Αναζήτηση

simosgeorgopoulosblog

Πάθος για το κρασί, τον καφέ, τη γεύση και τα αποστάγματα

Το Ελληνικό Κρασί σε ένα βιβλίο γεμάτο αξιολογήσεις:  Ήταν δίκαιο και έγινε πράξη; Όχι, ήταν ατελείωτη δουλειά και έγινε …βιβλίο!

Κάθε άνθρωπος που αγαπά το ελληνικό κρασί έχει για αυτό μια άποψη. Και κάθε άποψη είναι απόλυτα σεβαστή ανεξαρτήτως των γνώσεων, των εμπειριών, των παραστάσεων και της σχέσης με τον κλάδο αυτών που την εκφράζουν.

Κατά τη γνώμη μας όμως αυτή η άποψη πρέπει να εκφράζεται ανοιχτά και όχι μέσα από πηγαδάκια, χαμηλόφωνες συζητήσεις, υπονοούμενα «ανάμεσα στις γραμμές» ή τοξικές σελίδες των social media.

 Αυτό τολμήσαμε να κάνουμε ο Αργύρης Τσακίρης και εγώ μέσα από ένα hard-core  βιβλίο, καταθέτοντας την δική μας ξεκάθαρη, σαφή και πολλές φορές σκληρή γνώμη- αξιολόγηση  για παραγωγούς, περιοχές, ονομασίες προέλευσης, ποικιλίες και ότι γενικά μπορεί να αξιολογηθεί στο ελληνικό κρασί!

Προφανώς κανείς δεν χρειάζεται να συμφωνήσει με τους χιλιάδες βαθμούς αυτού του βιβλίου, ωστόσο καθένας από αυτούς  είναι αποτέλεσμα ατελείωτης  δουλειάς, εξοντωτικών, ατέρμονων παρουσιών σε εκθέσεις και γευσιγνωσίες, επισκέψεων σε οινοποιεία και αμέτρητων οικιακών  γευστικών δοκιμών.

Η δυναμική της εγχώριας οινοπαραγωγής  είναι τέτοια που πολλοί  κορυφαίοι παραγωγοί του πολύ κοντινού (για τα οινικά δεδομένα)  millennium σήμερα υστερούν, ενώ άλλοι …  απαράδεκτοι των ’10s φιγουράρουν ψηλά το 2025! Για το λόγο αυτό βάλαμε –μερικώς!-στην άκρη τη δική μου 27χρονη επαγγελματική ενασχόληση μου και την σχεδόν διπλάσια(!) του Αργύρη και επικεντρωθήκαμε στις εντός της φιάλης επιδόσεις των οινοποιείων κατά τα τελευταία 3-5 χρόνια, αφήνοντας την απονομή «τιμητικών διακρίσεων  παραγωγών για την συμβολή τους στην εγχώρια οινοπαραγωγή» σε άλλους θεσμούς και οργανισμούς.

Από την άλλη μεριά δεν θέλαμε αυτή η προσπάθεια να είναι μόνο ένα μάτσο βαθμολογίες αλλά ένας “all in one” οδηγός για το ελληνικό κρασί. Έτσι στις 392 σελίδες του θα βρείτε πληροφορίες για όλες τις πτυχές του, από την ιστορία έως την νομοθεσία που το διέπει και από το ευρετήριο των ποικιλιών έως το κατάλληλο ταίριασμα του με το φαγητό.

« Το Ελληνικό Κρασί σε ένα βιβλίο γεμάτο αξιολογήσεις» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψύχαλος και είναι άμεσα διαθέσιμο στο https://psihalos.gr/geotekhnikes-epistimes/krasi/oinognwsia/to-elliniko-krasi-ena-biblio-gemato-aksiologiseis/ καθώς και σε όλα τα μεγάλα Βιβλιοπωλεία όπως Public, Ιανός, Πολιτεία, Πρωτοπορία, Ευρυπίδης, Nakas Bookhouse, Living Green

Featured post

Ροζ Γκρέιπφρουτ Μακελειό! / Pink Grapefruit Shootout!

For English text scroll down…

Ξεκίνησαν από την ανάγκη της δημιουργίας ενός εξαιρετικού μεξικάνικου κοκτέιλ Paloma, όμως σήμερα τα Pink Grapefruit Soda ξετρελαίνουν και σε σόλο εμφανίσεις. Δροσιστικά και παιχνιδιάρικα δίκαια έχουν κερδίσει τις καρδιές των καταναλωτών,, με την ξεμυαλιστική τους μάλιστα αίσθηση να προκαλεί εθισμό!

Έχοντας δοκιμάσει κάποιους από τους εκπρόσωπους του είδους μεμονωμένα, αποφάσισα να συγκεντρώσω  μια ομάδα για μια συγκριτική δοκιμή. Έτσι  7 προϊόντα -2 εκ των οποίων ανήκουν στην λεγόμενη premium κατηγορία- δοκιμάστηκαν σε ένα ποτήρι λευκού κρασιού αφού κρύωσαν καλά στο ψυγείο. Οι μεγάλες διαφορές στο χρώμα απαιτούσε μια πραγματική τυφλή δοκιμή, η οποία έλαβε χώρα με δεμένα μάτια και την πολύτιμη αρωγή της Πόπης Wallick.

Πέραν του χρώματος ακόμα μεγαλύτερες ήταν οι διαφορές στην γεύση, αφού τα 7 Pink Grapefruit περιείχαν διαφορετικά ποσοστά ζάχαρης και  CO2. Έτσι κάθε φίλος του είδους θα βρει την αγαπημένη του μπράντα ανάλογα με το γευστικό προφίλ αλλά και την τιμολογιακή κατηγορίας που θέλει να κινηθεί, αφού (μετά τις αναγωγές λόγω διαφορετικής χωρητικότητας των φιαλών) η ακριβότερη κόστιζε 5πλασια από την φθηνότερη.

Τα προϊόντα παρουσιάζονται κατά αλφαβητική σειρά (στην ελληνική προφορά τους)

Βίκος Pink Grapefruit Premium Mixer. (5η θέση)

Το χρώμα της πρότασης του γνωστού από το νερό brand διαθέτει μια ελάχιστα γαλακτώδη αίσθηση που το καθιστά το πιο ανοιχτό της δοκιμής. Το άρωμά του είναι αρκετά αληθινό θυμίζοντας αρκετά το Τσίκι, όμως το στόμα δεν τα καταφέρνει το ίδιο καλά. Η αίσθηση του είναι λίγο επίπεδη και η επίγευσή του σύντομη, αναζητώντας μια εντονότερη παρουσία CO2 προκειμένου να προσφέρει γευστικό παιχνίδι. Επιπρόσθετα το flavor είναι λίγο υπερώριμο, κάτι ωστόσο που γίνεται αντιληπτό μόνο σε συνθήκες σύγκρισης.

Ήβη Pink Grapefruit Μηδέν Ζάχαρη (7η θέση).

Ίσως η συμπερίληψη της …diet πρότασης της Ήβη να είναι άδικη, αφού το 1 Kcal/100gr το φέρνει σε δυσμενή θέση απέναντι στα υπόλοιπα της δοκιμής που κυμαίνονται στα 23-48 Kcal. Παρ’ όλα αυτά το πιο σκούρο στο χρώμα και μεγαλύτερο σε μέγεθος φυσαλίδων μέλος της ομάδας ίσως να μπορούσε να διαθέτει και εντονότερο άρωμα και περισσότερο CO2 χωρίς θερμιδικές επιβαρύνσεις. Τότε θα φαινόταν λιγότερο  σύντομο και άδειο, χαρακτηριστικά βέβαια που δικαιολογούνται  από τον 0% χαρακτήρα.

