισσότερο συναντώμενη υγρή μέθοδο αντί της παραδοσιακής για την περιοχή ξηρής.

Αυτός ο τρόπος κατεργασίας των κερασιών οδηγεί σε ένα αρωματικό προφίλ που φέρνει σε πρώτο πλάνο τα εσπεριδοειδή σε σχέση με το δέρμα και τα μαύρα φρούτα, γεγονός που επιβεβαιώνεται και εδώ καρυκευμένο μάλιστα με γλυκά μπαχαρικά. Δυστυχώς όμως τόσο η ένταση όσο και η συμπύκνωση δεν παίρνουν μεγάλο βαθμό, κάτι πάντως που δεν ισχύει για την ισορροπία στο στόμα η οποία ενισχύεται και από την άριστα ενσωματωμένη οξύτητα. Στις αρετές του Kaffa Washed  πρέπει να πιστωθεί και η καλή επίγευση, μια επίγευση πάντως που περιέργως δεν συνοδεύεται και από ανάλογο μάκρος στο άρωμα στόματος, αφού το τελευταίο αφήνει για ελάχιστον χρόνο το spicy  αποτύπωμά του.

Έτσι η πρόταση των Coffee Lab μάλλον αφήνει μια γλυκόπικρη αίσθηση –όχι στο στόμα αλλά στις εντυπώσεις!- αφού είναι καλοδουλεμένη αλλά όχι υψηλού επιπέδου όσον αφορά στην πρώτη ύλη. Φυσικά θα προσφέρει το κάτι παραπάνω σε σχέση με πολλά blends  της αγοράς, ωστόσο δεν θα καταφέρει να μυήσει τους λάτρεις του καφέ στο μεγαλείο του σπουδαιότερου terroir του κόσμου…

Ο Single Origin Ethiopia  είναι μια δημιουργία των Coffee Lab. Ενδ. τιμή 36€/kg (7,2€/200gr).


( * * * )

Kaffa is part of the mythical Yirgacheffe region that is located in the NW borders of Ethiopia with Soudan. To say that this area is the birthplace of coffee is some kind of superfluity, as the name is self -indicative!

Moreover, Kaffa doesn’t only give its name to coffee but also the beans of the unique heirloom Arabica varieties -that are flourishing in the wild forests and collected by countless farmers- to the local co- operatives.

Coffee Lab sources from there the beans for its Single Origin Ethiopia label, choosing altitudes of 1400-2200masl and the wet method in favor of the more traditional natural one.

This way of treating the cherries results in an aromatic profile that proposes the citrus and floral nuances instead of black fruits and leather ones. And this Single Origin coffee proves that-seasoned with sweet spices- despite the fact that both intensity and concentration on the nose failed to impress.

The same not applies on the balance, a virtue of this coffee that is reinforced by the perfectly merged acidity. In the “plus” side one must adds the good aftertaste, although the latter is not supplemented by a notable length of flavor.

As a consequence this Coffee Lab offering leaves a bitter-sweet feeling, being nicely roasted but not belonging in a high class in term of bean quality. Of course this washed Ethiopia will outperform a lot of blends on the market but unfortunately will not succeed in initiating coffee lovers to Yirgacheffe greatness…

 Single Origin Ethiopia is a Coffee Lab creation. Ind.price 36€/kg (7,2€/200gr).

 

Indian Chef: Μείνετε στο σπίτι!/ Indian Chef: Stay at home!

For English text stroll down…

Ομολογώ ότι δεν είμαι ειδικός στην ινδική κουζίνα, ωστόσο σπανίως έχω φάει κακά σε κάποιο εστιατόριο. Ίσως βέβαια αυτό οφείλεται και στην σχετική ομοιομορφία των εν Ελλάδι εκπροσώπων, γεγονός που σημαίνει ότι αν σου αρέσει ένα σου αρέσουν όλα.

Αυτό πάντως δεν σημαίνει ότι βάζω όλα τα Ινδικά στο ίδιο …Tandoori, καταφέρνοντας –αν και αδαής – να εκτιμήσω την διαφορετικότητα των γεύσεων που προσφέρει το κορυφαίο κατά τη γνώμη μου  πειραιώτικο Kebab & Curry, την υπέροχη αυθεντικότητα του φαινομενικά τουριστικού Indian Haveli ή την απλώς ΟΚ αίσθηση που αφήνει το πολυδιαφημισμένο αλλά κατά πολύ υποδεέστερο Namaste.

Ως εκ τούτου ίσως κάποιος να υπέθετε ότι θα βρισκόμουνα καθισμένος στην σάλα του Indian Chef –που έχει υιοθετήσει μια σχετικά μοντέρνα οπτική που ξεφεύγει από το συνηθισμένο φολκλόρ του είδους- με σχετική αδιαφορία. Όμως η έκτη αίσθηση του κριτικού εστιατορίων, που επί 20 χρόνια σμιλεύεται με όλων ειδών και ποιοτήτων  φαγητού, μέσα μου μού έλεγε ότι δεν θα φάω καλά.

Δεν ξέρω τον λόγο αλλά το εντυπωσιακό ινδικό της Συγγρού –το οποίο πάντως στις φωτογραφίες δείχνει πολύ καλύτερο από ότι στην πραγματικότητα – μου απέπνεε μια τουριστική αίσθηση, αίσθηση που ενισχυόταν και από τις ορδές των τουριστών που συχνά –πυκνά έβλεπα περνώντας απ’ έξω.