3 Cents, Pink Grapefruit Soda. (3η θέση)

Η πρωτοπόρος εταιρεία που συνέδεσε το όνομά της με το εγχώριο σουξέ του είδους, εξακολουθεί να παράγει ένα από τα καλύτερα Pink Grapefruit. Όντας πιο ξηρό από το Fruit Top αλλά πιο γλυκό από το Thomas Henry, to 3 Cents επιτυγχάνει μια εξαιρετική ισορροπία με την αρωγή και μιας ιδανικής δόσης CO2. Αν είναι κάτι που το εμπόδισε να φθάσει στην κορυφή, αυτό είναι η σχετικά τεχνική αίσθηση που δίνει το άρωμα. Πάντως διασκεδάζει τις εντυπώσεις, αφού η έντασή του είναι σχετικά διακριτική.   

Schweppes Crafted Pink Grapefruit. (2η θέση)

Η πρόταση του καταξιωμένου παραγωγού διαθέτει πορτοκαλί χρώμα και έντονο άρωμα, που πάντως δίνει λίγο συνθετική πλην ευχάριστη αίσθηση. Ακόμα πιο ευχάριστο όμως είναι το στόμα, που βασίζεται σε μια γερή δόση CO2 για να τερματίσει το κοντέρ ης παιχνιδιάρικης αίσθησης. Κάποιος θα μπορούσε να το κατατάξει στο ίδιο cluster με τα 3 Cents και Fruit Top, ωστόσο η αίσθηση του φρούτου είναι η λιγότερο «βιομηχανική» της τριάδας. Ισορροπημένη γλύκα.

Thomas Henry Pink Grapefruit. (6η θέση).

Παίρνοντας το όνομά της από τον χειρούργο-φαρμακοποιό που στα τέλη του 18ου αιώνα έθεσε τις βάσεις για την προσθήκη CO2 με την δημιουργία της σόδας, το Γερμανικό premium brand προσφέρει ένα καθαρά πορτοκαλί Pink Grapefruit, που παράλληλα είναι αρκετά ξηρό αλλά και όμορφα πικρό στο τελείωμα. Όμως το άρωμά του, αν και αληθινό, περισσότερο θυμίζει το λευκό παρά ροζ φρούτο. Έτσι, αν και όμορφο όσο και σοφιστικέ, θα διεκδικούσε την κορυφή μόνο αν μιλούσαμε για μια «κίτρινη» δοκιμή.

Τσίκι Pink Grapefruit Soda. (1η θέση)

Το ατίθασο (Κα)Τσίκι κατάφερε να σκαρφαλώσει στην πρώτη θέση αυτής της δοκιμής. Παρόλο που  το χρώμα του θυμίζει τσιχλόφουσκα και η ένταση του είναι μέτρια η αλήθεια του ήταν μεγάλη, ερχόμενη πολύ κοντά σε ένα αληθινό γκρέιπφρουτ περισσότερο από τον ανταγωνισμό. Το CO2 δεν είναι υπερβολικό, με την γλυκά του να φέρνει το προφίλ εγγύτερα σε αυτό του 3 Cents. To flavor του είναι επίμονο ενώ συνοδεύεται και από μια ευχάριστη πίκρα στην επίγευση.

Fruit Top Pink Grapefruit Fizzy Mixer (4η θέση).

Χρωματικά το Fruit Top ομοιάζει με το Τσίκι, ενώ το ξεπερνά σε ένταση αλλά όχι και σε φυσικότητα. Εκτός από την τεχνική αίσθηση που δίνει παρουσιάστηκε και το πιο γλυκό της δοκιμής, με το CO2 να είναι λιγότερο από το ιδανικό προκειμένου να επιτύχει μια καλή ισορροπία. Πάντως είναι ευχάριστο και σκερτσόζικο ενώ η γλύκα του θα κρυφτεί σε παρασκευές που θα περιλαμβάνουν και όξινα συστατικά. Επιπλέον- αν τα λεπτά του ευρώ κάνουν για κάποιους την διαφορά- προσφέρει και κορυφαίο value…


All started from the need to create an exceptional Mexican Paloma cocktail, but today Pink Grapefruit Sodas are also thrilling in their own! Refreshing and playful, they have rightfully won the hearts of consumers, with their captivating sensation being truly addictive!

Having tried some representatives of the style individually, I decided to gather a group for a comparative tasting. Thus, 7 products—2 of which belong to the so-called premium category—were tasted in a white wine glass after being well-chilled in the refrigerator. The large differences in color required a true blind tasting, which took place blindfolded and with the valuable assistance of Popi Wallick.

Aside from the color, the differences in taste were even greater, as the 7 Pink Grapefruits contained different percentages of sugar and CO2. Thus, every fan of the style will find their favorite brand depending on the flavor profile and the price category they want to move in, since (after conversions due to the different bottle capacities) the most expensive one cost 5 times more than the cheapest. The products are presented in alphabetical order (in Greek pronunciation).

Vikos Pink Grapefruit Premium Mixer (5th place).

 The color of this offering from the brand mostly known for its water has a slightly milky feel, making it the lightest of the tasting. Its aroma is quite authentic, resembling the real fruit, but the palate does not fare as well. Its sensation is a bit flat and its aftertaste short, seeking a stronger presence of CO2 in order to offer more vibrancy. Additionally, the flavor profile is slightly overripe, something that is noticeable only under comparison conditions.

Ivi Pink Grapefruit Zero Sugar (7th place).

Perhaps including Ivi’s diet option is unfair, since its 1 Kcal/100gr puts it at a disadvantage compared to the others in the test, which range between 23-48 Kcal. Nevertheless, this member of the group, which features the darkest color and largest bubble size, could potentially possess a stronger aroma and more CO2 without any caloric burden. That way, it would seem less short and empty—characteristics, of course, that are justified by its 0% nature.

3 Cents, Pink Grapefruit Soda. (3rd place).

The pioneering company that linked its name to the domestic success of this beverage type continues to produce one of the best Pink Grapefruits. Being drier than Fruit Top but sweeter than Thomas Henry, 3 Cents achieves an excellent balance with the help of an ideal dose of CO2. If there is one thing that prevented it from reaching the top, it is the relatively artificial sensation given by its aroma. However, it makes up for this, as its intensity is relatively subtle.

Schweppes Crafted Pink Grapefruit. (2nd place).

The offering from this established producer features an orange color and an intense aroma, which nevertheless gives a slightly synthetic yet pleasant feel. Even more pleasant, however, is the mouth feel, which relies on a hefty dose of CO2 to push the playful sensation to the limit. One could classify it in the same cluster as 3 Cents and Fruit Top; however, its fruit sensation is the least «industrial» of the trio. Balanced sweetness too…

Thomas Henry Pink Grapefruit. (6th place).

Named after the surgeon-pharmacist who in the late 18th century laid the foundations for the adding CO2 by creating soda water, the German premium brand offers an orange-colored Pink Grapefruit, which is both quite dry and beautifully bitter on the finish. However, its aroma, although authentic, is more reminiscent of yellow rather than pink citrus. Thus, while beautiful and sophisticated, it would only claim the top spot if we were talking about a «yellow grapefruit» tasting.

Tsiki Pink Grapefruit Soda. (1st place).

 The rebellious (Ka)Tsiki –goat in Greek- managed to climb to the first place of this tasting. Although its color is reminiscent of bubblegum and its intensity is medium, its truthfulness was great, coming closer to a real grapefruit than the competition. The CO2 is not excessive, with its sweetness bringing the profile closer to that of 3 Cents. Its flavor is persistent and is accompanied by a pleasant bitterness in the aftertaste.

Fruit Top Pink Grapefruit Fizzy Mixer (4th place).

 In terms of color, Fruit Top resembles Tsiki, while surpassing it in intensity but not in naturalness. Apart from the artificial sensation it gives, it also presented itself as the sweetest of the tasting, with the CO2 being less than ideal to achieve a nice balance. However, it is pleasant and playful, while its sweetness will be masked in preparations that include acidic ingredients. Furthermore—if a few cents of a euro make a difference to some—it offers top value…

Τ’ Αρμί του Καλλικράτη: 27 φουρκέτες για τον παράδεισο! /T’ Armi tou Kallikrati: 27 hairpin turns to paradise!

Photo: popi Wallick

For English scroll down…

Ο δρόμος για το χωριό Καλλικράτης Σφακίων θα έκανε κάθε φίλο της οδήγησης να γεμίσει αδρεναλίνη και να βάλει το διακόπτη του driving mode στο Sport! Και κάθε γυμνασμένο ποδηλάτη να νοιώσει την απόλυτη πρόκληση στα πόδια του και να αναζητήσει το 25αρι γρανάζι!

Όμως οι 27 τρομακτικές φουρκέτες που σε ανεβάζουν χωρίς ανάσα από τα 0 στα 750 μέτρα σε ελάχιστα χιλιόμετρα κάνουν και μια άλλη καρδιά να χτυπήσει δυνατά: αυτήν του λάτρη της αυθεντικής, σπουδαίας Κρητικής κουζίνας, αφού στο σχεδόν εγκαταλελειμμένο ιστορικό χωριό των Χανίων λειτουργεί (όλο το χρόνο μάλιστα) Τ’ Αρμί του Καλλικράτη. Μια ταβέρνα που αστράφτει από καθαριότητα, εκπλήσσει με την ποιότητα της πρώτης ύλης και μαγεύει με την rustic νοστιμιά του.

Αν και κατά την διαδρομή –αν βέβαια δεν έρθεις από τα Χανιά αλλά από τα νότια!- η απέραντη θέα του Λιβυκού πελάγους κόβει την ανάσα, προφανώς εδώ δεν θα φας ούτε καραβιδομακαρονάδα, ούτε sushi, ούτε γαρίδες τηγανισμένες σε πάνκο. Ευτυχώς, αφού η υπερχειλίζουσα από  αληθινή εσωτερική ευγένεια και γλύκα Μαρία Μανουσέλη αξιοποιεί ιδανικά τα αρμοερίφια του συζύγου της Αντρέα Γιάνναρη για να μας προσφέρει συγκλονιστικά πιάτα όπως  Τσιγαριαστό και Αρνί με Σταμναγκάθι. Βέβαια όταν η παρέα το επιτρέπει δεν δυσκολεύεται να ανεβάσει κατακόρυφα τις στροφές της γευστικής πληθωρικότητας αντικαθιστώντας το τελευταίο με πρόβεια μυζήθρα παραγωγής τους και παρασκευάζοντας (συνήθως κατόπιν παραγγελίας) αμαρτωλά Κοιλιδάκια.

Βέβαια πριν εμφανιστεί η Δίωξη Χοληστερινούχου Εγκλήματος η υπέροχη μαγείρισσα έχει προλάβει να «εξαφανίσει τα ίχνη» βάζοντας στο τραπέζι πιάτα απίθανης φινέτσας, όπως Καλιτσούνια με δαντελένιο φύλλο, σοφούς στο ξύδι Ασκορδουλάκους Τουρσί, τέλεια βρασμένα άγρια Χόρτα και παραδειγματικής ισορροπίας Χοχλιούς Μπουμπουριστούς.

Η πλειοψηφία των (νέο)Ελλήνων αρέσκεται να τρώει κρέας που να μην μυρίζει κρέας, τυρί που να μην μυρίζει γάλα και λαχανικά που δεν ξέρει καν τι σχήμα έχουν αφού τα έχει δει μόνο προ-κομμένα σε σακουλάκια. Επιπλέον με μεγάλη ευκολία ανταλλάσει πιάτα ύψιστης τοπικής γαστρονομικής παράδοσης με κάθε λογίς ξενόφερτα υλικά και συνταγές (συνήθως κακά εκτελεσμένες). Αν δεν ανήκετε σε αυτή την κατηγορία και παράλληλα βρίσκεστε στην δυτική Κρήτη Τ’ Αρμί του Καλλικράτη προσφέρει μια εμπειρία που κάνει σχεδόν όλα τα πολύ- προβεβλημένα εστιατόρια των πόλεων να φαντάζουν απλά θλιβερά…

Μια από τις κορυφαίες ταβέρνες που έχω επισκεφτεί ποτέ, ένας γαστρονομικός θησαυρός που αξίζει το κάθε χιλιόμετρο και την κάθε …φουρκέτα του!

Τ’ Αρμί του Καλλικράτη, Καλλικράτης Σφακίων, Χανιά, τηλ 6976512917.


The road to the village of Kallikratis in Sfakia would give any driving enthusiast an adrenaline rush and make them switch car’s driving mode to Sport! And it would make any fit cyclist feel the ultimate challenge in their legs, looking for that 25-tooth sprocket!

However, the 27 terrifying hairpin turns that take you breathless from 0 to 750 meters above sea level in just a few kilometers also make another heart beat fast: that of the lover of authentic, great Cretan cuisine, as in this nearly abandoned, historic village of Chania, T’ Armi tou Kallikrati operates all year round. It is a tavern that gleams with cleanliness, surprises with the quality of its raw ingredients, and enchants with its rustic deliciousness.

Although during the drive—provided you come from the south and not from Chania!—the endless view of the Libyan Sea takes your breath away, you obviously won’t eat langustine pasta, California sushi, or panko-fried shrimp here. Thankfully so, as Maria Manouseli, overflowing with true inner nobility and sweetness, perfectly utilizes the lambs and goats raised by her husband, Andreas Giannaris in works of gastronomic art. She offers us sensational dishes like slow-cooked Tsigariasto and Lamb with Stamnagathi. Of course, when the clientele allows it, she easily ramps up the culinary indulgence by replacing the latter with their own production of sheep’s myzithra cheese, or by preparing sinful Koilidakia (usually to order).

Of course, as the Cholesterol Crime Squad struggles to reach the village, the wonderful cook manages to «get rid of the evidence» by placing dishes of incredible finesse on the table. These include Kalitsounia with lace-like pastry, perfect pickled Askordoulakoi (wild bulb onions) in vinegar, flawlessly boiled wild greens, and exemplary balanced Chochlioi Boumbouristoi (pan-fried snails).

The majority of (modern) Greeks prefer to eat meat that doesn’t smell like meat, cheese that doesn’t smell like milk and vegetables whose actual shape they don’t even know since they have only seen them pre-cut in bags. Furthermore, they easily exchange dishes of the highest local culinary tradition for all kinds of foreign ingredients and recipes (usually poorly executed). If you do not belong to this category and happen to be in western Crete, T’ Armi tou Kallikrati offers an experience that makes almost any highly-promoted city restaurant seem simply dismal…

One of the top taverns I have ever visited, a gastronomic treasure that is worth every single kilometer and … pairpin!

T’ Armi tou Kallikrati, Kallikratis Sfakia, Chania, tel: +30 6976512917.

Χρονικό Οινοκριτικής #72: Ρούβαλης, Τσιγκέλω 2024/ Wine Critic Chronicle #72: Rouvalis Tsigello 2024.

For English text scroll down…

Βαθμολογία: * * *

Η Μαυροδάφνη μπορεί για χρόνια να συνέδεσε το όνομά της με τα γλυκά κρασιά, ωστόσο τα τελευταία χρόνια η ποικιλία της βόρειας Πελοποννήσου και των Ιονίων καταπλήσσει και με στις ξηρές εκφράσεις της.

Μια από τις κορυφαίες ετικέτες αυτής της επανασύστασης του φοβερού σταφυλιού αποτελεί το Τσιγκέλω του ιστορικού οινοποιείου Ρούβαλη. Προερχόμενη από τον ομώνυμο ποιοτικό κλώνο, η cuvee αυτή συλλέγεται από ορεινούς αμπελώνες της Αιγιάλειας και ωριμάζει για λίγους μήνες (5-6) σε αμφορείς.

Το χρώμα του κρασιού είναι ένα πορφυρό που μόλις αρχίζει να «σπάει» ενώ το σχετικά πυκνό και εκφραστικό άρωμα κινείται προς την φρουτώδη (αγριοκέρασο) και λουλουδάτη παρά προς την βοτανική και ζωική πλευρά της ποικιλίας.

Το ίδιο ισχύει και με το στόμα όπου το μεγάλο υψόμετρο και ο πηλός βάζουν την σφραγίδα τους προσδίδοντας στο κρασί αρκετά ελαφρύ σώμα, υψηλή οξύτητα και μαλακές τανίνες.