Όμως σε καμία περίπτωση δεν περίμενα ότι το φαγητό θα ήταν τόσο κακό ώστε να μην σηκώνει πραγματική ανάλυση. Ίσως μόνο η ανάγκη για την στοιχειοθέτηση αυτής της άποψης να απαιτεί να επαναφέρω στην μνήμη 2-3 πιάτα από μια εμπειρία την οποία πάσχισα το συντομότερο δυνατό να ξεχάσω.

Όπως για παράδειγμα το Tandoori Mixed Platter, ένα ρεσιτάλ κρεάτων πιο στεγνών και από παγούρι περιπλανώμενου για μια εβδομάδα στην έρημο! Η το Αρνί Mandras, το οποίο προσπαθούσε να κρύψει κάτω από τόνους καυτερών μπαχαρικών το σκληρό, γεμάτο ίνες κρέας. Εξίσου απογοητευτικό το Ρύζι Pulau, μίζερο οπτικά και άνοστο γευστικά.  Όσο για τις συνήθως λαχταριστές πίτες Naan, θα παραδώσω την σκυτάλη των σχολίων στον φίλο μου Κώστα, επί δεκαετίες γευσιγνωστικό συνοδοιπόρο και υπεύθυνο χιούμορ του τραπεζιού: “Δεν ξέρω για αστέρι Michelin, αλλά για λάστιχο Michelin θα έκαναν σίγουρα!”

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, το Indian Chef κατάφερε να αποτύχει και στο σέρβις, έναν τομέα στον οποίο κανένα Ινδικό δεν πέφτει κάτω από το 10/10! Βέβαια εδώ το προσωπικό δεν ήταν εξ Ινδίας, και παρόλη την άνεση που προσέφερε ένα σχεδόν άδειο μαγαζί κατάφερε να είναι και αναποτελεσματικό και κακοδιάθετο. Έτσι χρειάστηκαν μόλις  45΄ λεπτά (ρεκόρ το οποίο είχε σπάσει μόνο στα χρόνια των πολλαπλών ανά βραδιά επισκέψεων σε εστιατόρια την εποχή των βραβείων E Gourmet) για να  αναχωρήσουμε εκτάκτως και να απαλλαγούμε από την δική μας αυτή τη φορά κακή διάθεση με την βοήθεια ενός Gewurztraminer του μεγάλου Zind Humbrecht στο κοντινό,  υπέροχο Materia Prima!

Φυσικά η έλευση του κορονοϊού καθιστά μια τέτοια κριτική άνευ σημασίας. Όμως όλη αυτή η μπόρα κάποια στιγμή θα περάσει, και τότε ίσως κάποιοι μπoυν στον πειρασμό να επιβεβαιώσουν ή όχι τα παραπάνω. Πριν το πράξουν όμως ας αναλογιστούν ότι το “δεν μένουμε σπίτι” τελικά αποδεικνύεται πολύτιμο για να σπαταλιέται σε κακό ινδικό φαγητό!

Indian Chef, Λεωφ. Αντρέα Συγγρού 55, Αθήνα, 210 9236336.


I have to admit that I am not an expert in Indian cuisine however I don’t remember a previous bad experience. I assume that this is due to the relative uniformity of taste the Greece’s representatives offering, an assumption that leads to an “if you like one you like them all” situation.

Yet the above doesn’t mean that I place all Indian restaurants in the same …Tandoori, being able –despite my ignorance- to appreciate (for example) the diversity of taste in my beloved Piraeus- located Cebab & Curry, the authenticity of the seemingly touristic Indian Haveli or the «just OK» feeling of the much-discussed but also much- inferior Namaste.

Hence, someone may be justifiably assumed that I would have found myself sitting uninterested in Indian Chef, a comparatively new restaurant that opted for a modern decoration, contrasting to the typical, folklore one. But the sixth sense that having evolved through 20 years of food critic was telling me that the night would not follow the soothing  Indian routine.

I don’t know the reason, but the impressive restaurant of Syngrou Ave. –that (by the way) looks much better in photos than in reality- exudes a cheap feel, an impression enhanced by the hordes of tourists I frequently see as a passer by.

Despite all these I didn’t give the slightest chance to eat so badly. Actually the whole dinner was beyond analysis the only reason to bring back in memory 2-3 dishes is to make a case for an experience I tried to forget as soon as possible.

Take for example the Tandoori Mixed Platter, a recital of overcooking that presented meats even drier that the flask of a dessert wanderer!  Or the Mandras Lamb  that desperately tried to cover the chewy and full of fibers meat under tonnes of spiciness. The Pulau Rice -miserable in appearence and completely tasteless- is equally frustrating.  As for the (usually yummy) Naan bread, I’d rather leave the comments to my friend Kostas –serving for years both as a taste companion and table’s humor manager: “I doubt about their worth for a Michelin Star   but I am sure about their virtues for a Michelin track tire!”

Moreover, Indian Chef also fails the service, a very strong aspect of every single Indian restaurant, the stuff –I have to point out that (obviously!) was not from India- managed to be both ineffective and grumpy despite the fact that there is not any load of work. So it took us just 45΄ minutes (a record broken only during my service as member of jury for E Gourmet Award, period in which I had to visit 2-3 restaurants per night!) to depart urgently and to get rid of our own grumpiness with the help of a top notch Gewurztraminer from the great Zind Humbrecht in the neighboring, wonderful Materia Prima wine bar!

I fully understand that the attack of the Covid-19 makes this review mistimed and useless, but when this nightmare wii end, some foodies might be tempted to have a first hand idea of the above.  The only thing I want to tell them is that in our days the “don’t stay at home” suggestion actually  proved very valuable to be spent in bad Indian food!

Indian Chef, 55 Andrea Syngrou Ave. , Athens, 0030 210 9236336.

 

 

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