 Το τελείωμα βέβαια είναι αρκετά επίμονο και διαθέτει τον χαρακτηριστικό αιμάτινο χαρακτήρα, ιδιαίτερα αν σερβιριστεί στους κρύους 12-14οC βαθμούς και το Riedel Vinum Syrah. Το ελαφρύ του πάτημα το καθιστά ιδανικό για λευκά κρέατα μαγειρεμένα με ντομάτα αλλά και καλοκαιρινά πιάτα λαχανικών (μπριάμ, γεμιστά).

Γοητευτικό σήμερα αλλά και ικανό για μεγαλύτερη πολυπλοκότητα σε 3-5 χρόνια, το Τσιγκέλω πιστοποιεί τη στόφα της Μαυροδάφνης, αλλά και το ξεχωριστό δυναμικό του terroir από το οποίο προέρχεται. Ένα γοητευτικό ερυθρό!


Score: * * *

Mavrodaphne may have been linked to sweet wines for years, but recently this Northern Peloponnese and Ionian variety has been stunning wine lovers with its dry expressions.

One of the top labels in this incredible grape’s reintroduction is Tsigello, released by the historic Rouvalis Winery. Produced from the high-quality clone of the same name, this cuvée is harvested from the mountainous vineyards of Aigialeia and matures for a few months (5-6) in amphora.

The wine features a purple color that is just beginning to evolve, while its relatively dense and expressive bouquet leans toward fruity (wild cherry) and floral notes rather than the herbal and gamay side of the variety.

The same character carries over to the palate, where the high altitude and clay containers leave their mark, giving the wine a fairly light body, high acidity, and soft tannins.

The finish is quite persistent and boasts a characteristic “bloody” character, especially when served chilled at 12-14°C in a Riedel Vinum Syrah glass. Its light footprint makes it an ideal pairing for white meats cooked in tomato sauce, as well as summer vegetable dishes like ratatouille and stuffed vegetables.

Charming today but capable of developing greater complexity over the next 3-5 years, Tsigello certifies the fine pedigree of Mavrodaphne and the exceptional potential of its terroir. An alluring red!

Iodio Restaurant, εξαργυρώνοντας αστέρια…/Iodio Restaurant, redeeming stars…

«Something like Clean Monday» (photo Popi Wallick)

For English text scroll down…

99 στις 100 φορές δυσκολεύομαι ιδιαίτερα να καταλάβω τον θόρυβο που κάνουν κάποια εστιατόρια στην γαστρονομική σκηνή της Αθήνας και σίγουρα το Iodio είναι ένα από αυτά. Έτσι και αλλιώς δεν είχα φάει καλά ούτε στο βραβευμένο με δύο αστέρια Michelin Funky Gourmet,  οπότε η υπογραφή της Γεωργίαννας Χιλιαδάκη που έχει μπει στο ψαροφαγικό εστιατόριο του Κολωνακίου μάλλον αφαιρούμενη παρά προστιθέμενη αξία εκφράζει για μένα. Ωστόσο ακόμα και σε ένα εστιατόριο που ευαγγελίζεται την απλότητα και την νοσταλγική διάθεση θα περίμενα να δω κάποια ψήγματα δημιουργικότητας ή κάποια αίσθηση φινέτσας, ενώ θα θεωρούσα την γευστική ισορροπία εκ των ουκ άνευ.

Από όλα τα παραπάνω μόνο τα Γιουβαρλάκια Σφυρίδας Ταρτάρ προσέφεραν την ίντριγκα, και αυτό αφού ήταν καλυμμένα με ένα λεπτό φύλλο ρυζιού. Βέβαια ήταν ιδιαίτερα ανάλατα και αρκετά άνοστα, ενώ το ίδιο ίσχυε και για την ωμή, λεπτοκομμένη εκδοχή του ψαριού που σε κάνει να αναπολείς αμέτρητες καλύτερες εκδοχές.

Πάντως το αλάτι που έλειπε από τα παραπάνω πιάτα μάλλον είχε πέσει στην σχεδόν μη βρώσιμη ταραμοσαλάτα (που έφερε την ονομασία Κάτι σαν Καθαρά Δευτέρα και ήταν διακοσμημένη με λίγα flakes παλαμίδας) και στα βαριά «Σουτζουκάκια» Φρέσκου Τόνου, την γεύση του  οποίου η ασχετοσύνη του υπογράφοντα δεν μπόρεσε να ανιχνεύσει κάτω από τα κυριαρχικό κύμινο ούτε όταν ενημερώθηκε για την ύπαρξή του!

Grouper «Giouvarlaki” Tartar (photo Popi Wallick)

Προφανώς το να σερβίρεις με περηφάνια μια Ντομάτα ροδέλα με λίγη κάπαρη, ελιά και λάδι θα προϋπέθετε ότι τουλάχιστον η ντομάτα θα έπρεπε να είναι συγκλονιστική, κάτι που σίγουρα δεν ίσχυε. Όσο για την Spanakopizza, το γεγονός ότι την έφαγε ο Adrien Brody προσφάτως είμαι σίγουρος ότι για πολλούς θα βαραίνει περισσότερο από το γεγονός ότι η ζύμη δεν κοβόταν και η ποσότητα της φέτας ήταν υπερβολική.

Αντίθετα η  Μανιάτικη calamarata με Αυγοτάραχο Μεσολογγίου ήταν ένα πολύ καλό πιάτο ενώ η νοστιμιά και η φρεσκάδα της Στήρας Bianco ήταν υπεράνω κριτικής. Το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί και Iodio Signature παγωτό φιστίκι, το οποίο όμως υπέστη ένα show off προσθήκης αχρείαστων υλικών που και υποβίβασαν την εξαιρετική γεύση του  και το έφεραν στο κουτάλι σχεδόν λειωμένο! Το “Chicago” στο Κολωνάκι, σερβιρισμένο σε ένα χάρτινο κυπελλάκι Έβγα,  εξηγεί τη φήμη του: μια (προφανώς) νόστιμη πλην βαριά και αφινέτσωτη σοκολατένια βόμβα που θα αρέσει σε 10482485 Έλληνες (τελευταία επίσημη απογραφή 10482486 άτομα)…

Υπάρχουν πολλά μέρη που θα φας την κουζίνα του είδους: στη μισή και κάτω τιμή ο Πεζούλας, λίγο ακριβότερη η Coocoovaya, πολύ ακριβότερο το Mylos. Όλα τους απείρως καλύτερα και με απείρως λιγότερο τουπεδάκι. Βέβαια το τελευταίο είναι βασικό συστατικό ενός καθρέπτη για ιθαγενείς…

Iodio Restaurant, Λουκιανού 36, Κολωνάκι, Αθήνα, 213 0263656.


99 out of 100 times, I find it particularly difficult to understand the hype surrounding certain restaurants in the Athens culinary scene, and Iodio is definitely one of them. In any case, I hadn’t had a good experience at the 2 Michelin-starred Funky Gourmet either, so Georgianna Chiliadaki’s signature on this Kolonaki seafood restaurant represents a subtractive rather than an additive value for me.

However, even in a restaurant that preaches simplicity and a nostalgic mood, I would expect to see some glimpses of creativity or a sense of finesse, while balance should be a sine qua non. Unfortunately, only the  Grouper «Giouvarlaki” Tartar offered some intrigue, and that was only because they were wrapped in a thin sheet of rice paper. However, they were remarkably under-salted and quite bland, and the same applied to the raw, thinly sliced version of the same fish, which makes you reminisce about countless better versions.

On the other hand, the salt missing from the aforementioned dishes seemed to have fallen into the almost inedible Taramosalata (cleverly named «Something like Clean Monday» and garnished with a few bonito flakes) and into the heavy Fresh Tuna «Soutzoukakia»—the flavor of which the reviewer’s incompetence failed to detect under the dominant tomato sauce and cumin, even after being informed of its existence!

Fresh Tuna «Soutzoukakia» (photo Popi Wallick)

Obviously, serving a sliced tomato with a few capers, olives, and olive oil with pride would prerequisite that the tomato itself is absolutely spectacular, which was certainly not the case. As for the Spanakopizza, the fact that Adrien Brody ate it recently will, I am sure, carry more weight for many than the fact that the dough wouldn’t cut and the amount of feta was excessive.

Conversely, the Maniatiki calamarata with Bottarga was a very good dish, while the deliciousness and freshness of the Catch of the day  Bianco (a Golden Grouper) was beyond criticism. The same could be said for Iodio’s signature pistachio ice cream, which, however, suffered from a show-off addition of unnecessary ingredients that both downgraded its excellent flavor and brought it to the spoon almost melted!

The “Chicago” in Kolonaki, served in an Evga paper cup, explains its reputation: an (obviously) tasty yet heavy and unrefined chocolate bomb that will appeal to 10,482,485 Greeks (latest official census: 10,482,486 people)…

There are plenty of places where you can eat this type of cuisine: Pezoulas at less than half the price, Cookoovaya slightly more expensive, and Milos much more expensive. All of them are infinitely better and with infinitely less “attitude”. Then again, the latter is a staple ingredient for a «mirror targeting the natives»…

Iodio Restaurant, Loukianou 36, Kolonaki, Athens, 213 0263656.

Χρονικό Οινοκριτικής #71: Διαμαντάκης, Prinos Λευκός 2025/ Wine Critic Chronicle #71: Diamantakis Winery, Prinos White 2025

For English text scroll down…

Βαθμολογία: * * ½

Η αναγέννηση του Κρητικού κρασιού είναι αδιαμφισβήτητη, με εκατοντάδες εξαιρετικά κρασιά και από τους 4 νομούς να έρχονται για να το επιβεβαιώσουν. Το οινοποιείο της οικογένειας Διαμαντάκη έχει συμβάλει όσο λίγα στην οινική καταξίωση του νησιού, αφού ο παραγωγός από τους Κάτω Ασίτες Ηρακλείου καταφέρνει να συνδυάζει ποιότητα, συνέπεια και εντυπωσιακό value.

Το τελευταία μάλιστα «χτυπά κόκκινο» στην περίπτωση της σειράς Prinos, το λευκό μέλος της οποίας είναι ένα ισόποσο blend των ποικιλιών Malvasia di Cantia και Chardonnay.

Αμφότερες οι ποικιλίες δεν φημίζονται ούτε για το ζωντανό χρώμα τους ούτε για την εκρηκτική μύτη, το λευκό Prinos ωστόσο διαθέτει νεαρό πρασινοκίτρινο χρώμα και σχετικά γενναιόδωρο άρωμα κίτρινων φρούτων, μπανάνας, πεπονιού και κατιφέ.

Στο στόμα το ηρακλειώτικο αυτό κρασί προτάσσει την ισορροπία παρά την σπιρτάδα. Παρόλο που μετρά 13,5% αλκοόλ δίνει μια αρκετά ελαφροπάτητη αίσθηση, αν και στο τέλος αφήνει λίγο εκτεθειμένο το οινόπνευμα την στιγμή μάλιστα που και το flavor δεν είναι έντονο.

To Stolzle Quatrophil White και το σερβίρισμα στους 8-10οC ενισχύουν την ζωντάνια, ενώ το επιτυχημένο pairing θα έρθει πλάι σε τηγανιτά ορεκτικά και πράσινες, καλοκαιρινές σαλάτες.

Αν και το λευκό Prinos δεν ακολουθεί την συνήθη πρακτική των εισαγωγικών λευκών που τα θέλει να έχουν άγουρο και λεμονάτο στυλ, χαρίζει την στρογγυλάδα του με φρεσκάδα και πεντακάθαρο τρόπο. Μια ακόμα αξιόλογη κυκλοφορία από τον Ζαχαρία Διαμαντάκη.


Score: * * ½

The renaissance of Cretan wine is undeniable, with hundreds of excellent wines from all four prefectures arriving to confirm it. The Diamantakis family winery has contributed as few others have to the island’s wine recognition, as the producer from Kato Asites, Heraklion manages to combine quality, consistency and impressive value for money.

The latter is even more evident in the case of the Prinos range, the white member of which is an equal blend of Malvasia di Candia and Chardonnay. Although both varieties are renowned neither for their vibrant color nor for their explosive nose, the white Prinos boasts a vibrant greenish-yellow color and a relatively generous aroma of yellow fruits, banana, melon, and marigold.

On the palate, this Heraklion wine prioritizes balance over crispness. Despite the fact that it measures 13.5% alcohol it gives a fairly light-footed sensation, though at the finish it leaves the alcohol slightly exposed, especially since the flavor intensity is not high.

The Stolzle Quatrophil White glass and a serving temperature of 8–10°C enhance its vibrancy, while a successful pairing will come alongside fried appetizers and green, summer salads. Although the white Prinos does not follow the usual practice of entry-level whites that favors an unripe and lemony style, it delivers its roundness with freshness and  clarity. Another noteworthy release from Zacharias Diamantakis.

El Danubio Caturra, the dark side of the (coffee) moon…

For English text scroll down…

Βαθμολογία: Εσπρέσο  * *   Φίλτρο * * *

Κάθε καφές από την Κολομβία αποτελεί μια ποιοτική εγγύηση, ιδιαίτερα αν ανήκει στην κατηγορία specialty. Η χώρα της λατινικής Αμερικής συνδυάζει ποσότητα και ποιότητα με τρόπο παγκοσμίως μοναδικό, προσφέροντας σπουδαία lot με βελούδινο χαρακτήρα.

Η El Danubio είναι μια από τις υψηλού δυναμικού φάρμες της κοιλάδας Cauca, ενός εξαιρετικού terroir που βρίσκεται στην δυτική ακτή και χαρακτηρίζεται από τα ηφαιστειογενή εδάφη και τα υψηλά υψόμετρα. Για το lot αυτό ο παραγωγός έχει επιλέξει την κλασσική ποικιλία Caturra από δέντρα που βρίσκονται έως και τα 1850 μέτρα, ενώ οι κόκκοι έχουν επεξεργαστεί με την υγρή μέθοδο.

Ενώ τα παραπάνω υπόσχονται πολλές συγκινήσεις, δυστυχώς το έντονο καβούρντισμα δεν σε αφήνει να τις βιώσεις. Αυτό γίνεται φανερό «επί τη εμφανίσει» αφού τα σπυριά χαρακτηρίζονται από ένα βαθύ καφέ χρώμα ενώ, μοιραία, η  μύτη δεν διαθέτει την τυπική ευγένεια της Κολομβίας. Βέβαια το άρωμα είναι πυκνό ωστόσο κυριαρχείται από νότες δαμάσκηνου, πικρής σοκολάτας και καμένου ψωμιού ενώ δεν λείπουν και κάποιες μνήμες εστραγκόν.

Η Elektra μου φημίζεται για την ικανότητάς της να προσφέρει καφέδες που στερούνται πίκρας έστω και αν έχουν γίνει σοβαρά λάθη στο κόψιμο, τη δοσολογία ή την εκχύλιση. Ωστόσο εδώ, ακόμα και με τέλειες παρασκευές, δεν κατάφερε να σώσει το φλιτζάνι, το οποίο κατά τα άλλα διαθέτει πλούσιο σώμα και flavor μαύρου μούρου.

Περιέργως, ο El Danubio είναι λίγο καλύτερος στο brew, ιδιαίτερα αν φτιαχτεί με το flat bottom Kalita και την μέθοδο του George Howell. Σε αυτή την περίπτωση η πικρή αίσθηση υποχωρεί αισθητά ενώ στο άρωμα στόματος κάνουν την εμφάνισή τους νότες τσαγιού Assam.

Δυστυχώς το υπερβολικό καβούρντισμα μάλλον αδικεί αυτόν τον καφέ  που όχι μόνο θα ήταν ξεχωριστός ποιοτικά αλλά και εντυπωσιακός τιμολογιακά. Αν πάντως είστε οπαδοί του “black is the color”, τότε μπορείτε να του δώσετε μια ευκαιρία…

Ο El Danubio είναι μια δημιουργία των Kawa Coffees (210 9235002). Ενδ.τιμή 10,45€/250gr, 41,80€/kg.


Score: Espresso * *   Brew * * *

Every Colombian coffee provides a quality guarantee, especially if it belongs to the specialty category. The Latin American country combines quantity and quality in a globally unique way, offering great lots with a velvety character.

El Danubio is one of the high-potential farms in the Cauca Valley, an exceptional terroir located on the west coast, characterized by volcanic soils and high altitudes. For this lot, the producer has chosen the classic Caturra variety from trees located up to 1850 meters, while the beans have been processed using the washed method.

While the above promise many thrills, unfortunately, the dark roast does not allow you to experience them. This becomes apparent «on sight» since the beans are characterized by an almost black color while, inevitably, the nose lacks the typical elegance of Colombia. Granted, the aroma is dense, however, it is dominated by notes of plum, bitter chocolate, and burnt bread, while some hints of tarragon are also present.

My Elektra is famous for its ability to deliver coffees that lack bitterness, even if serious mistakes have been made in the grind, dosage, or extraction. However, here, even with perfect preparations, it failed to save the cup, which otherwise features a rich body and black berry flavor.

Surprisingly, El Danubio is a bit better in brew, especially if made with the flat-bottom Kalita and the George Howell method. In this case, the bitter sensation recedes significantly, while notes of Assam tea make their appearance in the flavor.

Unfortunately, the excessive roasting rather does injustice to this coffee, which would otherwise be not only unique in quality but also impressive in value. However, if you are a fan of «black is the color», then you can give it a chance…

El Danubio is a Kawa Coffees  (210 9235002) creation. Est. Price 10,45€/250gr, 41,80€/kg.

Copenhagen Sparkling Tea Company, η νοστιμότερη έκφραση του 0%!/ Copenhagen Sparkling Tea Company: The most tasteful expression of 0%!

For English text scroll down…

Δεν νομίζω ότι υπάρχει μεγαλύτερος πολέμιος της Low φιλοσοφίας από μένα. Εκτός της ισχυρής πεποίθησής μου ότι πρέπει κανείς να τρώει και να πίνει τα πάντα αλλά με μέτρο, προκύπτουν και θέματα γεύσης. Θέματα που τα προϊόντα που έχουν κάτι …χαμηλότερο από «κανονικό» σχεδόν πάντα αδυνατούν να λύσουν.

Η κατηγορία των κρασιών μηδενικού αλκοόλ δεν αποτελεί εξαίρεση, αφού ακόμα και οι κορυφαίοι εκπρόσωποι του είδους χαρακτηρίζονται από δύο μεγάλες αδυναμίες: το πολύ σύντομο flavor και μια «τεχνιτή» διάσταση στη μύτη που δίνει την εντύπωση ότι τα αρώματα δεν είναι φυσικά αλλά έχουν δημιουργηθεί σε κάποια βιομηχανία σαμπουάν!

Να όμως που το 0% μπορεί να είναι εντυπωσιακό, έστω και αν ως πρώτη ύλη δεν έχει το σταφύλι αλλά το τσάι και άλλα αρωματικά λουλούδια και βότανα. Η Copenhagen Sparkling Tea Company αποτελεί δημιούργημα των Jakob Kocemba και Bo Sten Hansen, με όλα να ξεκινούν το 2010 όταν ο πρώτος –sommelier στο αστεράτο Herman της Κοπεγχάγης- δεν μπορούσε να βρει ένα κρασί που να ταιριάζει ιδανικά με ένα πιάτο . Αναζητώντας το τέλειο pairing μέσα από το blending εκλεκτών τσαγιών έθεσε τις βάσεις για τα αφρώδη προϊόντα της CSTC.

Προσωπικά θεωρώ ότι τα παραπάνω είναι μέρος ενός εύστοχου story telling, αφού είμαι πεπεισμένος ότι δεν υπάρχει πιάτο στον κόσμο που να μην μπορεί να συνδυαστεί τέλεια με κάποιο κρασί. Ωστόσο αυτό διόλου δεν με χαλάει, αφού και οι 3 ετικέτες από την συλλογή της –όλες με 0% αλκοόλ- είναι υπέροχες! Με τα εκλεκτότερα τσάγια να επιλέγονται από κορυφαίες περιοχές της Ασίας αλλά και το CO2 να προστίθεται σε 3 στάδια δημιουργώντας απίστευτης λεπτότητας, έντασης και επιμονής φυσαλίδες, τα αφρώδη αυτά τσάγια εντυπωσιάζουν εξίσου με την ένταση των αρωμάτων και με την απρόσμενη δύναμη και ένταση του flavor.

Ιδανικό για γνωριμία με την φιλοσοφία της CSTC αποτελεί το Bla, του οποίου η ετικέτα αναφέρει σαν βασικά συστατικά του το γιασεμί, το άσπρο τσάι και το Darjeeling. Όπως και οι άλλες cuvee, έτσι και το Μπλε καυχιέται για υψηλή πίεση 5bar, νούμερο που το φέρνει λίγο κάτω από μια Σαμπάνια. Το χρυσό χρώμα τονίζει τις υπέροχες φυσαλίδες αλλά και «φτιάχνει διάθεση» για το μπουκέτο μελιού, βερίκοκου, γιασεμιού και βοτανικότητας. Το στόμα είναι ελαφρύ και κατάξηρο, με το μελισσόχορτο να προστίθεται στο flavor και το μαύρο τσάι να προσδίδει λίγες τανίνες στο τελείωμα.

Από την άλλη το Lysegron προβάλει το κίτρο, το πράσινο τσάι και το Sencha σε ένα αντίστοιχου χρώματος σύνολο. Πυκνό και εκρηκτικό στα αρώματα μελιού, χαμομηλιού και λουίζας, δεν διαθέτει την στυφάδα του Bla. Όμως δίνει ανάλογα κατάξηρη αίσθηση παρόλο που μετρά 40gr/lt σακχάρων!

Η σκυτάλη της τελευταίας αλλαγής περνά από το Ελαφρύ Πράσινο στο Lyserod, που όπως υποδηλώνει και το όνομά του είναι ροζέ. Το πιο ξηρό κρασί της τριάδας διαθέτει σκούρο χρώμα κρεμμυδόφλουδας ενώ έχει σαν βασικά υλικά του χαρμανιού το περίφημο λευκό τσάι Silver Niddle, το Oolong και τον ιβίσκο. Το άρωμα συνδυάζει μοναδικά ανθώδη στοιχεία με πιο βαρύ χαρακτήρα κηρύθρας και πελτέ ντομάτας, ενώ η επίγευσή του είναι λίγο πιο σύντομη. Όμως η αδυναμία του αυτή γίνεται εμφανής μόνο μετά από την συγκριτική δοκιμή του με τα απίθανα Bla και Lysegron!

Η φινέτσα και η εκρηκτικότητα των δημιουργιών της Copenhagen Sparkling Tea Company τα καθιστά υπέροχα ως απεριτίφ. Όμως το επίμονο flavor που διαθέτουν παρά την απουσία οινοπνεύματος τα κάνει να μπορούν να σταθούν άνετα πλάι ακόμα και σε σχετικά πλούσια φαγητά. Κάτι που είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω στην πράξη και το οποίο σίγουρα εξηγεί την παρουσία τους σε 45 χώρες αλλά και σε περισσότερες από 80 λίστες κορυφαίων εστιατορίων βραβευμένων  με αστέρια Michelin.  

Φαίνεται τελικά ότι το 0% μπορεί να είναι 100% πειστικό και επιτυχημένο…

Τα προϊόντα της Copenhagen Sparkling Tea Company εισάγονται από την Δυναμική (211 8802000).


I don’t think there is a bigger opponent of the «Low» philosophy than me. Besides my strong conviction that one should eat and drink everything but in moderation, taste issues also arise. Issues that products featuring something «lower» than the «normal» almost always fail to solve.

The zero-alcohol wine category is no exception, as even the leading representatives of the genre are characterized by two major weaknesses: a very short flavor and a «synthetic» dimension on the nose, which gives the impression that the aromas are not natural but rather created in some shampoo factory!

Yet, here is proof that 0% can be impressive, even if the raw material is not grapes, but tea and other aromatic flowers and herbs. The Copenhagen Sparkling Tea Company is the creation of Jakob Kocemba and Bo Sten Hansen. It all began in 2010 when the former—a sommelier at the Michelin-starred Herman in Copenhagen—could not find a wine to pair ideally with a specific dish. Seeking the perfect pairing through the blending of fine teas, he laid the foundation for CSTC’s sparkling products.

Personally, I consider the above to be part of a clever storytelling strategy, as I am convinced that there is no dish in the world that cannot be perfectly paired with some wine. However, this does not bother me at all, since the 3 labels from its collection that I tasted—all with 0% alcohol—are wonderful! With the finest teas selected from top regions in Asia, and the CO2 added in 3 stages to create bubbles of incredible subtlety and persistence, these sparkling teas impress equally with the intensity of their aromas and the unexpected power and depth of their flavor.

An ideal introduction to the philosophy of the CSTC is Bla, whose label lists jasmine, white tea, and Darjeeling as its base ingredients. Like the other cuvees, Blue boasts a high pressure of 5 bar, a number that places it just slightly below that of Champagne. Its golden color highlights the wonderful effervescent and sets the mood for a bouquet of honey, apricot, jasmine, and herbs. On the palate, it is light and bone-dry, with lemongrass adding to the flavor and black tea lending a slightly tannic finish.

On the other hand, Lysegron showcases citrus, green tea, and Sencha in a similarly colored profile. Dense and explosive with aromas of honey, chamomile, and lemon verbena, it lacks the astringency of Bla. However, it delivers an equally bone-dry sensation, despite measuring 40g/l of residual sugar!

The baton for the final transition passes from Light Green to Lyserod, which, as its name suggests, is a rosé sparkler. The driest of the trio features a dark onion-skin color, while its blend relies on the famous Silver Needle white tea, Oolong, and hibiscus. The aroma uniquely combines floral elements with a heavier character of honeycomb and tomato paste, while its aftertaste is slightly shorter. Yet, this weakness only becomes apparent after a comparative tasting with the incredible Bla and Lysegron!

The finesse and explosiveness of the Copenhagen Sparkling Tea Company’s creations make them wonderful as apéritifs. However, the persistent flavor they possess despite the absence of alcohol allows them to easily stand alongside even relatively rich dishes. This is something I had the opportunity to experience in practice, and it certainly explains their presence in 45 countries as well as on more than 80 wine lists of top Michelin-starred restaurants.

It turns out that 0% can ultimately be 100% convincing and successful…

Copenhagen Sparkling Tea Company products are imported by Dynamiki (211 8802000).

Karmen Estate Caturra: ναι, υπάρχει προσιτός Παναμάς και είναι και σπουδαίος! / Karmen Estate Caturra: yep, affordable Panama exists and it’s actually amazing!

For English text scroll down…

Βαθμολογία: Espresso * * * * ½  Brew * * * * ½

Οι καφέδες του Παναμά είναι αναμφισβήτητα κορυφαίοι, το ίδιο όμως ισχύει και για τις τιμές τους. Προφανώς κάποιος θα ισχυριστεί ότι το καλό πράμα είναι ακριβό, ωστόσο πιστεύω ότι ο τρομακτικός θόρυβος γύρω από την Geisha –ποικιλία πάνω στην οποία η χώρα έχτισε το status της- και η άνευ ταβανιού τιμολόγησή της συμπαρέσυραν όλους τους καφέδες της. Να όμως που όχι μόνο υπάρχουν εξαιρέσεις αλλά είναι και υπέρλαμπρες!

Το lot αυτό από την εξαιρετική, ιστορική φάρμα Karmen προέρχεται από την μυθική ηφαιστειογενή κοιλάδα Volcan, που βρίσκεται στην επαρχία Chiriqui σκαρφαλωμένη στα 1800 μέτρα. Προφανώς δεν πρόκειται για μια Geisha αλλά για μια 100% Caturra, η κόκκοι της οποίας είναι επεξεργασμένοι με την υγρή μέθοδο.

Δεν ξέρω αν η πολύ μεγάλη ηλικία των δέντρων ή το μοναδικό terroir της περιοχής ευθύνονται για το μεγαλείο αυτού του καφέ, που προσφέρει μια πυκνή μύτη γεμάτη εσπεριδοειδή, κίτρινα φρούτα και μπαχαρικά. Αν και αρκετά πλούσιος, διαθέτει μια τρομακτική οξύτητα που του επιτρέπει να παραμείνει δροσερός, αιθέριος και εξαιρετικά επίμονος στην επίγευση.

Το ίδιο εντυπωσιακά είναι τα πράγματα και στην περίπτωση του φίλτρου, με τον Karmen να προτιμεί όπως και οι περισσότεροι καφέδες της χώρας την κλασματική εκχύλιση του George Howell στο επίπεδου πάτου φίλτρο της Kalita. Στο brew έφερε κάποιες πρόσθετες νότες φουντουκιού και γκοφρέτας χωρίς να χάσει στάλα από την αριστοκρατικότητά του.

Δυστυχώς για να απολαύσω αλλά και να αξιολογήσω έναν καφέ χρειάζομαι τουλάχιστον μισό κιλό, γεγονός που καθιστά αδύνατη την προμήθεια καφέδων επιπέδου competition, τουλάχιστον μέχρι να βρω έναν χορηγό! Με αυτό δεδομένο, ο πλυμένος αυτός καφές του Karmen Estate είναι ένας από τους καλύτερους (συνολικά) καφέδες που έχω δοκιμάσει. Αν και δεν προσφέρει εφήμερο εντυπωσιασμό  όπως κάποιοι άλλοι, προτάσσει την ισορροπία, την ουσία αλλά και την αδιαφορία απέναντι στον τρόπο παρασκευής μεγαλουργώντας εξίσου στον espresso όσο και στο brew.

Το 2023 ένα lot του Karmen Estate έσπασε το ρεκόρ τιμής καφέ σε δημοπρασία ξεπερνώντας τα 10000$/ kg! Εμείς με 55,20 σίγουρα δεν θα κάνουμε καθόλου πολλές εκπτώσεις, ενώ με τα υπόλοιπα 99945 θα μπορέσουμε να πραγματοποιήσουμε και 1-2 ταξιδάκια στον Παναμά για να δούμε πως παράγονται αυτά τα αριστουργήματα από κοντά!

Ο Karmen Estate είναι μια δημιουργία των Samba Coffee Roasters (210 5745786). Ενδ.τιμή 13,80€/ 250gr, 55,20€/kg. 


Score: Espresso * * * * ½  Brew * * * * ½

Panama’s coffees are undeniably top-tier, but the same goes for their prices. Obviously, one might argue that good quality comes at a high cost. However, I believe that the terrifying hype surrounding Geisha—the variety upon which the country built its status—and its ceiling-free pricing dragged all of its coffees along with it. Yet, here is proof that exceptions not only exist but are also absolutely brilliant!

This lot from the exceptional, historic Karmen farm comes from the high altitude (1800m) Volcan Valley, located in the Chiriqui province. Obviously, this is not a Geisha but a 100% Caturra, whose beans are processed using the washed method.

I do not know whether the very old age of the trees or the unique terroir of the region is responsible for the greatness of this coffee, which offers a dense nose full of citrus, yellow fruits, and spices. Although quite rich, it possesses a striking acidity that allows it to remain refreshing, ethereal, and exceptionally persistent in the aftertaste.

Things are equally impressive in the case of brewing. Just like most coffees from this country, the Karmen profile suits best the George Howell’s fractional extraction method using a flat-bottom Kalita filter. In the brew, it brought some additional notes of hazelnut and wafer without losing a single drop of its nobility.

Unfortunately, to enjoy and properly evaluate a coffee I need at least half a kilo. This fact makes acquiring competition-level coffees impossible—at least until I find a sponsor! With that in mind, this washed coffee from the Karmen Estate is one of the best coffees (overall) I have ever tasted. Although it does not offer the short –term initial “wow” factor of others, it prioritizes balance, substance, and versatility regarding the brewing method, performing equally magnificently in espresso and brew preparations.

In 2023, a lot from Karmen Estate  broke the coffee auction price record, exceeding $10,000/kg! For our part, spending €55.20 means we certainly won’t be making many compromises at all, while with the remaining €99,945 we will be able to take 1 or 2 small trips to Panama to observe how these masterpieces are produced in situ!

Karmen Estate is a Samba Coffee Roasters (210 5745786) creation. Est. Price 13,80€/ 250gr, 55,20€/kg. 

Joseph Drouhin, Laforet Pinot Noir 2011, ή αλλιώς «η ημιμάθεια είναι χειρότερη από την αμάθεια»…/ Joseph Drouhin, Laforêt Pinot Noir 2011, or in other words: ‘a little knowledge is a dangerous thing’…

For English taxt scroll down…

Ο οίκος Joseph Drouhin είναι ένας έμπορος που παράγει κόκκινα νεράκια, η Βουργουνδία δεν παλαιώνει, γιατί να πιώ μια Βουργουνδία της πλάκας όταν με τα ίδια λεφτά μπορώ να αγοράσω μια κρασάρα από τον Νέο Κόσμο…

Έχω μαλώσει πολλές φορές για όλα τα παραπάνω, αφού πιστεύω ότι ο Drouhin είναι ένας σπουδαίος παραγωγός –ο οποίος μάλιστα ίσως να είναι και ο μεγαλύτερος ιδιοκτήτης γης στην περιοχή!- ότι η φρεσκάδα και η οξύτητα είναι τα βασικά εφόδια για την παλαίωση αλλά και ότι ακόμα και μια απλή Βουργουνδία είναι ηδονιστική, αρκεί να σερβιριστεί κρύα και σε γενναιόδωρη ποσότητα σε ένα ποτήρι για Pinot Noir. Όμως ακόμα και εγώ δεν ήμουν προετοιμασμένος για αυτό που έμελε να μου αποκαλύψει  μια φιάλη του  ερυθρού  Laforet από την εσοδεία του 2011!  

Το Laforet είναι η βασικότερη από τις τουλάχιστον 50(!!) ερυθρές ετικέτες του εμβληματικού Βουργουνδού, την οποία δημιούργησε ο Robert Drouhin κατά την δεκαετία του ’70. Όπως υποδηλώνει και το όνομά του προέρχεται από αμπελώνες που βρίσκονται στα …ψηλά της ζώνης, κοντά στα δάση της περιοχής που ξεκινούν εκεί που τελειώνουν τα αμπέλια. Παρόλο το ταπεινό της status δεν ωριμάζει σε δεξαμενή αλλά σε μεταχειρισμένα (και λίγα νέα) βαρέλια, στα οποία και παραμένει περί τον ένα χρόνο.

Δεν βασίζομαι ποτέ στις εκτιμήσεις των παραγωγών περί της παλαίωσης των κρασιών τους, γιατί άλλοτε υπερεκτιμούν υπερβολικά τα πράγματα και άλλοτε αποδεικνύονται ιδιαίτερα φειδωλοί, αφού συνήθως «βάζουν» τα χρόνια με βάση την τιμή. Δεν θα πω αν τα 5 χρόνια που έδινε ο παραγωγός μου φαίνονταν λίγα, όμως τα 16 σίγουρα δεν μου άφηναν σχεδόν κανένα περιθώριο για αισιοδοξία. Όμως το πωματισμένο σε βιδωτό πώμα Laforet του 2011 διέλυσε κάθε αμφιβολία μου αφού όχι μόνο μόλις που είχε αρχίσει να παρουσιάζει κάποιες καφετιές ανταύγειες στο ποτήρι αλλά διέθετε και ένα αρκετά πυκνό και γεμάτο φρεσκάδα μπουκέτο. Εντάξει, στην αρχή ήταν λίγο γήινο, όμως μετά από 3-4 λεπτά στο ποτήρι  απαλλασσόταν από τα αρώματα των βρεγμένων φύλλων και έκανε επίδειξη της βιολέτας και του φρέσκου κόκκινου φρούτου του.

Εξίσου αναπάντεχο όμως ήταν και το στόμα του, αφού η ολοζώντανη οξύτητα και οι ακόμα αισθητές τανίνες του όχι μόνο διασφάλιζαν διάρκεια και γευστικό ενδιαφέρον αλλά επίσης άφηναν υποσχέσεις και για άλλη μια πενταετία! Σίγουρα το κρασί δεν διαθέτει το απόλυτο μάκρος –μην ξεχνάμε άλλωστε ότι πρόκειται για την πιο «απλή» cuvee του οινοποιείου- όμως δεν έχει αδυνατήσει ή στεγνώσει ούτε στάλα λόγω της παλαίωσης.

Σήμερα η παράνοια των τιμών έχει οδηγήσει ακόμα μια πρόσφατη εσοδεία ακόμα και του  Laforet σε σχετικά υψηλά επίπεδα τιμής, όμως την εποχή που κυκλοφόρησε αυτό το κρασί η τιμή του δεν ήταν μεγαλύτερη από αυτή μιας μέτριας Νεμέας. Αν μάλιστα κανείς αφαιρέσει την υπεραξία του παραγωγού και της μυθικής περιοχής ίσως να μπορούσε να μιλήσει ακόμα και με όρους 6-8€ για αυτό το κρασί!

Ένα πραγματικό μάθημα σε όλα τα επίπεδα, όπως μόνο μια Βουργουνδία από ένα εξαιρετικό οινοποιείο μπορεί να δώσει!


The Joseph Drouhin house is a merchant that produces thin, watery reds; Burgundy does not age; why should I drink a cheap Burgundy when, for the same money, I can buy a stellar wine from the New World?

I have argued many times over all the above. I firmly believe that Drouhin is a great producer—who might actually be the largest landowner in the region! I also believe that freshness and acidity are the essential tools for aging, and I consider even a simple Burgundy to be hedonistic, provided it is served chilled and in a generous amount in a Pinot Noir glass. Yet, even I was not prepared for what a bottle of red Laforêt from the 2011 vintage was about to reveal!

Laforêt is the most entry-level of the at least 50(!!) red labels of this iconic Burgundy house, created by Robert Drouhin in the 1970s. As its name suggests, it comes from vineyards located high up in the zone, near the region’s forests that begin where the vines end. Despite its humble status, it does not mature in inox tanks but in used (and a few new) oak barrels, where it remains for about a year.

I never rely on producers’ estimates regarding the aging potential of their wines. They either vastly overestimate things or prove to be particularly conservative, usually assigning aging years based on price. I won’t say whether the 5 years given by the producer seemed like too few to me, but 16 years certainly left almost no room for optimism. However, the screw-capped 2011 Laforêt shattered every doubt. Not only had it barely begun to show some brownish hues in the glass, but it also possessed a quite dense and remarkably fresh bouquet. Of course it was a bit earthy at first, but after 3–4 minutes in the glass, it shed the aromas of wet forest leaves and put on a display of violet and fresh red fruit.

Equally unexpected, though, was its palate. The vibrant acidity and still present tannins not only preserved length and flavor as well as reassuring interest, but also adds another five years of ageing potential! Expectantly, the wine lacks ultimate length—don’t forget, after all, that this is the winery’s most «basic» cuvée—but it has not thinned or dried out a single bit due to aging.

Today, price madness has driven a recent vintage of a plain Burgundy like Laforêt to relatively high price levels. However, at the time this wine was released, its price was no higher than that of an average Nemea. In fact, if one subtracts the premium value of the producer and the mythical region, we could perhaps even talk in “Greek” terms of €6–8 for this wine!

A true lesson on every level, the kind that only a Burgundy from an exceptional winery can deliver!

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε